Ω ς γνωστόν, στις 6 και στις 9 Αυγούστου 1945 οι ΗΠΑ έριξαν στις ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι δύο ατομικές βόμβες, μία ουρανίου και μία πλουτωνίου. Και στις δύο περιπτώσεις το μέγεθος της καταστροφής ξεπέρασε κάθε φαντασία. Στις 15 Αυγούστου, οι Ιάπωνες άκουσαν για πρώτη φορά τη φωνή του Αυτοκράτορα Χιροχίτο από το ραδιόφωνο να αναγγέλλει την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, ενώ ο φερόμενος ως «πατέρας της ατομικής βόμβας», δρ Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, είπε στον Αμερικανό πρόεδρο X. Τρούμαν: «Λερώσαμε τα χέρια μας με αίμα». Κι ο Τρούμαν του απάντησε: «Με λίγο νερό θα το ξεπλύνουμε». Ηταν η αυγή μιας νέας εποχής
Ξεπεράσαμε τα όρια
Τα πληρώματα των δύο B-29 που έριξαν το «Μικρό αγόρι» στη Χιροσίμα και τον «Χοντρό άντρα» στο Ναγκασάκι, παρότι είχαν ενημερωθεί γύρω από τη φύση του «νέου όπλου», δυσκολεύτηκαν πολύ να συνειδητοποιήσουν τι σήμαινε αυτό στην πράξη. Ενδεικτική είναι η δήλωση του λοχαγού Τζ. Πάρσονς, μέλους του πληρώματος του «Ενόλα Γκέι» στην αποστολή της Χιροσίμα: «Πόλεμος ή όχι, σκέφτηκα αμέσως ότι, αυτή τη φορά, είχαμε ξεπεράσει τα όρια που επιτρέπονται στον άνθρωπο. Ενιωσα σαν πολεμιστής όχι του εικοστού, αλλά του εικοστού πέμπτου αιώνα».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κυβερνήτης του «Μποκς Καρ», που έριξε την ατομική βόμβα στο Ναγκασάκι, Ταγματάρχης Κλοντ Εδερλι, αμέσως μετά τον πόλεμο άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία, εξαρτημένος από το αλκοόλ και με μία απόπειρα αυτοκτονίας στο ενεργητικό του. Λίγο αργότερα συνελήφθη για σειρά κλοπών, ενώ άρχισε να στέλνει χρήματα στον δήμαρχο της Χιροσίμα και ζήτησε να υιοθετήσει παιδιά που είχαν μείνει ορφανά εξαιτίας της βόμβας και να τα συντηρεί μέχρι να ενηλικιωθούν. Μάλιστα, συνέχισε να αλληλογραφεί με επιζώντες των δύο ατομικών εκρήξεων, ζητώντας τους συνεχώς να τον συγχωρέσουν. Σχετικά με τις ληστείες, ο Εδερλι δήλωσε: «Ηθελα να καταστρέψω την εικόνα του ήρωα πολέμου, το φάντασμα αυτό που επιτρέπει στην κοινωνία να μένει ήσυχη και ευχαριστημένη από τον εαυτό της».
Συνδημοσίευση
Το ακανθώδες αυτό ζήτημα γύρω από την απόφαση του Τρούμαν να ριφθεί η ατομική βόμβα στην Ιαπωνία απασχολεί τους συγγραφείς των δύο δοκιμίων που περιλαμβάνονται στο τομίδιο «Ηθικός πόλεμος. Ηθική εν πολέμω». Το πρώτο ανήκει στην καθηγήτρια, πρώην φοιτήτρια του Βίτγκενσταϊν, Ελίζαμπεθ Ανσκομπ, με τίτλο «Το βραβείο του κυρίου Τρούμαν», και γράφτηκε με αφορμή τη βράβευση του Τρούμαν από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (η βράβευση του Χένρι Κίσινγκερ με το Νόμπελ Ειρήνης, κάμποσες δεκαετίες αργότερα, ήταν ακόμα πιο σκανδαλώδης!).
Το δεύτερο ανήκει στον σημαντικό ηθικό φιλόσοφο Τόμας Νέιγκελ, και τιτλοφορείται: «Πόλεμος και σφαγή». Εδώ αφορμή είναι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στο Βιετνάμ, ωστόσο ο Νέιγκελ θεμελιώνει τη συλλογιστική του πάνω στο δοκίμιο της E. Ανσκομπ. Τα δύο κείμενα χωρίζει πάνω από μία δεκαετία, αλλά όπως τονίζει ο Κωστής Κωβαίος στο εξαιρετικό προλογικό του σημείωμα, «Το δοκίμιο του Νέιγκελ είναι υπόδειγμα λιτού, σαφούς και διεισδυτικού φιλοσοφικού ύφους και είναι τόσο οργανικά δεμένο με την επιχειρηματολογία της Ανσκομπ, ώστε η συνδημοσίευσή τους να φαίνεται η πιο ορθή επιλογή».
Αμείλικτα ερωτήματα
Γιατί δεν προειδοποίησε ο Τρούμαν τους Ιάπωνες; Γιατί δεν έριξε τη βόμβα σε ένα σημείο μακριά από άμαχο πληθυσμό, για παραδειγματισμό; Γιατί επέλεξε δύο από τις πολυπληθέστερες πόλεις της «χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου»; Γιατί αγνόησε τις αντιδράσεις των επιστημόνων που συνέβαλαν στην κατασκευή του ατομικού όπλου; Ήταν οι ατομικές ρίψεις στην Ιαπωνία ένα πρελούδιο για τον Ψυχρό Πόλεμο που θ’ ακολουθούσε, με την έννοια ότι ο Τρούμαν ήθελε να τρομοκρατήσει και τους Σοβιετικούς;
Οι Ανσκομπ και Νέιγκελ, άμεσα η πρώτη, εμμέσως ο δεύτερος, δοκιμάζουν να δώσουν μερικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά μέσα από το πρίσμα της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Πραγματεύονται την έννοια του ηθικού πολέμου, ισχυριζόμενοι ότι μπορεί ο πόλεμος ως φαινόμενο να μην είναι ηθικά επιλήψιμος, ωστόσο, κάποιοι πόλεμοι και μεμονωμένες πολεμικές επιχειρήσεις ανήκουν στις ανήθικες πράξεις.
Βέβαια, και οι δύο συγγραφείς καταδικάζουν απερίφραστα την απόφαση του Τρούμαν, λαμβάνουν όμως υπόψη τους τα δεδομένα που ίσχυαν την εποχή εκείνη. Το 1996, ο Σαμπούρο Σακάι, ο κορυφαίος Ιάπωνας πιλότος του B΄ Π.Π., δήλωνε: «Αν η Ιαπωνία κατείχε την ατομική βόμβα και με διέταζαν να τη ρίξω στο Σαν Φρανσίσκο, θα το έκανα χωρίς κανένα δισταγμό. Εκείνη την εποχή κανένας δεν γνώριζε τις φοβερές επιπτώσεις του νέου όπλου. Ούτε υπήρχε διεθνής συμφωνία που απαγόρευε τη χρήση της».
Η σημασία των δύο αυτών κειμένων δεν βρίσκεται στον πολεμικό τους χαρακτήρα (έχουμε χορτάσει από τέτοιες άναρθρες αντιπολεμικές φωνές) αλλά, όπως σημειώνει και ο K. Κωβαίος, στο ότι πρόκειται για «συγκροτημένα επιχειρήματα που αποκαλύπτουν και αποδεικνύουν χωρίς λογικά κενά την παντελή έλλειψη ηθικών ερεισμάτων στις πράξεις και αποφάσεις των σημερινών και αλλοτινών πολεμάρχων». Σε κάθε περίπτωση, η αξία των δύο αυτών κειμένων είναι όχι μόνο διαχρονική αλλά και επίκαιρη, μετά τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ, στο Κόσοβο και τώρα στο Αφγανιστάν.

