Μυρωδιά Θεσσαλονίκης στο μακρινό Ρέικιαβικ

5' 32" χρόνος ανάγνωσης

Ανοίγοντας το τραπεζάκι του καθίσματος στην πτήση της Icelandair για το Ρέικιαβικ, η διαφήμιση που κάλυπτε την επιφάνεια, άφησε ένα ευχάριστο αποτύπωμα και μια καλή αύρα για τον τόπο του προορισμού μας: «Ο πάγος διατίθεται, φυσικά, δωρεάν… Στην περίπτωση που χρειάζεστε οτιδήποτε άλλο, σας προσφέρουμε…». Η πραγματικότητα δεν απομακρύνεται ως μη ελκυστικό τουριστικό πακέτο. Αντιθέτως, προβάλλεται και μετασχηματίζεται. Η διαπίστωση θα επιβεβαιωνόταν πολλές φορές στη διάρκεια της τετραήμερης επίσκεψής μας στο μακρινό Ρέικιαβικ, με αφορμή το νεόκοπο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου που διοργανώνεται στην πόλη. Φέτος ήταν η τρίτη του χρονιά, υπό τη διεύθυνση της Χρον Μαρινοσντότερ, με υπεύθυνο προγραμματισμού τον Δημήτρη Εϊπίδη, ο οποίος επί 13 χρόνια υπέγραφε στη Θεσσαλονίκη τους δημοφιλείς «Νέους Ορίζοντες» και εξακολουθεί να οργανώνει το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 8 Οκτωβρίου, η πρωτεύουσα της Ισλανδίας έχει μυρωδιά Θεσσαλονίκης, καθώς το τμήμα των New Visions είναι μια μεταστέγαση των «Νέων Οριζόντων» από το κέντρο των Βαλκανίων στην άκρη της Ευρώπης. Ιδιο πνεύμα, πιστό στον ανεξάρτητο κινηματογράφο, στην απανταχού εκκολαπτόμενη ή καθιερωμένη πρωτοπορία. Εκτός από τις 14 ταινίες που επέλεξε για φέτος (από το Ιράν, την Αργεντινή, την Αμερική, τη Ρωσία, τον Καναδά, την Κίνα κ.ά.), ο Δημήτρης Εϊπίδης πρότεινε στο ισλανδικό κοινό τη γνωριμία με σκηνοθέτες που ελάχιστα γνώριζε: τον Καναδό Ατόμ Εγκογιάν, τον Σέρβο Γκόραν Πασκάλιεβιτς, τον Ρώσο Αλεξάντερ Σοκούροφ (όλοι παρόντες) αλλά και τον Ιρανό Μπαχμάν Γκομπαντί, την Αυστριακή Μπάρμπαρα Αλμπερτ και τον Αμερικανό Λοντζ Κέριγκαν. Οι τρεις αίθουσες γέμιζαν, σχεδόν, κάθε βράδυ από πολλούς νέους αλλά και μεσήλικες θεατές. Βέβαια καμία από τις τρεις (Tjarnarbio, Haskolabio και Idno) δεν παρέπεμπε στη λάμψη του ανακαινισμένου «Ολυμπίου». Μπορούμε όμως με ευκολία να ανακαλέσουμε στη μνήμη τα φθαρμένα καθίσματα του «Παλλάς» ή του «Εσπερου». Τη στέγη, δηλαδή, του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πριν από το 1997. Στο κρύο Ρέικιαβικ (η θερμοκρασία ξεκίνησε από 8 βαθμούς Κελσίου, ανεβοκατεβαίνοντας διαρκώς και απρόσμενα, πότε με ήλιο, πότε με συννεφιά), με την εμφάνιση σκανδιναβικής επαρχιακής πόλης και τη ζωή μεγαλούπολης, το «φαίνεσθαι» έχει ελάχιστη σημασία. Οι άνθρωποι ανεπιτήδευτοι, άμεσοι, φιλικοί, επικοινωνιακοί, επιδιώκουν να ακούσουν, να συνομιλήσουν, να πληροφορηθούν.

