Τα γλυπτά του Μουσείου Θεσσαλονίκης

3' 9" χρόνος ανάγνωσης

Γ. Δεσπίνης, Θ. Στεφανίδου – Τιβερίου, Εμμ. Βουτυράς

Κατάλογος γλυπτών Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

ΙΙ Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Το 1997 κυκλοφόρησε από το ΜΙΕΤ ο πρώτος τόμος-κατάλογος των γλυπτών του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης στα Ελληνικά και σε αγγλική μετάφραση. Στην αρχή του τρέχοντος έτους κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος και έπονται άλλοι δύο μελλοντικά, προκειμένου να δημοσιευθεί το σύνολο των έργων που φυλάσσονται στο Μουσείο. Η έκδοση αυτή αποτελεί σημαντικό γεγονός για την ελληνική συγγραφική παραγωγή στον τομέα των αρχαιογνωστικών σπουδών, γεγονός που υπογραμμίζεται από τον ενθουσιασμό, με τον οποίο χαιρετίστηκε από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα η κυκλοφορία του πρώτου τόμου.

Στον πρόλογο του πρώτου, οι συγγραφείς του τόνιζαν την ανάγκη σύνταξης καταλόγων των γλυπτών ανά μουσείο, πρακτική η οποία είναι συνήθης στα μεγάλα μουσεία του εξωτερικού. Στην Ελλάδα, ο επιστήμονας αλλά και ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης πρέπει να αρκεστεί κατά κανόνα στους ανεπαρκείς πλέον συνοπτικούς καταλόγους που συντάχθηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα (βλ. τους καταλόγους του Εθνικού Μουσείου), χωρίς να έχει τη δυνατότητα να πληροφορηθεί για το περιεχόμενο των συλλογών των μουσείων. Εξαίρεση αποτελούν μεμονωμένα έργα (π.χ. ο κατάλογος του Μουσείου Ακροπόλεως από τη Μ. Μπρούσκαρη το 1974) αλλά και οι δημοσιεύσεις της Ακαδημίας Αθηνών, σε πιο σταθερή βάση αυτές, οι οποίες εντάσσονται σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα και μελετούν συγκεκριμένες ομάδες έργων από μουσεία (κεραμική [Corpus Vasorum Antiquorum], νομισματικές συλλογές [Syllogae Numorum Graecorum]) και γεωγραφικές περιοχές (ρωμαϊκή γλυπτική [Corpus Signorum Imperii Romani]).

Μια σημαντική αρχή πραγματοποίησε η επιστημονική ομάδα που ανέλαβε τη δημοσίευση και επιμέλεια του καταλόγου, η οποία αποτελείται από διακεκριμένους πανεπιστημιακούς του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου αλλά και άλλους, νεότερους ερευνητές. Ο πρώτος τόμος εξετάζει τα γλυπτά που βρίσκονταν στην έκθεση του υπό ανακαίνιση σήμερα μουσείου.

Η ιστορία της Μακεδονίας

Ο δεύτερος εξετάζει τα υπόλοιπα γλυπτά από την έκθεση που δεν είχαν συμπεριληφθεί, κυρίως ολόγλυφα πορτρέτα των αυτοκρατορικών χρόνων, αλλά και γλυπτά από τις αποθήκες. Τα περισσότερα έργα προέρχονται από τη Θεσσαλονίκη και αρκετά ήταν έως τώρα παντελώς άγνωστα στους ερευνητές και το κοινό. Τα λήμματα των 189 έργων είναι σύντομα και περιεκτικά, ως οφείλουν να είναι τα λήμματα καταλόγων μουσείων, παρέχοντας όλες τις πληροφορίες για τα έργα, με επιπλέον συζήτηση για τη χρονολόγηση και την ερμηνεία τους. Το κείμενο συνοδεύουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες όλων των έργων.

Η σημασία της έκδοσης έχει ήδη επισημανθεί παραπάνω. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται στη διεθνή κοινότητα το σύνολο των γλυπτών ενός μεγάλου ελληνικού μουσείου. Αυτό σημαίνει ότι ο ερευνητής έχει στη διάθεσή του πλήθος μνημείων, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ποικιλοτρόπως. Οι μελετητές της γλυπτικής μπορούν να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους και να βρουν ερεθίσματα για έρευνα αναφορικά με την ρωμαϊκή γλυπτική της Μακεδονίας, για την οποία πολλά μπορούν να γίνουν ακόμα. Εκτός αυτού, όμως, και με δεδομένη την ανάγκη περαιτέρω ενασχόλησης με τη μακεδονική ιστορία και αρχαιολογία, η δημοσίευση των έργων μάς παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για ευρύτερα θέματα, όπως για παράδειγμα την τοπογραφία της Θεσσαλονίκης και τις λατρείες στην αρχαία Μακεδονία.

Διεθνής εμβέλεια

Το ότι το έργο αυτό οφείλει να εφαρμοστεί και στα υπόλοιπα ελληνικά μουσεία, είναι αυτονόητο. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: τα εγκαίνιά του σηματοδότησαν μια νέα εποχή στην ιστορία του, η οποία δημιουργεί νέες ευθύνες στο επιστημονικό του προσωπικό. Απαλλαγμένο από το βάρος της επανέκθεσης και των οικοδομικών εργασιών καλείται να αναλάβει τη δημοσίευση του συνόλου των γλυπτών αλλά και των υπόλοιπων έργων στην έκθεση, και κυρίως, στις αποθήκες. Το ερευνητικό αυτό έργο δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να κρατήσει λιγότερο από τα κοπιώδη χρόνια της προετοιμασίας του νεοεγκαινιασθέντος μουσείου, αποτελεί, όμως, χρέος προς τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Το ίδιο πρέπει να γίνει και για τα υπόλοιπα μουσεία, τα οποία έχουν να επιδείξουν σημαντικές συλλογές, με τη συγκρότηση συγγραφικών ομάδων. Αυτού του είδους οι δημοσιεύσεις είναι πολύ λιγότερο «λαμπερές» εκδοτικές δραστηριότητες από άλλες, απείρως ουσιαστικότερες όμως και με μεγαλύτερη διάρκεια στο χρόνο, με διεθνή και όχι περιορισμένη, «τοπικιστική» εμβέλεια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT