Ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων και στη Θεσσαλονίκη; Το επιτυχημένο μοντέλο της Αθήνας, παρά τις δυσκολίες και τα επιμέρους προβλήματα, θα μπορούσε να μεταφερθεί και στη συμπρωτεύουσα, υποστηρίζει το Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας που σταδιακά συσπειρώνει τοπικούς φορείς, έτσι ώστε το μέτωπο διεκδίκησης από την κεντρική εξουσία να αποδειχθεί περισσότερο αποτελεσματικό. Ενα συμπόσιο που διοργανώθηκε το φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη φαίνεται να είναι η αρχή αφού για πρώτη φορά το θέμα τέθηκε επί τάπητος όχι τόσο με τη μορφή πολιτικού αιτήματος όσο ως αντικείμενο έντονου επιστημονικού προβληματισμού.
Δυσαρέσκεια
αρχαιολόγων
Το «παρών» είχε δώσει και η Πολιτεία μέσω του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Χρήστου Ζαχόπουλου· ενθαρρυντική ένδειξη για τους διοργανωτές. Λιγότερο ευοίωνη αποδείχθηκε η απουσία εκπροσώπου της 16ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων αν και είχε κληθεί. Λίγες μέρες αργότερα, οι απορίες λύθηκαν. O Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία υπενθύμιζε πως «οι αρχαιολογικοί χώροι της χώρας ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού». H «κόντρα» ανάμεσα σε αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες εκδηλώθηκε στη διάρκεια των έργων της «Ενοποίησης» στην Αθήνα, όταν οι πρώτοι αισθάνθηκαν να «απειλούνται» από την παρουσία των δευτέρων «στα χωράφια τους».
Ωστόσο, το θέμα παραμένει πρωτίστως πολιτικό. Προς το παρόν δεν υπάρχει επίσημη διατύπωση του αιτήματος έστω κι αν όλοι οι τοπικοί φορείς εμφανίζονται θετικοί. Ισως, γιατί απομένουν πολλά που υπάρχουν ακόμα για να γίνουν. Οπως το θέμα του φορέα που θα αναλάβει να υλοποιήσει το εγχείρημα. O αρχιτέκτονας Μάκης Νικολόπουλος, μέλος του TEE Κεντρικής Μακεδονίας, υποστηρίζει πως «από την στιγμή που υπάρχει η εμπειρία της Αθήνας, θα πρέπει να αξιοποιηθεί». Και συμπληρώνει με έμφαση: «Δεν είναι τυχαίο ότι την κατασκευή του μετρό της Θεσσαλονίκης ανέλαβε η «Αττικό Μετρό»».
Τρεις άξονες
Η μελλοντική ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Θεσσαλονίκης δεν είναι δυνατόν να «αντιγράψει» το μοντέλο της Αθήνας, αφού μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικές πόλεις με εκ διαμέτρου αντίθετα πολεοδομικά χαρακτηριστικά. Ετσι, αν στην Αθήνα η ενοποίηση πήρε χαρακτήρα οργάνωσης των επιμέρους αρχαιολογικών χώρων σ’ έναν γραμμικό άξονα – πεζόδρομο με συμβολικό κέντρο την Ακρόπολη, η αντίστοιχη προοπτική στη Θεσσαλονίκη εμφανίζεται αρκετά διαφοροποιημένη.
Στη συμπρωτεύουσα, οι μείζονες αρχαιολογικοί χώροι, συμπεριλαμβανομένων και των σημαντικών βυζαντινών και οθωμανικών της μνημείων, δύσκολα πειθαρχούν στη λογική μίας και μοναδικής διαδρομής· αντίθετα αναπτύσσονται πάνω σε καθέτους προς τη θάλασσα άξονες.
Ο ανατολικός και ο δυτικός άξονας ακολουθούν το τείχος της πόλης ενώ ο κεντρικός άξονας διαμορφώθηκε από την εφαρμογή του σχεδίου Εμπράρ και για το λόγο αυτόν είναι ο μοναδικός που παρουσιάζει μορφολογική και αντιληπτική ομοιογένεια.
Το 1997, με τη ευκαιρία της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, έγινε μια πρώτη απόπειρα ανάδειξης των τριών διαδρομών αλλά τελικά υλοποιήθηκε (και μάλιστα αποσπασματικά) μόνον ο κεντρικός περίπατος: από την Εγνατία έως την οδό Μητροπόλεως.

