Δεσπόζει στη Δύση φέτος η μουσική του Σοστακόβιτς με αφορμή την επέτειο της γέννησής του και χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες του μαέστρου Βαλέρι Γκεργκίεφ να παρουσιάσει ολόκληρο τον κύκλο των 15 συμφωνιών του, σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο. Βεβαίως, κυριαρχεί και στη Ρωσία, όπου όμως ο Γκεργκίεφ χρησιμοποίησε την επέτειο σαν αφορμή για να παρουσιάσει εκεί τη μουσική άλλων συνθετών που εκτιμούσε ο Σοστακόβιτς. Ανάμεσά τους ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Οι δυο τους, Σοστακόβιτς και Μπρίτεν, όχι μόνον εκτιμούσαν ο ένας τη μουσική του άλλου, αλλά υπήρξαν και καλοί φίλοι.
Μια νέα παραγωγή
Πρωτοσυναντήθηκαν στο Λονδίνο το 1960, στην πρεμιέρα εκεί του πρώτου κοντσέρτου για βιολοντσέλο του Σοστακόβιτς, αλλά ο Μπρίτεν γνώριζε και θαύμαζε τη μουσική του Σοστακόβιτς από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν πρωτάκουσε την όπερα του Ρώσου συνθέτη «H λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ». Οταν ο Σοστακόβιτς άκουσε αργότερα το «Πολεμικό Ρέκβιεμ» του Αγγλου συνθέτη, αναγνώρισε σε αυτό ένα σπουδαίο έργο συνείδησης, ιδίου επιπέδου με το «Τραγούδι της γης» – μέγας έπαινος και για τους δύο αυτούς θαυμαστές του Μάλερ. Στον απόηχο του «Πολεμικού Ρέκβιεμ» του Μπρίτεν, ο Σοστακόβιτς συνέθεσε τη 14η συμφωνία του (φωνητική σύνθεση κατ’ ουσίαν, πάνω σε ποιήματα για τον θάνατο) και την αφιέρωσε στον Αγγλο συνθέτη. Το θέατρο Μαριίνσκι τώρα, το οποίο διευθύνει ο Βαλέρι Γκεργκίεφ, τιμά τον Μπρίτεν, παρουσιάζοντας σε νέα παραγωγή την όπερά του «Το στρίψιμο της βίδας». Σκηνοθέτης στο «Στρίψιμο της βίδας» είναι ο Σκώτος Ντέιβιντ Μακ Βίκαρ, ο οποίος είχε σκηνοθετήσει το 2001 στο Μαριίνσκι τον «Μάκβεθ» του Βέρντι. Την πλοκή στο «Στρίψιμο της βίδας» που βασίζεται πάνω στην ομότιτλη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς, τοποθετεί σε μια έπαυλη στην αγγλική εξοχή. Τα σκηνικά της Τάνιας Μακ Κάλιν είναι πολύ λιτά, ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα πιάνο, ένα ξύλινο αλογάκι, ενώ οι φωτισμοί του Ανταμ Σίλβερμαν έδιναν στον χώρο έναν αμυδρά ανατολίτικο χαρακτήρα.
Το κεντρικό πρόσωπο, μια καλών προθέσεων γκουβερνάντα, έχει προσληφθεί από έναν απόντα προστάτη, να φυλάει δύο παιδιά. Εξαρχής διαφαίνεται το ζοφερό τέλος, όταν η γκουβερνάντα λέει στην οικονόμο του σπιτιού ότι μια μυστηριώδης μορφή εμφανίστηκε στον πύργο του σπιτιού· ήταν ο παλιός υπηρέτης Πίτερ Κουίντ, θεωρούμενος ως νεκρός.
Το υλικό της όπερας είναι συνήθως, όπως γράφει ο Τζορτζ Λούμις στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», η κωμωδία και η τραγωδία. Σπανίως το μυστήριο. Το μυστήριο, όμως, είναι το υλικό από το οποίο είναι καμωμένη. Και το «Στρίψιμο της βίδας» έχει ανταπόκριση στους θεατές, εάν τους είναι κατανοητά τα λόγια. Το Μαριίνσκι επέλεξε να παρουσιάσει την όπερα στη γλώσσα τους, την αγγλική, με ρωσικούς υπέρτιτλους, οι οποίοι με σαφήνεια απέδιδαν το πρωτότυπο στο κοινό που χειροκρότησε θερμά την παράσταση.
Διαυγής μουσική
Η ορχήστρα που χρησιμοποιεί ο Μπρίτεν αριθμεί μόλις 13 όργανα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για όπερα δωματίου, πολύ διαφορετική από τις δύο θεαματικές όπερες του Σοστακόβιτς «Λαίδη Μάκβεθ» και «H μύτη». Ομως, οι δύο συνθέτες αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τη λειτουργία του μουσικοδράματος. Και δεν είναι μικρά τα μουσικά θαύματα που πετυχαίνει ο Μπρίτεν χρησιμοποιώντας περιορισμένες δυνάμεις. O Γκεργκίεφ έδειξε ότι κατανοεί απολύτως το πνεύμα και τους στόχους του Αγγλου συνθέτη, ερμηνεύοντας τη μουσική με απόλυτη διαύγεια.

