E ξω από τα βορειοδυτικά βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, μία από τις παλιές προσφυγικές γειτονιές που μετρούν ήδη 80 χρόνια ζωής, στη σκιά της μεγάλης πόλης, θα τεθεί στην πρωτοπορία μιας νέας αντίληψης για την αρχιτεκτονική και ιστορική κληρονομιά. H προσφυγική γειτονιά του Δήμου Συκεών, κρεμασμένη σε μια απότομη πλαγιά, ένα «ταπεινό» σκέλος της Θεσσαλονίκης του 20ού αιώνα, εντάσσεται σε μία δημοτική πρωτοβουλία που αξιοποιεί την αρχιτεκτονική εμπειρία και λειτουργεί ως πρότυπο για τα προσφυγικά κατάλοιπα της πόλης.
Αντι-συμβατική εξέλιξη
Η διάσωση και η ανάδειξη του οικισμού με κύριο μέλημα την επιστροφή της κατοικίας, το ζωντάνεμα δηλαδή της γειτονιάς, συμβαίνει σε μια εποχή κατά την οποία η Θεσσαλονίκη έχει ήδη απολέσει ένα μεγάλο τμήμα της προσφυγικής κληρονομιάς της (όπως και η Αθήνα άλλωστε), γεγονός που συνέβαλε στην επιθυμία ανάκτησης εκείνου ακριβώς του παρελθόντος που δεν εμπίπτει στα αυτονόητα κριτήρια. Είναι με άλλα λόγια η διάσωση αυτού του οικισμού στην «πλάτη» του βυζαντινού τείχους, μέσα σε αρχαιολογικό χώρο (με τη σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου) μια αντι-συμβατική για την Ελλάδα εξέλιξη, που με μία κίνηση εκτινάσσει στο μέλλον ένα καταδικασμένο έως πρόσφατα κομμάτι της πόλης.
Η προσφυγική αυτή περιοχή της Θεσσαλονίκης είχε πάρει μάλλον τον δρόμο του αφανισμού και ορισμένοι κάτοικοι είχαν ήδη αποχωρήσει. Οταν όμως η γη περιήλθε κατά το μεγαλύτερο μέρος στην κυριότητα του Δήμου Συκεών, το ζήτημα φωτίστηκε διαφορετικά. Αξιοποιώντας ευκαιρίες που προέκυπταν από την Πολιτιστική Πρωτεύουσα του 1997, ο Δήμος προκήρυξε τότε Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό προσχεδίων με τίτλο «Πολιτιστική Γειτονιά». H πάροδος του χρόνου ωρίμασε ακόμη περισσότερο τις σκέψεις και ο Δήμος Συκεών βελτίωσε τις αρχικές θέσεις του, υποστηρίζοντας εν τέλει την ολοκληρωτική διατήρηση του οικισμού με παράλληλη εξασφάλιση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η αρχιτεκτονική πρόταση που κατατέθηκε πρόσφατα στον Δήμο Συκεών υποστηρίζει τη διατήρηση όχι μόνων των οικιών αλλά και του συνόλου μαζί με τους υπαίθριους και ημι-υπαίθριους χώρους. H μελέτη των αρχιτεκτόνων Πελαγίας Αστρεινίδου και Μαρίας Κωνσταντόγλου επαναφέρει τη ζωή στον μικρό αυτόν συνοικισμό διασφαλίζοντας λειτουργίες, χρήσεις και ζωτικούς χώρους.
Οι δύο αρχιτεκτόνισσες αποτύπωσαν λεπτομερώς τον προσφυγικό συνοικισμό και ανακάλυψαν σημαντικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Σύμφωνα με την Π. Αστρεινίδου, αυτά ήταν «καφασωτά, τζαμαρίες, καγκελόπορτες, μονοπάτια αλλά και επικοινωνίες των κτισμάτων μεταξύ τους, που είχαν περιπέσει είτε σε αχρηστία είτε δεν ήταν ορατές με την πρώτη ματιά». Ανάμεσα στα χρώματα και τη βλάστηση, την ετερόκλητη και αυτοσχέδια αισθητική λύση, αναδυόταν ένας κόσμος με βαθιά κοιτάσματα στο πρόσφατο, μόλις, παρελθόν.
