Ποιητής πάνω απ’ όλα, αλλά και πεζογράφος, δοκιμιογράφος και κινηματογραφιστής, ο Γεβγκένι Γεφτουσένκο υπήρξε, από το ξεκίνημά του τη δεκαετία του πενήντα, μια από τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες του ρωσικού πνευματικού κόσμου, αγαπητός τόσο στην πατρίδα του όσο και στο εξωτερικό. Στα 69 του χρόνια σήμερα, δεν έχει μετανιώσει για τις επιλογές που έκανε στο παρελθόν, όπως η απόφασή του να παραμείνει στη Σοβιετική Ενωση, κρατώντας δύσκολες ισορροπίες. Δεν ανήκε ποτέ ούτε στους καθεστωτικούς κομμουνιστές ούτε στους ακραιφνείς «διαφωνούντες», αλλά ούτε και στους οπαδούς του Γέλτσιν. «Δεν μου άρεσαν οι επίσημοι κομμουνιστές, αλλά δεν μου αρέσουν ούτε οι επίσημοι αντικομμουνιστές – μοιάζουν μεταξύ τους», είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Κοριέρε ντελα Σέρα».
Τον τελευταίο καιρό έχει μοιράσει τη ζωή του ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ. Επί έξι μήνες διδάσκει λογοτεχνία και κινηματογράφο στην Τούλσα της Οκλαχόμα, ενώ τους υπόλοιπους έξι μήνες ζει στη Μόσχα. «Στα μαθήματά μου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Τούλσα έχω Ρώσους σπουδαστές που ζουν στις ΗΠΑ, καθώς και Αμερικανούς που έχουν επισκεφθεί την πατρίδα μου. Παλιότερα η μετανάστευση ήταν κάτι οριστικό, τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οταν οι Ρώσοι μετανάστευαν, προσπαθούσαν να ξεχάσουν το παρελθόν τους και τις ρίζες τους για να γίνουν Αμερικανοί. Τώρα γνωρίζουν τα πάντα για τη χώρα τους και τη θυμούνται».
Ντροπή και τρυφερότητα
Ο Γεφτουσένκο έχει στραφεί τον τελευταίο καιρό στην πεζογραφία, ολοκληρώνοντας το μυθιστόρημά του «H πόλη του κίτρινου δαίμονα» που περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ποτέ όμως δεν εγκαταλείπει την ποίηση, που είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητάς του. H έμπνευσή του, καθώς λέει, προέρχεται από δύο πηγές: την ντροπή και την τρυφερότητα. «Γι’ αυτό γράφω ποιήματα διαμαρτυρίας και αγάπης».
Στη Ρωσία εξακολουθεί να είναι παρών στο προσκήνιο της πνευματικής ζωής, συναντώντας διαφορετικές δυσκολίες από εκείνες του παρελθόντος. Οταν, το 1995, πρότεινε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα, η αντίδραση των ιθυνόντων δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή. Του είπαν ότι μια τέτοια εκπομπή θα ήταν εκτός τόπου και χρόνου, καθώς η χώρα έμπαινε σε μια εποχή ματεριαλισμού και οι πάντες, ιδίως οι νέοι, ήθελαν να γίνουν επιχειρηματίες και μάνατζερ. «Τους απάντησα ότι δεν θα είχαμε κανένα είδος οικονομικής επιτυχίας αν χάναμε την παραδοσιακή μας κουλτούρα. H αγάπη για την ποίηση κάνει τους ανθρώπους πιο οξυδερκείς, πιο ικανούς να αντιλαμβάνονται τα πράγματα».
Τελικά, η εκπομπή ξεκίνησε, είχε επιτυχία και κράτησε τρία χρόνια. «Μου απένειμαν το βραβείο της καλύτερης πολιτιστικής εκπομπής και κατόπιν την έκοψαν». Στη συνέχεια το Πολυτεχνικό Ινστιτούτο του έκανε την πρόταση να διοργανώνει κάθε καλοκαίρι, στις 28 Ιουλίου, που είναι τα γενέθλιά του, μια ημερίδα αφιερωμένη στην ποίηση. «Γίνεται σ’ έναν τόπο συμβολικό, στην πλατεία Λιουμπλιάνκα: από τη μια μεριά είναι η KGB και από την άλλη το Πολυτεχνείο. Στο μέγαρο της KGB σκοτώθηκαν οι δύο παππούδες μου, το 1937. Κι εμένα με κάλεσαν εκεί μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956 και προσπάθησαν να με προσεταιριστούν λέγοντάς μου ότι οι καιροί είχαν αλλάξει, ότι αγωνιζόμασταν εναντίον της προσωπολατρίας και ότι ήθελαν ανθρώπους τίμιους και αγωνιστές όπως εγώ για να γνωρίζουν τις διαθέσεις των νέων και των διανοουμένων. Αρνήθηκα να δουλέψω γι’ αυτούς. Μαζί με τον Ζαχάροφ είχαμε διαμαρτυρηθεί μπροστά στο μέγαρο της KGB και είχαμε τοποθετήσει ένα μνημείο για τα θύματα της σταλινικής τρομοκρατίας, μια πέτρα φερμένη από το στρατόπεδο της νήσου Σολεβέφσκι».
