Η παρόρμηση, τέκνο το δίχως άλλο και της διαίσθησης, όταν αποφασίζει η τελευταία να υπερχειλίσει, το θέλησε να διαβαστούν και να παρουσιαστούν τα δύο τούτα βιβλία με τρόπο ανορθόδοξο: μαζί. Το «Ιστανμπούλ – Πόλη και αναμνήσεις» του νομπελίστα πλέον μυθιστοριογράφου Ορχάν Παμούκ (1952) είναι αφήγημα αυτοβιογραφικό, που υπακούει στον λογοτεχνικό κανόνα, δηλαδή περίπου σε κανέναν κανόνα. Το «Θεσσαλονίκη – Πόλη των φαντασμάτων Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950» του έγκριτου επιστήμονα, συγγραφέα και πανεπιστημιακού δασκάλου Μαρκ Μαζάουερ (1958) είναι βιβλίο ιστορικό· υπακούει συνεπώς στον κανόνα της επιστημονικής του πειθαρχίας. Μολονότι δεν σκοπεύουμε να το επικαλεστούμε ως δικαιολογία του παράδοξου βιβλιοκριτικού εγχειρήματος, θα σημειώσουμε πάντως αυτό που όλοι γνωρίζουν: η ιστορία αποτέλεσε ανέκαθεν ανάγνωσμα που απευθυνόταν στον καθένα. Το πώς και το γιατί απαντιέται εύκολα, αρκεί μονάχα να σκεφτεί κανείς την πολυσημία της λέξης «ιστορία» στη γλώσσα μας. Πρωταγωνιστές, δράμα, σασπένς, μπορούν, αν είναι και το θέμα αγαπητό, να δημιουργήσουν αληθινό μπεστ σέλερ.
Ταυτότητα κοινή: παραθαλάσσια, σκοτεινή, ηδονική
Η παράλληλη ανάγνωση των δύο βιβλίων -λίγες σελίδες από το καθένα κάθε μέρα- είχε στόχο τη μεγιστοποίηση της αναγνωστικής απόλαυσης· το χαρμάνι αποδείχτηκε πετυχημένο. Η αραβικής προελεύσεως τουρκική λέξη χιουζούν (θλίψη) που ο Παμούκ αντιπαραθέτει στη θλίψη των Τροπικών του Λεβί-Στρως είναι βεβαίως το ψυχοτρόπο νήμα που ενώνει τις δύο πόλεις στη μέθη μιας μεταμοντέρνας μελαγχολίας. «Ηταν ένας ρομαντισμός ερειπίων, ή τουλάχιστον απουσίας», λέει ο Μαζάουερ για να περιγράψει τη γοητεία της Ανω Πόλης της Θεσσαλονίκης, όταν την εγκατέλειψαν οι Μουσουλμάνοι κάτοικοί της και σχεδόν κάθε άλλο ίχνος της παρουσίας τους στην πόλη ισοπεδώθηκε. Η κεμαλική Ιστανμπούλ του Παμούκ στοιχειώνει, όπως και η νεοελληνική Θεσσαλονίκη, από ένα παρελθόν αιχμάλωτο, που πλανιέται σαν φάντασμα πάνω από τα βυζαντινά, τα οθωμανικά, τα χριστιανικά, τα εβραϊκά ερείπια. Ο κάτοικος της σημερινής Ιστανμπούλ ζει με την Αγία Σοφία να δεσπόζει στον ορίζοντά της εξίσου άβολα, όπως και ο κάτοικος της σημερινής Θεσσαλονίκης με τα τουρκικά τοπωνύμια, τη ρωμαϊκή Ροτόντα, τη ρωμαϊκή «Καμάρα» και τον Λευκό Πύργο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς.
