Βούλα Μάστορη: «Το παραμύθι των ψυχών». Εκδόσεις Πατάκη, 2003, σελ. 390.
«Εκείνο το βράδυ η Αγγελική νόμισε στην αρχή πως ο άντρας της είχε θυμηθεί τον χαμένο πρώτο γιο τους. Μετά, όταν της είπε μέσα στ’ αναφιλητά του πως είχε πεθάνει, λέει, η πρωτοκόρη της αδελφής του, εκείνης στο Πυργί της Χίου, προσπάθησε να τον παρηγορήσει λέγοντάς του πως ήταν απλά ένα όνειρο. Ομως, ο Χρίστος έδειχνε πεπεισμένος ότι αυτό που ονειρεύτηκε είχε πράγματι συμβεί… Εκείνη σταυροκοπήθηκε και τον πήρε πάνω στο στήθος της σαν μωρό παιδί. Μετά του είπε το παραμύθι των ψυχών, αυτό που της έλεγε κι εκείνος τα βράδια» (σ. 108-9).
«Το παραμύθι των ψυχών» θα μπορούσε να διαβαστεί ως αφήγηση μιας διπλής «προσχώρησης», τόσο στον πραγματικό χρόνο της ιστορίας και της μνήμης όσο και στον διαφεύγοντα ή λανθάνοντα χρόνο της συνείδησης. Εγκαθιστώντας και εμφανίζοντας ως ισχυρή τη ρεαλιστική σύμβαση της αληθοέπειας, η συγγραφέας περιλαμβάνει στη γραφή της μια πολλαπλότητα λόγων, που προσδιορίζει τελικά τη σχέση του κειμένου με την αλήθεια ως μια σχέση αβεβαιότητας και απροσδιοριστίας. Από την εξερεύνηση της βιωματικής και της διανοητικής αλήθειας ώς την ανάδειξη και τον θρίαμβο της υπερβατικής, η αφήγηση δομείται γύρω από ένα λόγο αντιρρητικό, που αρθρώνεται ως άρνηση ή υπέρβαση του πραγματικού. H εξέλιξη της δράσης, με ορατό το σαφές περίγραμμα της οργάνωσής της, υποστηρίζει το λογικό ολίσθημα του νοήματος και παρακάμπτει τη βεβαιότητα μιας περιοριστικής ερμηνείας της σύνθεσης.
Ακολουθώντας μια διαδρομή που εν μέρει έχει προβλεφθεί από την ιστορία, η αφήγηση αποδεσμεύεται τελικά από το πραγματολογικό της βάρος και συντάσσει έναν λόγο απρόβλεπτο και μυθικό, που αποσυντονίζει και ταυτόχρονα καθησυχάζει και παρηγορεί. H εξωτερική επέμβαση των γεγονότων, αν και καθοριστική, λειτουργεί ανεξάρτητα από την εσωτερική δυναμική του κειμένου, που εισάγει την απόκλιση σε σχέση με μια δεδομένη κατάσταση, όπως ορίζεται από την ιστορική προοπτική. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια σχηματική κατασκευή που συναθροίζει τα μέρη της σε μια παγιωμένη ολότητα, αλλά για μια σύνθεση στην οποία οι λέξεις δεν παραπέμπουν ευθέως στα πράγματα, καθώς η σημασιολογική τους αλληλουχία ανατρέπει τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη και υπονομεύει τις πρόδηλες ρεαλιστικές αφετηρίες της αφήγησης. Τα λογοτεχνικά υλικά προσεγγίζονται ως πολυδύναμα στοιχεία τα οποία αποκτούν το δικό τους αυτόνομο βάρος και μετασχηματίζουν το ορατό σε αόρατο, το αναγνωρίσιμο σε δυσδιάκριτο, το σαφές σε υπονοούμενο: «Το άρωμά σου, μάνα… ξέφυγε τώρα της Σάρας σαν ξόρκι και την ίδια στιγμή πέταξε αλαφιασμένη το βλέμμα της ένα γύρο, μπας και υπήρχε κάποιος αυτήκοος μάρτυς αυτής της επίκλησης, μα, μη βλέποντας κανέναν, συνέχισε το τελετουργικό παίρνοντας μια βαθιά ανάσα από τη μεριά του κήπου, που την έστειλε στη συνέχεια ήρεμη στο κρεβάτι της. Είχε παραγεράσει πια η Σάρα και δεν έπαιρνε όσες έπρεπε προφυλάξεις όταν επικαλούνταν με αυτόν τον τρόπο τη νεκρή μάνα της. Από την άλλη, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ολοένα και πιο ισχυρή έλξη αυτής της «επικοινωνίας» και ενέδιδε συχνότερα. Ετσι, την έπιασε μια φορά ο Λουκής να μουρμουρίζει «T’ άρωμά σου, μάνα» γονατισμένη μπροστά στο μνημούρι που στοίχειωνε τον κήπο τους. Και την έπιασε ξανά μια άλλη φορά να μουρμουράει το ίδιο στην αυλή με στραμμένο το πρόσωπό της προς τα κει, λες κι έβλεπε εκείνη μονάχα μια αόρατη για τους λοιπούς θεότητα» (σ. 37).