Η δύσκολη μετάβαση
Στη μετασοβιετική Ρωσία, οι πολιτιστικές δραστηριότητες δεν σκιάζονται πια από το φάσμα της λογοκρισίας, πλήττονται ωστόσο από τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. «Τα χρόνια του Γέλτσιν ήταν πολύ δύσκολα, οι μισθοί δεν πληρώνονταν για μήνες, ακόμα και οι πιο άθλιοι. Οι άνθρωποι έκαναν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Ενα βράδυ που περπατούσα κοντά στην πλατεία Πούσκιν, είδα να στέκεται έξω από μια πόρτα ένας θυρωρός και έμεινα έκπληκτος διαπιστώνοντας ότι ήταν ένας διάσημος πυρηνικός φυσικός. Μου είπε πως αναγκαζόταν να δουλεύει τα σαββατοκύριακα καθώς ο μισθός του ήταν πολύ μικρός. Κανείς πια δεν είχε χρόνο για να διαβάζει λογοτεχνία».
Η αγάπη για τη λογοτεχνία, ωστόσο, είναι εντυπωμένη στον ρωσικό χαρακτήρα και η παράδοση της δημόσιας ανάγνωσης ποιημάτων συνεχίζεται και σήμερα. «Τον Μάιο που μας πέρασε, πήγα ένα ταξίδι στη Σιβηρία, στο Νοβοσιμπίρσκ, και έκανα μια ομιλία για την ποίηση σε ανοιχτό χώρο. Μαζεύτηκαν δεκαπέντε χιλιάδες άτομα και το εβδομήντα τοις εκατό ήταν νέοι, κάτω των 25 ετών. Στη Ζίμα, τη γενέθλια πόλη μου, άνοιξαν ένα μουσείο στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων και εγκαινιάστηκε εκεί το πρώτο διεθνές φεστιβάλ ποίησης. Με 25 ποιητές από την Ευρώπη και από την Αμερική πήγαμε σε σχολεία, σε εργοστάσια, σε θέατρα και διαπιστώσαμε ότι ο κόσμος τρέφει μια νοσταλγία για τις πνευματικές αξίες και ότι για τους νέους το δολάριο έχει καταρρεύσει ως σύμβολο της ευτυχίας».
Η σημερινή Ρωσία εξακολουθεί να ταλανίζεται από τη βάναυση και βιαστική μετάβαση στον καπιταλισμό. «Την εποχή του Στάλιν περάσαμε από την εξαναγκαστική κολλεκτιβοποίηση που κατέστρεψε τη γεωργία μας», λέει ο Γεφτουσένκο. «Τώρα περνάμε την εποχή του εξαναγκαστικού καπιταλισμού. Πάντα κάνουμε τα πράγματα με το ζόρι, δεν ακολουθούμε τον δρόμο της βαθμιαίας εξέλιξης».
Ρωσία σλαβόφιλη και δυτική
Σε αντίθεση με τα αρνητικά του αισθήματα για τον Γέλτσιν, ο Γεφτουσένκο φαίνεται να συμπαθεί τον Βλαντιμίρ Πούτιν. «Μου άρεσε η απάντηση που έδωσε όταν τον ρώτησαν αν θα ήθελε να αναστήσει τη Σοβιετική Ενωση, αν τη νοσταλγεί. Είπε, «το να μην αισθάνεσαι νοσταλγία για τη Σοβιετική Ενωση σημαίνει πως δεν εχεις καρδιά, αλλά το να θέλεις να την αναστήσεις με το ζόρι σημαίνει πως δεν έχεις μυαλό». Κληρονόμησε μια δύσκολη κατάσταση από τον Γέλτσιν και έχει να αγωνιστεί εναντίον της νέας ολιγαρχίας και της εγκληματικότητας, αλλά και να δώσει λύση στο πρόβλημα της Τσετσενίας. O πόλεμος αυτός πρέπει να σταματήσει, πρέπει να διαπραγματευτούμε ακόμα και με ανθρώπους που απεχθανόμαστε. Εχω γράψει ένα ποίημα εναντίον αυτού του πολέμου και αρνήθηκα να παρασημοφορηθώ από τον Γέλτσιν φωνάζοντας ότι πρέπει να αποσυρθούμε. Στις εθνοτικές συγκρούσεις ποτέ δεν φταίει μόνον η μία πλευρά».
Οι σχέσεις των Ρώσων με το κράτος τους ήταν πάντα τραυματικές και τώρα η κατάσταση είναι τέτοια που πολύ δύσκολα μπορούν να μάθουν να το εμπιστεύονται. O Γεφτουσένκο πιστεύει πως αυτό είναι απαραίτητο να γίνει και δίνει επίσης μεγάλη σημασία στο ενδιαφέρον των νέων για την πολιτική. «Σήμερα είναι απαθείς απέναντι στις πολιτικές συγκρούσεις και αυτό είναι κακό», λέει. O ίδιος δεν έχει πάψει να οραματίζεται για την πατρίδα του. «Θα ήθελα μια Ρωσία όπως την περιέγραψε ο Πούσκιν: ταυτόχρονα σλαβόφιλη και δυτική. Αυτές οι δύο πραγματικότητες ανήκουν η μία στην άλλη. O Ζαχάροφ έλεγε ότι το μέλλον των Ρώσων είναι η σύγκλιση: το καλύτερο από τον σοσιαλισμό, χωρίς τα λάθη, τα εγκλήματα και τις αυταπάτες, και το καλύτερο από τον καπιταλισμό». Συνδυασμός με έντονο άρωμα ουτοπίας!