Και οι μεν και οι δε προσχωρούν στην καβαφική διά των ηδονών λύτρωση: μουσική, καλό φαγητό, ερωτισμός, κυρίως η θαλασσινή προοπτική: «Ο,τι και να γίνει, ο άνθρωπος στο τέλος μπορεί να πάει να περπατήσει στο Βόσπορο», λέει ο Παμούκ και θα έπαιρνα όρκο πως έχω ακούσει πάμπολλες φορές παρόμοιες κουβέντες από τα χείλη των σύγχρονων Θεσσαλονικέων. «Ενας από τους λόγους που ανθούσαν οι ταβέρνες ήταν η ακόρεστη όρεξη της Θεσσαλονίκης για κάθε είδους μουσική», γράφει ο Μαζάουερ για την περίοδο του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αλλαγές στο διάβα των αιώνων
Ο Παμούκ αφηγείται πώς ξηλώθηκαν ή κάηκαν τα ξύλινα παραθαλάσσια παλάτια, πώς χάθηκαν οι τεκέδες των δερβίσηδων, πώς εκδιώχτηκαν οι Ρωμιοί, πώς «εκτουρκίστηκε» η Ιστανμπούλ, πώς εξορίστηκαν τα νεκροταφεία, πώς άλλαξε η πόλη του με τη μαζική εισροή μεταναστών, πώς απλώθηκε η φτώχεια και η ασχήμια μαζί με το αίσθημα του χαμένου μεγαλείου. Ο Μαζάουερ περιγράφει αντίστοιχα φαινόμενα στη διάρκεια πέντε αιώνων, που αφορούσαν πότε τη μία πότε την άλλη από τις φυλές που κατοίκησαν τη Θεσσαλονίκη, με αποκορύφωμα τις ριζικές αλλαγές που επέφερε και εδώ ο εικοστός αιώνας, πρώτα με την εκδίωξη των Βουλγάρων, έπειτα με την ανταλλαγή πληθυσμών και τέλος με το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται, στη δεύτερη περίπτωση, για αλλαγές που κόβουν την αναπνοή, καθώς αποπνέουν τη βιαιότητα και το αίσθημα τετελεσμένου που μας κυριεύει όταν εξαφανίζεται απότομα από το χάρτη ένα τροπικό δάσος, μαζί με τις ανθρώπινες φυλές του, μαζί με όλα τα μοναδικά στο είδος τους ζώα και φυτά που φιλοξένησε ανά τους αιώνες, και στη θέση του φυτρώνουν εν μια νυκτί τενεκεδουπόλεις. Η αφήγηση του Μαζάουερ τελειώνει το 1950. Ο Παμούκ γεννιέται το 1952. Είναι ένας από μας, τις γενιές των μεταπολεμικών ανθρώπων, που βρεθήκαμε σε τέτοιες πόλεις, σε τέτοιες χώρες, αντιμέτωποι με τα ερείπια και τη σιωπή γύρω από τα ερείπια, να υποθάλπει αχόρταγα τη βία: «πάλι με χρόνια με καιρούς…». Δύσκολα θα βρεθεί Θεσσαλονικιός (ίσως όμως και Γιαννιώτης και Καβαλιώτης και Σερραίος και Ρεθύμνιος και Ηρακλειώτης και… και…) που δεν θα αναγνωρίσει μιαν απίστευτα οικεία ταυτότητα σε εκείνη που προτείνει ο Κωνσταντινουπολίτης Παμούκ -πολύ πιο οικεία μάλιστα από εκείνη κάποιων διάσημων ομοεθνών μας συγγραφέων. Η ιστορία του Μαζάουερ παρέχει αντιστικτικά την εξήγηση για τούτο το εκ πρώτης όψεως παράδοξο.
Ενοχή και βία εντός των τειχών
«Αβυσσος ζωντάνιας και όχι παρακμής» είναι για τον συγγραφέα η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα· η πανούκλα θερίζει, οι πρόξενοι των ξένων κρατών μηχανορραφούν, η βία και η διαφθορά οργιάζουν. Κι όμως η πόλη δρομολογείται προς τη μελλοντική ακμή της. Πλάι στα γεγονότα, τα στοιχεία και τους αριθμούς, ο Μαζάουερ αφήνει να του «ξεφύγουν» σχόλια που συνοψίζουν το κλίμα και την αίσθηση και παρασύρουν σε μια κινηματογραφική σχεδόν μεταιώριση τον αναγνώστη.