Το Διεθνές Φεστιβάλ του Ρέικιαβικ λειτουργεί σαν μια μεγάλη πολυμελή και πολυεθνική οικογένεια.

Η ψηλόλιγνη, ξανθιά κυρία, που έρχεται να μας παραλάβει από το μέσον της διαδρομής προς τα γραφεία του Φεστιβάλ, θα μπορούσε να είναι η υπεύθυνη για τους ξένους προσκεκλημένους. Περπατώντας για λίγη ώρα πλάι πλάι και κουβεντιάζοντας για την πόλη συνειδητοποιούμε, από μια φωτογραφία της στο site του Φεστιβάλ, ότι πρόκειται για την ίδια τη διευθύντρια. Με την ίδια οικειότητα, θα βρεθούμε λίγες ώρες αργότερα στο σπίτι της υπουργού Πολιτισμού (45άρα, επίσης, ψηλή, ξανθιά και γοητευτική) που κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνια θα απονείμει το βραβείο για την προσφορά του στην κινηματογραφική τέχνη στον Αλεξάντερ Σοκούροφ. Την ίδια βραδιά, η υπουργός Εξωτερικών της Ισλανδίας θα παραθέσει στο υπουργείο δείπνο προς τιμήν του Σοκούροφ και πάλι, και των υπόλοιπων ξένων προσεκλημένων. Διαβήκαμε την πόρτα με τον ευγενικό χαιρετισμό του φύλακα στην είσοδο, ενώ στο τραπέζι τοποθέτησε εξ αριστερών της τον Σοκούροφ και εκ δεξιών της τον Δημήτρη Εϊπίδη. Η κυριαρχία των γυναικών στα ύπατα αξιώματα είναι απολύτως συνηθισμένο φαινόμενο στην ισλανδική κοινωνία.

Η Χρον Μαρινοσντότερ άφησε μια επιτυχημένη δημοσιογραφική καριέρα για να αναλάβει το τιμόνι του Φεστιβάλ. Εχει τρία παιδιά, 2, 5 και 8 ετών (σχεδόν κανόνας και αυτό στην ισλανδική κοινωνία), «μια πολύ καλή οικογένεια και έναν σύζυγο, επίσης δημοσιογράφο, που την στηρίζουν». Η σύντομη κουβέντα μαζί της, με τον Δ. Εϊπίδη πάντα στο πλευρό της («σε αυτόν οφείλεται η επιτυχία του Φεστιβάλ», λέει γενναιόδωρα χωρίς ίχνος ανταγωνισμού ή επιβεβλημένης ευγένειας), πάνω από ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι, δίνει το στίγμα της διοργάνωσης:

– Ποια ήταν η πρόθεσή σας οργανώνοντας ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ στην Ισλανδία;

– Να βελτιώσουμε την πολιτιστική ζωή στην Ισλανδία. Οι Ισλανδοί έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ανεξάρτητο κινηματογράφο απ’ όλα τα σημεία του πλανήτη, γιατί και εδώ, όπως σε πολλές χώρες, το 90% των προβολών καταλαμβάνουν οι χολιγουντιανές παραγωγές. Βλέπουμε ίσως λίγες ταινίες από την Αγγλία αλλά καθόλου από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Είμαστε όμως Ευρωπαίοι και όχι Αμερικανοί και έχουμε πολλά κοινά στοιχεία με τους Ευρωπαίους. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια ωραία ατμόσφαιρα εδώ στο Ρέικιαβικ, να προσκαλέσουμε ανθρώπους του κινηματογράφου να έρθουν, για να διαπιστώσουν από κοντά ότι είμαστε σε πλεονεκτικό σημείο για ένα διεθνές φεστιβάλ: ανάμεσα σε δύο ηπείρους.

– Ποιες αλλαγές παρατηρείτε σε σχέση με τις δύο προηγούμενες χρονιές;

– Βελτιώσαμε το πρόγραμμα με περισσότερες ταινίες, μάστερ κλας, περισσότερους επισκέπτες, περίπου 450, σκηνοθέτες, δημοσιογράφους. Η ανταπόκριση του κόσμου στις αίθουσες είναι μεγαλύτερη από πέρυσι.