Σπάνιο σύνολο
Περιφρονημένη συχνότατα η οικιστική κληρονομιά των προσφύγων (117.000 έφθασαν στη Θεσσαλονίκη ώς το 1928), θεωρούμενη υποδεέστερη αν όχι ευτελής, περιέπεσε σε αφάνεια και σε καταστροφή. Οχι ότι όλα έπρεπε να διατηρηθούν, αλλά ήδη χάθηκαν πολλά και αξιόλογα. H αρχιτέκτων Βίλμα Χαστάογλου, αναπλ. καθηγήτρια ΑΠΘ, μας θυμίζει πως «από τις τρεις μεγάλες προσφυγικές αγορές, η Λαϊκή Αγορά Βαρδαρίου έχει ήδη παραχωρήσει τη θέση της σε σύγχρονη πολυώροφη οικοδομή, η Λαχαναγορά στην οδό Αγίου Δημητρίου σήμερα χωρίς χρήση και χωρίς προστασία κινδυνεύει από την ανοικοδόμηση, ενώ η αγορά των παλαιοπωλών, το Μπιτ-παζάρ, είναι αφημένη στην προαίρεση του ιδιώτη μαγαζάτορα για τη διατήρησή της».
Από τους δεκάδες συνοικισμούς της δεκαετίας του 1920, ελάχιστα τμήματα έχουν διατηρηθεί. Χτισμένα με φθηνά υλικά και αυτοσχέδια μέσα, υπαγορευμένα από την ανάγκη της επιβίωσης, τα προσφυγικά ενσωματώθηκαν, κακοποιήθηκαν, έπεσαν. Γι’ αυτό ο μικρός αλλά συμπαγής συνοικισμός του Δήμου Συκεών αποτελεί ένα σπάνιο σύνολο, μία λιλιπούτεια πόλη που μπορεί να ζωντανέψει και πάλι προσφέροντας τώρα καλές συνθήκες διαβίωσης.
263 είδη φυτών
Αν σκεφτεί κανείς πως ο Δήμος Συκεών όπως και όλοι οι γύρω δήμοι έχουν δομηθεί πυκνά, η ύπαρξη αυτής της μικρής πολιτείας πάνω στα τείχη αποτελεί μία παρένθεση αισθητικής αλλά και αστικής ανάπτυξης καθώς και χώρου προστασίας της σπάνιας χλωρίδας των τειχών της Θεσσαλονίκης. Μελετώντας όλες τις αποχρώσεις της προσφυγικής αυτής πολιτείας, η αρχιτέκτων Κική Καυκούλα, επικ. καθηγήτρια ΑΠΘ, μας θυμίζει με τη σειρά της ότι «στους ιδιωτικούς κήπους και τους δημόσιους χώρους υπάρχει επίσης εξαιρετικά πυκνό, ώριμο πράσινο, με μεγάλο περιβαλλοντικό και οικολογικό ενδιαφέρον: ίσως δεν είναι αρκετά γνωστή η μελέτη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία εντόπισε στο πράσινο των τειχών της Θεσσαλονίκης 263 διαφορετικά είδη αυτοφυών φυτών, πολλά από τα οποία έχουν εξαφανισθεί από την υπόλοιπη πόλη».
Η προοπτική της ελαφράς αλλά αποφασιστικής παρέμβασης στον οικισμό αυτόν, η ένταξή του στην σύγχρονη ζωή της Θεσσαλονίκης και κυρίως η μετακίνησή του από τη σκιά στο φως, δημιουργεί ένα θετικό προηγούμενο για τη διαχείριση της προσφυγικής κληρονομιάς στην Ελλάδα. H Αθήνα θα είχε πολλά να μάθει από το πρότυπο του Δήμου Συκεών.

