Πού θα εστίαζε κανείς μία κριτική για την «Τόσκα» που παρουσίασε η Όπερα Θεσσαλονίκης στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στις 7 Δεκεμβρίου; Πιθανώς στον έμπειρο τρόπο με τον οποίο η διάσημη Ρουμάνα υψίφωνος Νέλι Μιριτσόγιου απέδωσε την ηρωίδα του τίτλου: η εξοικείωσή της ξεχώριζε από τον τρόπο με τον οποίο είχε επιμεληθεί τις λεπτομέρειες του ρόλου, τόσο καθοριστικές στην ανάδειξη της ιδιαίτερης γλώσσας του Πουτσίνι. Ισως, πάλι, στον τενόρο – έκπληξη της δεύτερης διανομής, τον νεαρό Ιταλό Κάρλο Μπαριτσέλι, τεχνικώς λιγότερο ασφαλή και δίχως τις εκλεπτύνσεις του Κιθ Ολσεν της πρεμιέρας, αλλά με εύηχη, μεστή λυρική φωνή που γέμιζε αβίαστα τον χώρο και ανθούσε στις ψηλές νότες: πραγματική πρόκληση για τη δική του Τόσκα, την αξιοπρεπή Πάολα Ρομάνο.
Την ισορροπία των δύο διανομών διατάρασσε μονάχα ο βαρύτονος Μιοντράγκ Γιοβάνοβιτς (β΄ διανομή), υποτονικός στον ρόλο του Σκάρπια. Αντίθετα, τα ερωτικο-σαδιστικά χαρακτηριστικά του διεφθαρμένου αρχηγού της αστυνομίας ανέδειξε θαυμάσια ο Αμερικανός Ρόμπερτ Χάιμαν (πρεμιέρα). Τέλος, θα μπορούσε να εστιάσει κανείς στη μουσική διεύθυνση του Ντέγιαν Σάβιτς, που καθοδήγησε την Ορχήστρα της Οπερας του Βουκουρεστίου, τη Χορωδία της Όπερας Θεσσαλονίκης και την Παιδική Χορωδία του Μουσικού Σχολείου Θεσσαλονίκης σεβόμενος τους τραγουδιστές αλλά όχι πάντα με το απαραίτητο νεύρο γι’ αυτή την όπερα-θρίλερ.
Επεξηγηματική προσέγγιση
Ομως, σημαντικότερο από τις μουσικές ποιότητες της παραγωγής υπήρξε το γεγονός ότι οι Θεσσαλονικείς ανακάλυψαν ένα ακόμα δημοφιλές έργο του ρεπερτορίου. Εχοντας απόλυτη συναίσθηση ότι στην πλειοψηφία τους οι θεατές παρακολουθούσαν με αγωνία την υπόθεση και ταυτίζονταν με τους ήρωες, η σκηνοθέτις Κ. Καρατζά και η σκηνογράφος Ι. Μανωλεδάκη προτίμησαν μία απολύτως κλασική και άκρως επεξηγηματική προσέγγιση, που επέτρεψε την αφομοίωση της όπερας σε πρωτογενές επίπεδο. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν εκτός πραγματικότητας.
Σε διάστημα δύο μηνών το κοινό της συμπρωτεύουσας υποδέχτηκε τρεις όπερες, γεμίζοντας τις αίθουσες κάθε βράδυ. Είναι η πρώτη χρονιά που η Οπερα Θεσσαλονίκης (μέχρι πρόσφατα Οπερα Δωματίου Θεσσαλονίκης) -η οποία ανήκει στο ΚΘΒΕ όπως άλλοτε η ΕΛΣ στο Εθνικό Θέατρο- απέκτησε δικό της προϋπολογισμό. Είναι όμως τόσο πενιχρός ώστε να μην της επιτρέπει τη σύσταση δικού της μελοδραματικού θιάσου ή ορχήστρας, που να δικαιολογεί το όνομά της. Αν κάτι θα μπορούσαν να αφήσουν ως κέρδος οργανισμοί όπως η Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα και η Πολιτιστική Ολυμπιάδα, αυτό δεν θα ήταν άραγε ένας θεσμός, όπως λ.χ. μία αυτόνομη Όπερα Θεσσαλονίκης, δηλαδή, επιτέλους, ένας δεύτερος, μόνιμος θίασος όπερας σε αυτή τη χώρα;

