Είναι μια από τις τελευταίες ηθοποιούς του Χόλιγουντ που κέρδισαν τον τίτλο της ντίβας με τη λαμπερή της παρουσία στο σινεμά και εξακολουθεί να τον διατηρεί παρά τις συχνά αλλοπρόσαλλες επιλογές της. Η Φέι Ντάναγουεϊ, μια από τις ωραιότερες γυναίκες που πέρασαν από τη μεγάλη οθόνη, έρχεται στη Θεσσαλονίκη στις 8 Νοεμβρίου και θα μείνει μέχρι τις 11 του μήνα προσκεκλημένη του 42ου Φεστιβάλ, για την ειδική προβολή της ταινίας του Τζέρι Σάτσμπεργκ «Η κρυφή ζωή ενός μανεκέν» (10/11), στην οποία θα παραστεί. Στην ίδια εκδήλωση θα προβληθεί και η μοναδική της σκηνοθετική δουλειά, η μικρού μήκους ταινία «Yellow bird», που βασίζεται σε ένα θεατρικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς.
Αξιοσέβαστη προσωπικότητα
Η Φέι Ντάναγουεϊ ή Μις Φέι, όπως την αποκαλούν οι θαυμαστές της, έπαιξε ορισμένους από τους πιο αξιόλογους γυναικείους ρόλους στις αμερικανικές ταινίες του ’60 και του ’70, όπως το «Μπόνι και Κλάιντ», η «Υπόθεση Τόμας Κράουν», ο «Συμβιβασμός», η «Τσάιναταουν», το «Μεγάλο ανθρωπάκι», οι «Εξι μέρες του Κόνδορα», το «Δίκτυο» (για το οποίο κέρδισε Οσκαρ), το «Ταξίδι των καταραμένων», τα «Μάτια της Λόρα Μαρς». Στη δεκαετία του ’80 τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελε, καθώς έπαιξε σε πολλές ταινίες που έμοιαζαν φτιαγμένες για να καταδικάσουν την καριέρα της. Το «Mommy dearest», στο οποίο υποδυόταν την Τζόαν Κρόφορντ, αναφέρεται και σήμερα σαν ένα από τα χειρότερα παραδείγματα κινηματογραφικής βιογραφίας, ενώ τηλεταινίες σαν τη «Μαντάμ του Μπέβερλι Χιλς» απλώς επιβεβαίωσαν τη λανθασμένη κατεύθυνση που είχε πάρει. Παρ’ ότι δεν κατάφερε να επανέλθει στην ομάδα των περιζήτητων ηθοποιών, θεωρείται μια από τις πιο γοητευτικές σταρ και στις κοινωνικές εκδηλώσεις της κινηματογραφικής βιομηχανίας αντιμετωπίζεται σαν μια από τις πλέον αξιοσέβαστες προσωπικότητες.
Η 60χρονη σήμερα Φέι Ντάναγουεϊ, που γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη της Φλόριντα, από την αρχή σχεδόν της καριέρας της θεωρήθηκε δύσκολη στη συνεργασία. Συνεργάτες της στο «Μπόνι και Κλάιντ» θυμούνται τις συνεχείς αντιρρήσεις της, ενώ στα γυρίσματα της «Τσάιναταουν» τσακωνόταν συνεχώς με τον Ρομάν Πολάνσκι, επειδή δεν φαίνονταν οι γάμπες της, με τις οποίες έχει εμμονή. Η ενδυματολόγος Αϊρίν Σάραφ είχε πει για τη Ντάναγουεϊ: «Ναι, μπορείτε να μπείτε στο καμαρίνι της, αλλά πρώτα πρέπει να ρίξετε ένα κομμάτι κρέας για να της αποσπάσετε την προσοχή». Οταν προσπάθησε να κάνει μια μεγάλη επιστροφή μέσω της θεατρικής σκηνής, παίζοντας στο μιούζικαλ «Sunset Boulevard», μήνυσε τον Αντριου Λόιντ Ουέμπερ, ζητώντας έξι εκατομμύρια δολάρια, επειδή είπε ότι η φωνή της δεν ήταν επαρκής. Εχασε. Επαιξε ωστόσο με επιτυχία στο «Masterclass» του Τέρενς Μακ Νάλι, ερμηνεύοντας τη Μαρία Κάλλας και ελπίζει να επαναλάβει τον ρόλο και στον κινηματογράφο. Η ίδια επιμένει ότι η εικόνα της δύστροπης σταρ πλάστηκε από τους άλλους. «Η περσόνα της απρόσιτης δημιουργήθηκε από άλλους», έχει πει, ενώ δίνει τη δική της εξήγηση για τον ορισμό της ντίβας. «Αν η ντίβα είναι μια δυνατή γυναίκα, είμαι κι εγώ. Αν είναι κάποια που έχει παράλογες απαιτήσεις ή θέλει να την παραχαϊδεύουν, ποτέ δεν ήμουν έτσι». Οσο για τα σκαμπανεβάσματα της καριέρας της, δείχνει να τα αντιμετωπίζει με μια ψύχραιμη φιλοσοφία. «Εχω κερδίσει ένα Οσκαρ. Η δουλειά μου είναι καλή και νιώθω διάφανη. Ολοι κάνουν άσχημα βήματα στη ζωή τους. Αυτό που έχει σημασία είναι να υπάρχεις και να μην αφήνεις τα πράγματα στην τύχη».
-Βραβείο μαρτυρίας στον Δημήτρη Σταμέλο για το βιβλίο του «Νικηταράς» («Εστία»). Το βιβλίο του Δημήτρη Σταμέλου υπερψηφίστηκε έναντι εκείνων του Κώστα Μαυρουδή και της Νικόλ Ρούσσου.