– Ποιο είναι το κόστος του Φεστιβάλ;

– Δεκαπέντε εκατ. κορώνες (περίπου 170.000 ευρώ).

– Η σχέση του Φεστιβάλ και της πόλης;

– Το Ρέικιαβικ είναι μια νέα πόλη. Προσπαθούμε, λοιπόν, να συντονίσουμε τον ρυθμό της με αυτόν του Φεστιβάλ: νέοι σκηνοθέτες, νέες παραγωγές, προοδευτικές ταινίες.

– Το προσωπικό σας όραμα;

– Να δημιουργήσουμε ένα πολιτιστικό γεγονός. Το όραμα υπ’ αριθμόν 1.

Με φρέσκο αέρα

– Το συνδέετε με τον τουρισμό;

– Οχι. Θέλουμε να παραμείνουμε ένα μικρό Φεστιβάλ με το «δικό του» προφίλ. Ενα νέο Φεστιβάλ με φρέσκο αέρα. Νομίζω ότι αναπτύσσεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα χώρο ανταλλαγής ιδεών, ένα τόπο συνάντησης που θα ανοίξει στα πανεπιστήμια. Εχω μια καλή ομάδα συνεργατών.

– Δ.Ε.: Σε άλλα Φεστιβάλ είναι όλα τόσο ανταγωνιστικά, επιθετικά και ανυπόμονα. Εδώ είναι ένα φιλικό, οικογενειακό φεστιβάλ. Ενα οικογενειακό πάρτι με πολλούς καλεσμένους. Μια μεγάλη «οικογενειακή» συνάντηση. Τα βράδια βγαίνουμε και τρώμε όλοι μαζί. Είναι το Φεστιβάλ των Ισλανδών. Επίσης, στις προθέσεις του είναι να ενισχυθεί ο ισλανδικός κινηματογράφος. Νομίζω ότι το κερδίζουμε.

Από τη Θεσσαλονίκη στην Ισλανδία

– Πώς βρεθήκατε στο Ρέικιαβικ, κ. Εϊπίδη;

– Δεν είχα έρθει ποτέ και δεν είχα πρόθεση να έρθω. Ταξιδεύω πολύ αλλά σαν μέρος της δουλειάς. Πηγαίνω εκεί που πρέπει για να δω ταινίες. Πέρυσι, στις Κάννες, μου τηλεφώνησε η διευθύντρια του Τορόντο και με πρότεινε σε αυτό το Φεστιβάλ γιατί ήθελαν κάποιον να τους βοηθήσει στο πρόγραμμα. Δεν λέω όχι συνήθως. Ηταν και μια περίεργη περίοδος της ζωής μου, γιατί μόλις είχα εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη που ήταν ένα ψυχικό τραύμα. Οι «Νέοι Ορίζοντες» ήταν σαν παιδί μου. Οι άνθρωποι εδώ είναι αξιαγάπητοι, φιλικότατοι, γενναιόδωροι, με ενδιαφέρον και περιέργειες, θέλουν να επικοινωνήσουν με τον κόσμο. Η χώρα διαθέτει ακαταμάχητη γοητεία. Η φύση της, η ιδιαιτερότητά της, επιδρά σε όλους. Νομίζω ότι μπορώ να εξασφαλίσω με σχετική ευκολία ταινίες και προσκεκλημένους, γιατί όλοι θέλουν να έρθουν στην Ισλανδία.

– Αντιμετωπίζετε προβλήματα;

– Την απόσταση. Καλό το Ιντερνετ, αλλά δεν αντικαθιστά την προσωπική επαφή. Ουσιαστικά δεν έχω δυσκολίες διότι σέβονται τη συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ και με εμπιστεύονται. Η ευτυχέστερη στιγμή της ημέρας είναι να δω μια ουρά μπροστά στο ταμείο ή μια αίθουσα να γεμίζει. Τότε αρχίζει ένας διάλογος βουβός, σιωπηρός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT