Από τη Σμύρνα στο Ιζμίρ

3' 20" χρόνος ανάγνωσης

Θωμάς Κοροβίνης

εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 538

Ενας Θεσσαλονικιός, ο Θ. Κοροβίνης, συστηματικός μελετητής του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού, που επιμένει στο πάντρεμά τους, ανέλαβε να παρουσιάσει τη Σμύρνη ως δεκάτη έκτη πόλη και τρίτο εξωελλαδικό κέντρο, μετά την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια, στη σειρά, «Μια πόλη στη λογοτεχνία». Το ανθολόγημα δεν στοχεύει στο λογοτεχνικό πρόσωπο της πόλης, αλλά στην πρισματική ανασύνθεσή της.

Οπως αναφέρει ο Κοροβίνης στο εισαγωγικό σημείωμα, προσπάθησε να συγκεντρώσει αντιπροσωπευτικά κείμενα όλων των εποχών, καταλήγοντας σε μια συναγωγή από τις εκτενέστερες της «σειράς». Συνολικά 187 κείμενα, λιγότερο ή περισσότερο αποσπασματικά, 137 συγγραφέων, όπου οι λογοτέχνες, μείζονες και ελάσσονες, δεν υπερβαίνουν τους είκοσι πέντε.

Χωρίς η ανθολόγηση να παραλείπει κάποιο από τα γνωστά σμυρναίικα μυθιστορήματα ή και συναφή ποιήματα, έτσι όπως συρράπτονται με μαρτυρίες και δοκίμια, το λογοτεχνικό άρωμα εξασθενεί και το σύνολο αποκτά χαρακτήρα ιστορικού, λαογραφικού ή και γενικότερα πολιτισμικού μελετήματος.

Σε χρονική αλληλουχία

Σε τρία μέρη, με χρονική αλληλουχία, χωρίζεται η ανθολογία. Ενα πρώτο, που παρακολουθεί τη μυθική Σμύρνα να μεταμορφώνεται σε κοσμοπολίτικη Σμύρνη, με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο. Το δεύτερο, «γύρω από την καταστροφή». Και το τρίτο, για το σημερινό Ιζμίρ. Παραπλεύρως, σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, αυτονομούνται ποιήματα για τη Σμύρνη αλλά και ευρύτερα για την Ιωνία, όπως το «Ιωνικόν» του Καβάφη, η «Ανατολή» του Παλαμά ή και «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» του Σεφέρη. Μόνο που σε όλες τις ενότητες και τα υποκεφάλαια, πεζά και ποιήματα παρατίθενται κατά την αλφαβητική σειρά των ονομάτων των συγγραφέων τους, όπου η ισοπολιτεία λειτουργεί σε βάρος της μέθεξης.

Εκτενέστερο το πρώτο μέρος, καταλαμβάνει το ήμισυ και πλέον της ανθολογίας. Ξεκινά από τους μύθους για να περάσει στις ιστορικές διηγήσεις, που διανθίζονται με τις εντυπώσεις κυρίως ξένων περιηγητών, στους οποίους στριμώχνεται και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας.

Θρήνος και μινόρε

Μαζί με τη Σμύρνη και τους μαχαλάδες της, αναδύονται περιώνυμα θέρετρα όπως ο Μπουρνόβας, το Κορδελιό ή ο Κουκλουτζάς. «Η Σμύρνη είταν η πρωτεύουσα του αλύτρωτου ελληνισμού, πιο ζεστή από την Αθήνα, πιο εγκάρδια -θα ‘λεγα αδίστακτα- πιο ελληνική…», έγραφε ο Γιάννης Χατζίνης στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» για τα πενήντα χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτή η εντύπωση του Χατζίνη τεκμηριώνεται με τις επιμέρους ανθολογήσεις, που ζωντανεύουν την κοινωνική ζωή της πόλης, με ιδιαίτερη έμφαση στη θεατρική και μουσική κίνηση. Ενα ολόκληρο κεφάλαιο για το θρήνο του μπαγλαμά και τα μινόρε του μπουζουκιού, και ακόμη για τα μακρόσυρτα σμυρναίικα άσματα, «τα γλεντζέδικα και τα χουβαρντάδικα, που άφησαν εποχή και αναμνήσεις». Ισοδύναμα με τη μουσική συγκινεί τον ανθολόγο η Σμυρνιά, στην οποία αφιερώνει ένα άλλο κεφάλαιο, με δέκα αποσπάσματα, που θα μπορούσε να απλωθεί ακόμη περισσότερο, αν άνοιγε τη βεντάλια της φήμης της μέχρι και τις μεταγενέστερες καυστικές αναφορές. Στις παραλείψεις, αν μπορεί να θεωρηθεί παράλειψη, το μπεστ σέλερ της Μ. Μεϊμαρίδη, «Οι Μάγισσες της Σμύρνης», ένας ύμνος για την κοκεταρία και την καπατσοσύνη των γυναικών της πόλης.

Από την ανθολογία, όπως και στις περισσότερες της «σειράς», απουσιάζει κάποια στοιχειώδη σύσταση των συγγραφέων, έστω και μόνο σε ποιον αιώνα έζησαν και με τι καταγίνονταν. Αντί αυτού, στην ενότητα «πνευματική ζωή και εκπαίδευση», καταγράφεται αλφαβητικά «το πάνθεον των μικρασιατών συγγραφέων» από παλαιότερο δημοσίευμα του Γ. Μολυβιάτη.

Λόγια δεν θα βρεις

Μαρτυρίες, μνήμες και ο μυθιστορηματικός λόγος του Κοσμά Πολίτη, της Διδώς Σωτηρίου και άλλων επιφανών ζωντανεύουν, στο δεύτερο μέρος, το 1922, «τον τρόμο» που «όποια γλώσσα κι αν μιλάς λόγια δεν θα βρεις να τόνε περιγράψεις». Ενώ, στο τελευταίο κεφάλαιο, η Σμύρνη γίνεται Ιζμίρ. «Οσα άφησε η φωτιά και το μαχαίρι, οι Τούρκοι βιάστηκαν να τα σκεπάσουν με κολοσσιαία κτίρια(…) Εκατομμύρια τόνοι μπετόν λες και θέλουν να καταπλακώσουν την ενοχή. Να εξαφανίσουν τη μνήμη», έγραφε η Μαρία Καραβία, το 1992. Γεμάτοι νοσταλγία επισκέφτηκαν το Ιζμίρ πολλοί Ελληνες συγγραφείς, αναζητώντας ίχνη της παλιάς Σμύρνης. Σε ημερολόγια και ταξιδιωτικά, όπως του Σεφέρη, του Καραγάτση ή του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, υπάρχουν ορισμένες σελίδες, με ακριβείς περιγραφές, υπερχειλίζουσες νοσταλγίας.

Εκτός από το ευρύ φάσμα των κειμένων, ο ανθολόγος φρόντισε και για μια εξαίρετη εικονογράφηση, όχι με καλλιτεχνίζουσες σύγχρονες φωτογραφίες αλλά με φωτογραφίες ντοκουμέντα από το αρχείο της Ενωσης Σμυρναίων και το προσωπικό του.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT