Είχαν τη φρεσκάδα της νιότης. Ορεξη για δημιουργία, αντοχές για σκληρή δουλειά και αίσθηση του ρίσκου να πειραματιστούν πάνω σε νέες θεατρικές προτάσεις που δεν αποβλέπουν σε οικονομικές απολαβές, αλλά σε ποιοτικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό όταν τον Οκτώβριο του 2000 ο Θωμάς Βελισσάρης, η Ιωάννα Κατσαρού, η Θεανώ Αμοιρίδου και ο Νίκος Ορτετζάτος έβαζαν την υπογραφή τους για την ίδρυση της εταιρείας «Θέατρο Τέχνης «Ακτίς Αελίου»» ήξεραν πολύ καλά ότι επρόκειτο για ένα στοίχημα. Ρίσκαραν (οικονομικά και επαγγελματικά), αλλά ήταν αποφασισμένοι να παίζουν έστω και με έναν θεατή. Και πράγματι. Υπήρξαν βραδιές, στις πρώτες παραστάσεις, που ο αριθμός των θεατών στο υπόγειο της οδού Χριστοπούλου 15 δεν ξεπερνούσε τα δάκτυλα του ενός χεριού. Από την πρώτη όμως παράσταση τον Απρίλιο του 2000 ώς σήμερα, η ομάδα δεμένη ως σύνολο και, κυρίως, ποιώντας ήθος, έπεισε καλλιτεχνικά χρωματίζοντας το γκρίζο θεατρικό τοπίο της πόλης.
Η απόφαση τελικά των τεσσάρων νέων ηθοποιών να καταθέσουν μια εναλλακτική προσέγγιση στη θεατρική πράξη, όχι μόνο έγινε αποδεκτή από το κοινό της Θεσσαλονίκης αλλά και από την πολιτεία. Η επιβεβαίωση ήρθε τρία χρόνια αργότερα και μάλιστα από την Επιτροπή Θεατρικών Επιχορηγήσεων του υπουργείου Πολιτισμού. Η «Ακτίς Αελίου» φέτος εκτός από την επιχορήγηση (30 χιλ. ευρώ) μονοετούς προγραμματισμού 2003-2004 απέσπασε και εύφημο μνεία ως ένας εκ των τριών θιάσων εκτός Αθηνών («Μνήμη»-Χανιά και θεατρική εταιρεία «Πόλις»-Σύρος), για τις «νέες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αιθητικές του προτάσεις».
Φέτος είναι η χρονιά σας; Φέτος είναι απλώς άλλη μια χρονιά, ένα ακόμα στοίχημα, απαντούν προσγειωμένοι, στο φρεσκοβαμμένο υπόγειο θέατρο που ετοιμάζεται για τον ερχόμενο θεατρικό χειμώνα. Δεν δείχνουν απογειωμένοι από τις τιμητικές διακρίσεις, τουναντίον βαραίνουν όταν πρέπει να αντεπεξέλθουν ταυτόχρονα στους ρόλους που έχουν επωμισθεί ως ιδρυτικά μέλη, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και απασχολούμενοι σε διάφορα θεατρικά σχήματα για να χρηματοδοτούν τον δικό τους θίασο.
Ηταν εξ αρχής δύσκολο εγχείρημα. Η ιδέα γεννήθηκε τελειώνοντας τη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ το 1999, αλλά υλοποιήθηκε έπειτα από μια περιπλάνηση στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη όπου αφού δοκίμασαν τις υποκριτικές τους δυνατότητες στο ελεύθερο και το κρατικό θέατρο, αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για τον δικό τους θίασο. «Υπάρχει ένα έλλειμμα θεατρικής παιδείας. Επιλέξαμε όμως τη Θεσσαλονίκη, ως μια πόλη πιο ανοιχτή. Διαπιστώσαμε δηλαδή οτι υπάρχει χώρος για εναλλακτικές θεατρικές προτάσεις που μπορούν να προσελκύσουν ένα άλλο είδος κοινού όχι κατ’ ανάγκην νέων θεατών. Και το τολμήσαμε, με ένα κόστος».
Με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη, με προσωπική δουλειά, με χορηγίες και με την καθοριστική βοήθεια του τεχνικού Μάκη Μαριάδη που έστησε στην κυριολεξία το θέατρο (φωτισμούς, σκηνή κ.λπ.) ανεβάζουν την πρώτη θεατρική παράσταση «Το νησί των σκλάβων» του Μοριβό, αποκλειστικά και μόνο για να πείσουν τον δάσκαλο τους Νίκο Σακαλίδη ότι «μπορούν να δουλέψουν ομαδικά ως συγκοινωνούντα δοχεία».
