Λέγοντας ρωσικό τοπίο, στο νου έρχονται εικόνες από εξώφυλλα έργων του Τουργκιένιεφ, του Τσέχοφ, που συνήθως είναι ζωγραφικοί πίνακες του Ιλια Ρέπιν. Από τη γενική αυτή εικόνα δεν αφίσταται η έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου «Το ρωσικό τοπίο την εποχή του Τολστόι» αλλά ταυτόχρονα την βαθαίνει φέροντας στο φως έργα και ζωγράφους που είναι λίγο πολύ άγνωστοι στη Δύση.
Η κρυμμένη εικόνα
Ο Τολστόι ήταν που έγραψε ότι το έργο του είναι αδιανόητο έξω από τη ρωσική φύση. Και ναι μεν, η αναπαράσταση της φύσης στη δική του την τέχνη όπως και στου Τουργκιένιεφ, του Τσέχοφ και στους «Παραθεριστές» του Γκόρκι, είναι γνωστή στους αναγνώστες, όμως παραμένει εν πολλοίς άγνωστη στους φιλότεχνους, η ζωγραφική της αναπαράσταση. Περισσότερο διαδεδομένες είναι οι εικόνες των Ρώσων μοντερνιστών, του Μάλεβιτς, της Γκοντσάροβα, του Τάτλιν, της Στεπάνοβα γιατί συνδέονται άμεσα με την πολιτοκοινωνική ιστορία της Ρωσίας? ο προηγούμενος όμως ρεαλισμός, ιμπρεσιονιστικός ρεαλισμός, ρομαντισμός ενός Ιβάν Σίσκιν, ενός Ισαάκ Λεβιτάν, του Γκριγκόρι Σορόκα, του Βασίλι Περόφ ή τον Αρκίπ Κουίντζι, παρέμεναν κλεισμένοι στα ρωσικά μουσεία. Σκοπός της έκθεσης τούτης είναι να τους γνωρίσει στον πλατύτερο κύκλο των ανθρώπων της Ευρώπης που αγαπούν την τέχνη και μάλιστα σαν ισότιμους, πλάι στους Κόνσταμπλ και τους Μονέ, οι οποίοι έχουν σημαδέψει τη δυτική ζωγραφική. Και καθώς γράφει η Λόρα Κάμινγκ στην «Ομπζέρβερ», επιτελεί έργο λαμπρό. Με πρώτο και κύριο επίτευγμά της ότι αναδεικνύει την εικόνα της Ρωσίας της ίδιας, τη ζωγραφική και την κοινωνικοπολιτική από τη μιαν άκρη ώς την άλλη, από το άλφα ώς το ωμέγα, από τον Δνείπερο, τα Ουράλια ώς τον Ειρηνικό. Πρόκειται, βέβαια, για μια έκταση περισσότερο πνευματική από γεωγραφική, όπως συμβαίνει άλλωστε και στα έργα του Τολστόι, του Τουργκιένιεφ, του Ντοστογέφσκι, του Τσέχοφ και του Γκόρκι. H απέραντη θάλασσα των στεπών, τα χιόνια της Σιβηρίας, η σκοτεινιά του Αρχάγγελου. H εικόνα της Ρωσίας στη ζωγραφιή της είναι ηλιοκαμένες καλαμποκιές και ατέλειωτοι πάγοι, απεριόριστοι ουρανοί, μια βάρκα στον Βόλγα, αδυσώπητος χειμώνας, ασημένιες οξιές και ένας απέραντος ορίζοντας.
Ενα ξέφωτο στο δάσος, τον Ιβάν Σίσκιν, ένα μονοπάτι που το διασχίζει και κομμένοι κορμοί δέντρων δείχνουν ότι κάποτε υπήρξαν εκεί άνθρωποι αλλά δεν υπάρχουν πια.
Το φως που λούζει μέσα από τα φυλλώματα, μοιάζει υπερουράνιο με την έννοια ότι αποκαλύπτει περισσότερα για την εσωτερική φύση από ό,τι για την εξωτερική. Αλλωστε, ο Σίσκιν (1832-1898) ήταν γνωστός στους μαθητές του ως «φυλλολόγος», αυτός που ήξερε να συνδιαλέγεται με τα φύλλα και να τα αποδίδει με τόση λεπτομερειακή πραγματικότητα ώστε να καταλήγουν υπερπραγματικά. Εάν τα δέντρα του μοιάζουν με κάποιου, είναι με του Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ, μόνο που του Ρώσου είναι περισσότερο υπόσχεση ευτυχίας από ό,τι τα δυσοίωνα συμβολικά του Γερμανού.
Ο Γκριγκόρι Σορόκα ήταν μουζίκος, όλη τη ζωή του την έζησε μέσα στη φύση και έτσι την αποδίδει, σαν να ήταν όλη η ζωή του. Γλυκιά και πικρή συνάμα. Ενα ποτάμι αργά το απομεσήμερο, όταν αργό είναι και το ψάρεμα και το κύλισμα του ποταμού που τα νερά του καθρεφτίζουν τους ψαράδες και τους μακρινούς τρούλους των εκκλησιών. Στο «Τελευταίο πανδοχείο» του Βασίλι Περόφ, ένα χωριό δέρνεται από τις ριπές της χιονοθύελλας και μια γυναίκα παγώνει πάνω στο έλκηθρό της μαζί με το άλογο που την τραβά. H επιγραφή του πανδοχείου γράφει «Αντίο». «Οταν γυρνούν οι πελαργοί» του Ισαάκ Λεβιτάν είναι ο πιο αγαπημένος πίνακας εντός της Ρωσίας, όχι κάτι αδικαιολόγητο, αν σκεφθεί κανείς την ιστορία της χώρας κι ότι το έργο αυτό είναι ένας ύμνος στη δύναμη της καρτερικότητας και στην προσδοκία της αναγέννησης της ζωής μετά τον μακρύ, παγωμένο χειμώνα.
Ρεαλισμός – μοντερνισμός
Ισως ο πιο πλούσιος και πολύμορφος ζωγράφος της έκθεσης είναι ο Αρκίπ Κουίντζι, που πέθανε το 1910 και που με τη δημιουργία του κάλυψε όλη την πορεία από τον ρομαντισμό στον ρεαλισμό και από εκεί στον συμβολισμό έως και την απαρχή του μοντερνισμού του 20ού αιώνα. Οι «Οξιές» του είναι μια ωραία εικόνα που ολόκληρη βασίζεται στις κάθετες γραμμές των δέντρων, πάνω από το λαμπερό ρυάκι που τρέχει ανάμεσά τους, πλαισιωμένα από τα σκοτεινά φυλλώματα δέντρων? η «Αστροφώτιστη νυχτιά στο Δνείπερο» είναι τόσο διάφανη ώστε μοιάζει να φωτίζεται από κάποιο κρυφό φωτισμό και το «Τοπίο», ένα από τα τελευταία έργα του (1890), είναι σχεδόν μια κατάλευκη επιφάνεια, θυμίζοντας τον αμερικανικό αφηρημένο εξπρεσιονισμό, 70 χρόνια αργότερα.