Οταν γίνεται λόγος για την «έξωση» των νεκρών και των νεκροταφείων από την καθημερινότητα της πόλης -κάτι που με έμφαση αναφέρει και ο Παμούκ για την Ιστανμπούλ- η αφήγηση ξεκινά με αναφορά στις εμπειρίες ενός διάσημου μέντιουμ της εποχής. Ο οριενταλιστής Λοτί, στον οποίο αναφέρεται και ο Παμούκ, διανθίζει την αφήγηση σχετικά με τον οθωμανικό χαρακτήρα της πόλης, τις ερωτικές σχέσεις των μουσουλμάνων γυναικών, τα πορνεία. Ο Εβλιά Τσελεμπή και αργότερα οι ντόπιοι Ιωάννου και Πεντζίκης παρατίθενται, μαζί με πλήθος άλλες μαρτυρίες, για να συμβάλουν στη συνόψιση στάσεων και νοοτροπιών.
Ούτε και ο πιο αφηρημένος αναγνώστης δεν θα ξεχάσει τα λόγια που ένας χριστιανός φίλος απευθύνει στον μηχανικό Ζακ Στρούμσα, που επέζησε από το Αουσβιτς όπου έχασε γονείς και έγκυο γυναίκα· τα παραθέτει ο Μαζάουερ σε μιαν από τις σελίδες πριν από το τέλος: «Σε καταλαβαίνω, Ζακ, δεν έχεις πού να πας στη Θεσσαλονίκη, εσύ, που άλλοτε εδώ σε γνώριζαν και οι πέτρες».
Δυσκολοχώνευτες ιστορίες για πόλεις που ισορροπούν ή δεν ισορροπούν ανάμεσα σε πολλούς κόσμους, που γνώρισαν ή γνωρίζουν φτώχεια και αθλιότητα, εκκαθαρίσεις, μετακινήσεις και βιαιότητες, κινούνται δε προς το μέλλον με ένα ιδιότυπο μείγμα πείσμονος δυναμισμού και μελαγχολίας, οφειλόμενης, μεταξύ άλλων, σε αυτό που ο Μαζάουερ ονομάζει «απαξίωση των νεκρών».
Μια άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, που θα μπορούσε να αποτελέσει και ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας για τα καθ’ ημάς, είναι αυτό που ο Παμούκ περιγράφει σαν «ντροπή» και «μυστικό» των «Τούρκων διανοουμένων της Ιστανμπούλ», κυρίως δε των «δυτικοτραφών» ανάμεσά τους.
Είναι η Ιστανμπούλ του 1914 η ψυχορραγούσα οθωμανική αυτοκρατορία, και τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλεί στον Ζιντ που επισκιάζουν την «τουρκοφιλία» των «αισθηματικών και εξωτικών μυθιστορημάτων του Πιερ Λοτί», θλίβοντας τους Τούρκους.
Είναι η Θεσσαλονίκη του 1914 που θα χάσει σταδιακά τη λάμψη και τις φυλές της, προς όφελος του νέου, καθαρού εθνικού κέντρου. Τα περίφημα τείχη αποδείχτηκαν και για τις δύο αχρείαστα επί σειράν αιώνων. Η βία ωστόσο, υποκινούμενη και ενδημική, δεν θα πάψει να τις κατατρώγει εσωτερικά, όπως το σκοτεινό πολεμικό πλοίο που διασχίζει νύχτα το Βόσπορο.
Φαντάσματα, κόμπλεξ, απαντήσεις
Τ ο εύρημα που χρησιμοποιεί ο Παμούκ για να μιλήσει για τη δική του Ιστανμπούλ δεν είναι τα τετριμμένα αυτοβιογραφικά, που επιδέξια ωστόσο παραλληλίζει με την ιστορία της πόλης του. Δεν είναι καν οι εικόνες των γιαλί που καίγονται· ούτε, ακόμα-ακόμα, η συγκλονιστική σκηνή του σοβιετικού πολεμικού που κάνει τα γυαλικά στα ράφια να τρέμουν όταν διασχίζει σαν γιγάντια απειλή το Βόσπορο, την ώρα που η πόλη κοιμάται. Είναι η επίμονη παράθεση των Τούρκων συγγραφέων της Ιστανμπούλ που συνομιλούν, καθώς και ο ίδιος ο Παμούκ, με ομολόγους τους Ευρωπαίους, κυρίως Γάλλους.
Αντιφάσεις και αδιέξοδα
Με ένα σμπάρο ο πολυμήχανος Παμούκ πιάνει πολλά τρυγόνια. Εχοντας αφομοιώσει τα διδάγματα της αγγλοσαξονικής κριτικής και θεωρίας της λογοτεχνίας, συνθέτει εμπειρικά, απλουστευτικά αλλά πειστικά ένα δίχτυ, όπου ο Ζιντ, ο Νερβάλ, ο Γκωτιέ, ο Φλωμπέρ συνυπάρχουν και συνομιλούν με τον Γιαχγιά Κεμάλ, τον Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού, τον Τάνπιναρ και τον Αμπτουλάχ Σινασί Χισάρ. Οι Τούρκοι διανοούμενοι -που με τον τρόπο αυτό εισάγονται διακριτικά αλλά σαφώς σε έναν διευρυμένο οικουμενικό κανόνα- δίνουν με τα αδιέξοδα και τις επιλογές τους το μέτρο των αντιφάσεων και της σχιζοφρένειας με τα οποία είναι αντιμέτωπος ο σύγχρονος Τούρκος πολίτης, και στο όνομα αυτού ο Τούρκος δημιουργός.
Οι γαλλοτραφείς δημιουργοί των αρχών του αιώνα και του Μεσοπολέμου αναγκάζονται, έτσι, να δείχνουν εθνικιστές χωρίς να είναι, καθίστανται όμως, πάνω απ’ όλα, μελαγχολικοί (θυμηθείτε τη συζήτηση για τη γενιά του ’30!). Κρύβουν από τους αναγνώστες τους αυτό που όλοι γνωρίζουν: την περιφρόνηση της Δύσης για την Τουρκία. Τα μεγαλεπήβολα πνευματικά έργα τους ξεπέφτουν σε ιδιότυπες γραφικότητες και ποτέ δεν ολοκληρώνονται. Κάπου ανάμεσά τους ο Παμούκ αφήνει με σεβασμό να πλανηθεί και η σκιά του Καβάφη.
Χωρίς φανατισμό
Αν στο τέλος της εξιστόρησης του Μαζάουερ αναφύεται το ανησυχητικό για μας τους Ελληνες ερώτημα, πού μπορεί να οδηγήσει σήμερα η ομηρία του παρελθόντος, το παράδειγμα του Παμούκ, εξόχως τοπικού και εξόχως κοσμοπολίτη (όπως υπήρξε, στην αυγή του αιώνα, η πολύχρωμη ελίτ της Θεσσαλονίκης που γέννησε τους Κεμάλ και Μπεναρόγια), δίνει μια απτή απάντηση: η ομηρία λύεται όταν αναμετρηθεί κανείς με τα ιδιωτικά και τα συλλογικά φαντάσματα χωρίς φανατισμό, χωρίς αυτοκαταστροφή. Ο Παμούκ μας πείθει ότι αγαπά με πάθος τη σημερινή Ιστανμπούλ, χωρίς για τον λόγο αυτό να αμβλύνει τις επικρίσεις του.
«Ολοι διεκδικούσαν την πόλη για τον εαυτό τους στο όνομα του Θεού. Μήπως όμως δεν λένε ότι εκεί όπου είναι ο Θεός, είναι τα πάντα;», κλείνει τη Θεσσαλονίκη του ο Μαζάουερ, στους δεκτικούς τόνους της σεφαραδίτικης μελαγχολίας. Σε μια πορεία που τον οδηγεί μέχρι το Νόμπελ ο Παμούκ, που δεν πιστεύει σε κανένα Θεό, αποδεικνύει πως είναι δυνατόν να δημιουργηθούν νέες ταυτότητες, συνομιλώντας δημιουργικά με τα φαντάσματα: «Θα γίνω συγγραφέας», απαντά από κοινού στη μητέρα του, στη θλιμμένη του Ιστανμπούλ, στα εθνικά του κόμπλεξ – και μ’ αυτή τη φράση κλείνει το δικό του βιβλίο.