Το ιστορικό υπέδαφος του κειμένου αποτελούν κρίσιμες, αναγνωρίσιμες, αλλά και δηλωμένες στιγμές και περίοδοι της νεοελληνικής, της βαλκανικής και της ευρωπαϊκής ιστορίας (όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Διχασμός). Στην κυκλική της διαδρομή στον χώρο και τον χρόνο, η αφήγηση ξεκινάει με την αναφορά στην καταστροφή της Χίου και τελειώνει με μιαν άλλη καταστροφή, εκείνη της Σμύρνης. Από την οικογενειακή γενεαλογία και τη βιογραφία, στην ιστορία μιας πόλης, μιας περιοχής ή μιας χώρας, η γραφή λειτουργεί ως μηχανισμός διαμόρφωσης, συντήρησης και αναδιάταξης της μνήμης. H εγγραφή στον χρόνο και τον χώρο (από τη Χίο -το Πυργί και τη Χώρα- στη Σμύρνη, στο Οδεμήσιο, το Αϊδίνι, το Αξάρι και πάλι στη Χίο) προϋποθέτει την κατάργηση της λήθης και διασταυρώνεται με τα προσωπικά βιώματα, τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος που στοιχειώνουν το παρόν, τα προσωπικά ή τα συλλογικά οράματα, τη διατάραξη των ισορροπιών, τις διαψεύσεις που επιφυλάσσει η νεότερη ιστορική και πολιτική πραγματικότητα.
Κατασκευασμένο από δημιουργικές αντιθέσεις και παράδοξα, το μυθιστόρημα της Βούλας Μάστορη με τις επίμονες αποσιωπήσεις και τις συνδηλώσεις του επεξεργάζεται μια μοναδική μορφή γνώσης που αφορά σε τελευταία ανάλυση τη ζωή, τον έρωτα, τη σωτηρία και τη συμφιλίωση με τον θάνατο. H λογοτεχνική γλώσσα μεταβιβάζει τον απόηχο μιας εσωτερικής συγκίνησης, εμπλέκοντας την κίνηση της γραφής με τη ροή των εξιστορούμενων γεγονότων και καταστάσεων. Χωρίς να διαλύεται μέσα στη ρητορική ή τη σημειωτική, η αφήγηση αναλαμβάνει ένα ρόλο μεταβατικό και διαμεσολαβητικό αναχρονολογώντας τον σύγχρονο κόσμο. Καταλήγοντας σε ένα «αλλού» και σε ένα «άλλοτε» παραπέμπει στην εν δυνάμει ιδιότητα της μυθοπλασίας να αυτοαναιρείται και να μετασχηματίζεται, υπενθυμίζοντάς μας για άλλη μια φορά πως ο παραλληλισμός ανάμεσα στη γλώσσα, τη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή παραμένει -ευτυχώς- απατηλός.
* H Βίκυ Πάτσιου είναι αν. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

