Την περασμένη εβδομάδα το κοινό της Αθήνας είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να απολαύσει τον σημαντικό Καταλανό τροβαδούρο Τζουζέπ Τέρο (Josep Tero), ο οποίος εμφανίστηκε φέτος για πρώτη φορά στην Ελλάδα (στις 18 Μαΐου, στο Ναύπλιο, η πρώτη του εμφάνιση). Στο ρεπερτόριο του Τέρο περιλαμβάνονται τραγούδια δικά του, σε ποίηση του Καβάφη και της Μαρία Ανγκελς Ανγκλάδα (Maria Angels Anglada), πάνω σε έναν ιδιότυπο διάλογο της κορυφαίας Καταλανής ποιήτριας με τον μεγάλο Αλεξανδρινό. Τα τραγούδια αυτά αποτελούν και το βασικό υλικό του τελευταίου του δίσκου, ο οποίος κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στη Βαρκελώνη.
Ο Τζουζέπ Τέρο, γεννημένος στο Εμπούριας της Κόστα Μπράβα, αλλά εγκατεστημένος από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Βαρκελώνη, αποτελεί σήμερα μία από τις πιο αυθεντικές παρουσίες της καταλανικής μουσικής, η οποία παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό, αφού έχει τόσο συχνές αναφορές στον ελληνικό κόσμο.
Στροφή προς την Ελλάδα
Μετά την κατάρρευση του φρανκικού καθεστώτος (1975), η Καταλωνία, με το δημοψήφισμα του 1979, ανακηρύσσεται αυτόνομη διοικητική περιοχή και αρχίζει να διεκδικεί με ανανεωμένη δυναμική την εθνική και πολιτιστική της ταυτότητα. Χαρακτηριστικό της κίνησης αυτής είναι μία έντονη στροφή προς τη Μεσόγειο και ιδιαίτερα προς την Ελλάδα, στροφή που αποτελεί αναβίωση και συνέχεια μιας σημαντικής πολιτιστικής κίνησης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, σταθερά προσανατολισμένης στη μελέτη και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Στον ελληνικό πολιτισμό οι Καταλανοί εντοπίζουν τις δικές τους ιδιαίτερες πνευματικές ρίζες, που τους διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες ιβηρικές εθνότητες, θεωρώντας ότι η ίδρυση, περί το 600 π.Χ., του Εμπορίου (Εμπούριας), βορειοανατολικά της Βαρκελώνης, από τους Φωκαείς Μασσαλιώτες, μπόλιασε δραστικά τον ντόπιο πληθυσμό με το κλασικό ελληνικό πνεύμα.
Ο Τζουζέπ Τέρο ανήκει στη γενιά εκείνη των καλλιτεχνών που μεγάλωσαν μέσα στη φρανκική δικτατορία και αντιστάθηκαν σ’ αυτήν με όπλο την καταλανική παράδοση και γλώσσα. «Ηταν αυστηρά απαγορευμένο να δημοσιεύσει κανείς οτιδήποτε στα καταλανικά», θυμάται σήμερα ο Τέρο και σκοτεινιάζει. «Βέβαια δεν είναι καινούργια γλώσσα η καταλανική. Ανήκει στις τελευταίες νεολατινικές γλώσσες, έχει πολλές διαλέκτους και διαθέτουμε πολλά γραπτά ντοκουμέντα ήδη από τον 13ο αιώνα. Ομως οργανωμένη γραμματική αποκτά στις αρχές του 20ού αιώνα».
Εντονος λυρισμός
Οι μπαλάντες των Καταλανών, σε αντίθεση με τα ισπανικά τραγούδια χαρακτηρίζονται από έναν έντονο λυρισμό. Ο Τέρο συμφωνεί, υπογραμμίζοντας ότι ήταν αυτό ακριβώς το στοιχείο που λειτούργησε σαν εργαλείο καταγγελίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο ίδιος ήταν οκτώ-εννιά χρόνων όταν «το τραγούδι των τροβαδούρων αναπτύχθηκε στην Ισπανία μετά την πρόταση που διαμόρφωσαν οι Καταλανοί καλλιτέχνες στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Δημιουργήθηκε τότε στη Βαρκελώνη μία ομάδα διανοουμένων, που αγωνίζονταν για την ανάκτηση της ταυτότητας αυτής της χώρας, της οποίας τη γλώσσα σκοτώνανε τόσα πολλά χρόνια. Ολοι αυτοί ήταν άνθρωποι αριστεροί, γιατί αυτό γινόταν κατανοητό μόνο από τον κόσμο της αριστεράς, αφού η δεξιά, επί Φράνκο, πάντα στήριζε την εξουσία της Μαδρίτης, παρόλο ότι υπήρχε και μία μικρή μειοψηφία καθαρόαιμων αστών ευαισθητοποιημένων στην υπόθεση της καταλανικής πολιτιστικής ταυτότητας».
Με παράθυρο τη μουσική
Ο πρώτος τροβαδούρος που τραγούδησε καταλανικά ήταν ο Ρεϊμόν, ο οποίος τραγουδούσε στη διάλεκτο της Βαλέντσια. Ακολούθησε η γενιά της Μαρία Ντελ Μαρ Μπονέτ, της μεγαλύτερης σήμερα Καταλανής τραγουδίστριας. «Μέσω της Μαρία Ντελ Μαρ και άλλων τραγουδιστών από τη Μαγιόρκα και τις άλλες Βαλεαρίδες Νήσους, την Ιμπίτσα, τη Μινόρκα, συνειδητοποιούσαμε το γεγονός ότι αποτελούσαμε όλοι μέρος μιας ευρύτερης περιοχής ισοπεδωμένης από την ιστορία. Ηταν μια αποκάλυψη, γιατί η κουλτούρα μας ήταν αυστηρά απαγορευμένη μέσα στη δικτατορία. Ακόμα και στα σπίτια μας οι μεγάλοι φοβόντουσαν να μας εξηγήσουν.
»Ετσι, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 το τραγούδι γίνεται σαν ένα ανοιχτό παράθυρο που μας φέρνει φρέσκο αέρα, προτείνοντας ένα καινούργιο τρόπο ερμηνείας του κόσμου, εμπνεόμενο από τους Γάλλους, κυρίως, τροβαδούρους: Μπρασένς, Φερέ, Μπαρμπαρά. Τώρα, σωστά επισημαίνετε ότι το καταλανικό τραγούδι είναι πιο λυρικό από το ισπανικό, κι αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι από την αρχή οι Καταλανοί τροβαδούροι ένιωσαν την ανάγκη να χρησιμοποιήσουν τη λογοτεχνική παραγωγή των Καταλανών ποιητών του μεσοπολέμου και της δεκαετίας του ’60, οι οποίοι είχαν αντίστοιχες ανησυχίες: ήταν εξαιρετικά ζωντανοί, αντιδρούσαν, διαδήλωναν την αντίθεσή τους, φυλακίζονταν, ήταν πρωτοπόροι». Απροσδόκητες είναι κάποτε οι σχέσεις που ανακαλύπτει κανείς μεταξύ Καταλανών και Ελλήνων, όπως αυτή η φράση που ξεχωρίζει στην ποίηση της Ανγκλάδα, μελοποιημένη από τον Τέρο. «…η δική μας Σμύρνη, η δική μας Ιωνία…». Τι να σημαίνει, άραγε;
Ο στίχος αυτός, διευκρινίζει ο Τζουζέπ Τέρο, αναφέρεται «στο τμήμα εκείνο της βόρειας Καταλωνίας, που στο όνομα της ειρήνης μεταξύ Ισπανίας και Γαλλίας, παραχωρήθηκε στους Γάλλους. Ετσι χάσαμε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της χώρας μας, όπου το Περπινιάν είναι η πιο σημαντική πόλη, όπως και οι Ελληνες έχασαν τη δική τους Σμύρνη με τη συνθήκη της Λωζάννης του 1924. Εμείς, όταν πηγαίνουμε στο Περπινιάν να επισκεφτούμε τους συγγενείς μας στις γιορτές, τα Χριστούγεννα, αισθανόμαστε πάντα ξένοι. Το ίδιο ξένοι αισθάνονται και εκείνοι, γιατί έχουν χάσει την ταυτότητά τους, η καταλανική γλώσσα εκεί μιλιέται πια μόνο από το 20% του πληθυσμού». Και συμπληρώνει ότι η Ανγκλάδα «εξηγεί αυτήν την απώλεια με τη φράση «…το Περπινιάν είναι η δική μας Σμύρνη…» γιατί η ίδια έζησε αρκετά στην Ελλάδα, μιλούσε καλά τα νέα ελληνικά, όπως άλλωστε και τα αρχαία, συναναστράφηκε πολλούς μικρασιάτες πρόσφυγες και γνώρισε τον καημό τους».
Τον Αύγουστο στη Νάξο
Στις αρχές Αυγούστου ο Τζουζέπ Τέρο θα εμφανιστεί και πάλι στην Ελλάδα, στον Πύργο Μπαζαίου της Νάξου αυτήν τη φορά, και στο πλαίσιο των εκδηλώσεων λόγου και τέχνης που φέτος είναι αφιερωμένες στον Καβάφη, στον Λόρκα και στον Πεσσόα. Μελοποιημένη ποίηση των τριών μεγάλων ποιητών της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας θα ερμηνεύσουν η Μαρία Φαραντούρη, η Μαρία Ντελ Μαρ Μπονέτ και ο Τζουζέπ Τέρο.