«Αισθητική πρόταση»
Η σχέση τους με το ίδιο το θέατρο είναι ένα από τα στοιχεία της «νέας αισθητικής πρότασης» που καταθέτει το νεότευκτο θεατρικό σχήμα της Θεσσαλονίκης, πέρα από την επιλογή του ρεπερτορίου και την αντιμετώπιση του ίδιου του κειμένου. «Σε μια παράσταση θα πρέπει κανείς να αντιλαμβάνεται την ιστορία του έργου με όσο το δυνατόν θεατρική καθαρότητα. Προσπαθούμε να κάνουμε θέατρο για πολλούς και για τον καθένα χωριστά. Μ’ αυτήν την οπτική ακόμα και ένα δύσκολο έργο μπορεί να γίνει κατανοητό στο ευρύτερο κοινό» εξηγούν.
Βασική προτεραιότητα ωστόσο παραμένει η καλλιτεχνική φυσιογνωμία του θεάτρου μέσα από το ρεπερτόριο που αναπτύσσεται ταυτόχρονα και ως πειραματικό σε έργα της ελληνικής και ξένης δραματουργίας. «Την πρώτη χρονιά, ασχοληθήκαμε φαινομενικά με το κλασικό ρεπερτόριο πάνω σε διαφορετικά θεατρικά είδη. Ουσιαστικά όμως ο τρόπος αντιμετώπισης του κάθε έργου ήταν διαφορετικός. Επιδίωξή μας είναι η προετοιμασία κάθε παράστασης να λειτουργεί ως ένα είδος εργαστηρίου. Ενα είδος σπουδής πάνω στην υποκριτική μας ικανότητα για να μπορέσουμε να φθάσουμε σε ένα πιο απαιτητικό ρεπερτόριο».
Τα έργα της πρώτης χρονιάς «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, «Αλεξάνδρεια-Αθήνα», ένα θεατρικό δρώμενο με ποίηση και πεζά Κωστή Παλαμά και Κ. Καβάφη, και «Υμπύ Τύραννος», μια σύνθεση δύο κειμένων (των Α. Ζαρί και Π. Μάρκαρη), με κοινό μύθο, σχεδόν κοινούς ήρωες, αλλά διαφορετικές θεατρικές καταβολές, φαινομενικά συνέθεταν ένα ρεπερτόριο χωρίς άξονα. «Στην πραγματικότητα όμως το εσωτερικό νήμα που διέπει αυτές τις επιλογές είναι το θέμα της εξουσίας. Ουσιαστικά οι πρώτες τους επιλογές είχαν μια καθαρά πολιτική αντιμετώπιση. Βασίστηκαν δηλαδή σε ενα πολιτικό θέατρο με τη σύνθετη σημασία της λέξης», εξηγεί ο σκηνοθέτης και βασικός συνεργάτης τους Νίκος Σακαλίδης.
Το φετινό ρεπερτόριο
Επιδίωξή μας, διευκρινίζουν οι ίδιοι, ήταν το σωματικό θέατρο. Αντίθετα το φετινό ρεπερτόριο επικεντρώνεται στον λόγο. Σ’ αυτόν θα πειραματιστούν τον χειμώνα πάνω στα έργα «Αυτοβιογραφία» του Τόμας Μπέρνχαρντ (σκηνοθεσία Ιωάννας Κατσαρού), «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τένεσι Γουίλιαμς (μετάφραση-σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη) και «Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών» του Δημήτρη Δημητριάδη (σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη).
Στην τρίτη τους χρονιά και με την πρώτη επιχορήγηση, το στοίχημα παραμένει. Και πριν ανοίξουν την αυλαία για να ξεκινήσουν με επαναλήψεις του «Υμπύ Τύραννος» σήκωσαν τα μανίκια, ανακαίνισαν το θέατρο, δημιούργησαν μια μικρότερη σκηνή και επαναδιατύπωσαν τους στόχους, ανανεώνοντας το συμβόλαιο για τη μελλοντική συνέχεια του σχήματος. Γιατί, όπως λένε, «η αντοχή στον χρόνο είναι αυτή που μετράει».

