Φωτογραφική περιπλάνηση σε ένα θρύλο της Θεσσαλονίκης

Φωτογραφική περιπλάνηση σε ένα θρύλο της Θεσσαλονίκης

3' 22" χρόνος ανάγνωσης

Οθρύλος του «Ολυμπος Νάουσα», έμβλημα της γαστριμαργικής Θεσσαλονίκης, επιζεί πέραν του βιολογικού κύκλου του. Για τους Θεσσαλονικείς η ανάμνηση της αίθουσας εστίασης με τα λευκά λινά τραπεζομάντιλα και τους σερβιτόρους με τα μαύρα παπιγιόν είναι μία σχεδόν επώδυνη αλλά θελκτική επιστροφή στο χθες, σαν να ανακαλεί κανείς στη μνήμη την οριστικά απολεσθείσα νεότητα. Πέραν όμως αυτού, το «Ολυμπος Νάουσα» έχει προ πολλού καταγραφεί σαν ακρογωνιαίος λίθος της αστικής γεωγραφίας της πόλης. Οι συνειρμοί που προκαλεί μας οδηγούν πολύ μακρύτερα, πέραν της ίδιας της γαστρονομικής κουλτούρας αλλά και πέραν των ίδιων των ορίων της Θεσσαλονίκης.

Το «Ολυμπος Νάουσα», αν και είναι συνυφασμένο με την πόλη της Θεσσαλονίκης, όπως ο «Απότσος», ο «Ορφανίδης» ή του «Zonar’s» με την πόλη της Αθήνας, ανακαλεί προσωπικά βιώματα που έχουν να κάνουν με την αστική ιεροτελεστία του φαγητού, αλλά και μία κοινώς ορισμένη πολιτισμική περιοχή που συνδέεται με τις ανθρώπινες σχέσεις όπως γίνονταν αντιληπτές σε αυτή τη γωνιά της γης.

Προδημοσίευση

Οι εκδόσεις «Αγρα» παρουσιάζουν αυτές τις ημέρες ένα νέο φωτογραφικό λεύκωμα αφιερωμένο στο «Ολυμπος Νάουσα». Είναι η προσωπική κατάθεση και φωτογραφική περιπλάνηση του φωτογράφου Αρι Γεωργίου, που απαθανάτισε το μυθικό εστιατόριο τις τελευταίες ημέρες της λειτουργίας του, τον Δεκέμβριο του 1993 και τον Ιούνιο του 1994. Μια ανάσα στον καθρέφτη λίγο πριν σφαλίσουν τα βλέφαρα.

Αυτές οι αισθαντικές, γεμάτες υγρασία και γήινα χρώματα φωτογραφίες είναι το άλμπουμ ζωής του «Ολυμπος Νάουσα». Με κείμενα του Αρι Γεωργίου, του Σάκη Σερέφα και της Βάνας Χαραλαμπίδου, το βιβλίο αυτό που θα παρουσιαστεί στον «Ιανό» στις 25 Νοεμβρίου, είναι ένα νεύμα στη Θεσσαλονίκη που κύλησε στη λήθη.

Η «K» προδημοσιεύει σήμερα κατ’ αποκλειστικότητα απόσπασμα από το κείμενο του φωτογράφου Αρι Γεωργίου που περιλαμβάνεται στο λεύκωμα των εκδόσεων «Αγρα».

Φθορά και εγκατάλειψη

«Αναδιφώντας τις θολές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας αναζητώ την παλαιότερη από το Ολυμπος Νάουσα (…).

Οι επιστροφές μου στη Θεσσαλονίκη τα καλοκαίρια των φοιτητικών μου διακοπών κατά τη δεκαετία του ’70 οδηγούν τα βήματά μου κοντά στο, περίεργο για εκείνη την εποχή, εστιατόριο και αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι ως χώρο με μιαν ανυποψίαστη πολιτιστική ή πολιτισμική φόρτιση. Ξανανακαλύπτοντας την πόλη και ανακαλύπτοντας τη φωτογραφία διεισδύω διστακτικά μετά από τόσα χρόνια και το φωτογραφίζω σημειακά και ασύντακτα? χωρίς να εμβαθύνω. Το ξαναβρίσκω όμως τη δεκαετία του ’80 ως ενήλιξ θαμών, όταν εκείνο έχει εισέλθει πλέον για τα καλά στην περίοδο της οριστικής του παρακμής. H ατμόσφαιρα που το χαρακτήριζε πια αντανακλούσε περισσότερο ένα μίγμα μεταξύ του αξιοθέατου -λόγω κοσμοπολίτικου κατάλοιπου- για τους νεότερους και της απαρέγκλιτης αντανακλαστικής συνήθειας για τα περιποιημένα γραΐδια και τους ευυπόληπτους αστούς εν αποσύρσει. Κατ’ επανάληψη αποκαρδιωμένος από τις «σωτήριες» υπέρ διατήρησης και ανακύκλωσης επεμβάσεις, συνειδητοποιώ σιγά σιγά πως η φθορά και η βαθμιαία εγκατάλειψη εγκαθίστανται προοδευτικά εντός μου ως χαρακτηριστικά αυθεντικότητας υψηλών απαιτήσεων. Εισπράττω και αναλώνω ηδονικά το αίσθημα που αποπνέει ο χώρος σε αυτή του την ύστερη περίοδο, έχοντας συναίσθηση ότι μόλις και την πρόλαβα. Επιστρέφω με κάθε ευκαιρία και με κάθε εξωθεσσαλονίκειο επισκέπτη μου για να μοιραστεί μαζί μου, έστω καθ’ υπόδειξιν, αυτή την αύρα του οικείου που διαπερνά το μόλις ακόμη εν ζωή «μνημείο». Ζούμε μαζί τα τελευταία του. Και αναγνωρίζοντας εκεί πάντα τον Παναγιώτη, τον Νεοκλή, τον Γρηγόρη, τον Στέλιο, τον Γιάννη, τον Μιχάλη, τις κινήσεις, τους βηματισμούς, τη φρασεολογία τους, την εν αναμονή ακινησία τους μέσα στο φθίνον σκηνικό της καριέρας τους, τάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της άνευ όρων και τεχνητών παρεμβάσεων φυσιολογικής γήρανσης. Της μέχρι πλήρους κατάρρευσης ζώντων και μη οργανισμών φυσικής φθοράς. Την επέλαση της οποίας ακόμη και η μνήμη εις μάτην επιχειρεί να παρεμποδίσει.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Ολυμπος Νάουσα συνήθισα να προσκαλώ σε γεύμα των γενεθλίων μου τους συνεργάτες του γραφείου μου. Συμμετείχα έτσι εκών άκων σε ένα θνησιγενές κίνημα αντίστασης. Οπως και άλλες φορές, ωστόσο, η επίγνωση του επικρεμάμενου τέλους είχε πάρει διαστάσεις απειλής. Μοναδικό υποκατάστατο των επικίνδυνων για μένα πιθανών παρεμβάσεων συντήρησης, η φωτογραφία, αμφιβόλου διάρκειας και αποτελεσματικότητας κι αυτή εξάλλου. Τον Δεκέμβριο του 1993 και άλλη μια φορά, τον Ιούνιο του 1994, τρεις μόλις μέρες πριν το Ολυμπος Νάουσα διακόψει αμετάκλητα τη σχέση του με τον κόσμο, υπέκλεψα κάποιες εικόνες της λοίσθιας ζωής του».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT