Τα πρώτα είκοσι λεπτά ήταν μία μπασκετική φαντασίωση. Αυτό που οι νέοι αποκαλούν «μπάσκετ από βιντεοπαιχνίδι». Τα δεύτερα είκοσι ήταν μία απρόσμενη – όχι πάντως πρωτόγνωρη – «κατάρρευση» που ψάχνει ακόμη αίτια ή/και δικαιολογίες. Η ουσία είναι πως το αποτέλεσμα (θετικό ή αρνητικό) δεν είναι ακριβώς ανούσιο, ωστόσο παραδοσιακά, σε αυτές τις ηλικίες, λέει πολλά και συνάμα δεν λέει και τίποτε. Τα συνολικά σαράντα λεπτά του προημιτελικού του Ευρωμπάσκετ Κ18 μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας, όμως, ήταν η διαχρονική έλξη του Ελληνα με το ακραίο. Στο πρώτο ημίχρονο, όταν οι διεθνείς προηγήθηκαν ακόμη και με 29 π. διαφορά (πριν από το +22 της ανάπαυλας), τα πρόωρα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και από κάποιους που δεν είχαν ιδέα για τη διοργάνωση, ήταν γεμάτα «φουστανέλα».
Η «ελληνική ψυχή» είχε κερδίσει τον ισπανικό «τεχνοκρατισμό» και κυρίως την ιβηρική αλαζονεία. Οι ίδιοι παίκτες – θυμίζουμε, παιδιά 18 ετών – που είχαν φτάσει ένα βήμα από την τετράδα, ηττήθηκαν στο φινάλε και οι «φουστανέλες» έγιναν ξαφνικά μία στοχοποίηση και «κατηγορώ». Θύμιζαν εξαιρετικά τον τύπο στην εξέδρα της ταινίας «Η Ρένα είναι οφσάιντ», που αποθεώνει ως «Καραϊσκάκη» τον παίκτη στην ντρίμπλα και στο λάθος τον αποκαλεί «χαραμοφάη» και «κρέας»! Από την απίθανα μεγαλομανή «ελληνική ψυχή» (κάποτε ο κόουτς Μπαρτζώκας μού είχε πει, «λες και οι αντίπαλοι δεν έχουν ψυχή»), στην απορία για τον… ψυχισμό του απαιτητικού οπαδού.
Οχι, οι 18χρονοι διεθνείς δεν θέλουν κανάκεμα. Δεν επιδιώκουν το άλλοθι της ηλικίας, έστω κι αν συχνά ορισμένοι εξ αυτών «ξεφεύγουν» από μόνοι τους. Ολα αυτά τα παιδιά οφείλουν μεν να αποδέχονται την κριτική, αλλά η άλλη πλευρά αδυνατεί ή είναι απρόθυμη να ξεχωρίζει την υπερβολικά συναισθηματική κριτική από την ουσία.
Από το «νέος Σπανούλης» στο «λίγος»
Τα παιδιά σε κάθε σπορ συνήθως μεγαλώνουν με πόστερ των ινδαλμάτων τους στους τοίχους των δωματίων τους. Κάποια, λίγα, έχουν στο μέλλον την τύχη να αντιμετωπίσουν ή να είναι συμπαίκτες με τα είδωλά τους. Στο μεσοδιάστημα, κάποια παιδιά πορεύονται με «ταμπέλες» δίχως αξία και ουσία. Αυτό το «νέος Σπανούλης» ή «νέος Διαμαντίδης» κάνει μόνο για τίτλους εφημερίδων ή ιστοσελίδων. Ή για αναρτήσεις ατζέντηδων στα social media. Τα ίδια πιτσιρίκια, ξαφνικά, βρίσκονται στη «φούσκα» του «όλα κρίνονται στο παρκέ» και σε μία «βαριά» ήττα όπως αυτή της περασμένης Πέμπτης (30/7) από την Ισπανία μεταφέρονται στο άλλο άκρο. Γίνονται «λίγοι» που «δεν έχουν την ψυχική αντοχή ή τη γνώση των βασικών των Ισπανών». Λίγοι κατανοούν ότι αυτοί οι παίκτες πονούν περισσότερο για την ήττα από μία χούφτα απαιτητικών οπαδών μπροστά από ένα πληκτρολόγιο ή οθόνη κινητού.
Η αλλαγή διάθεσης του κοινού σε μόλις είκοσι αγωνιστικά ενός αγώνα μπάσκετ «σπρώχνει» την κατάσταση μακριά από άλλα, (πιο) πραγματικά ερωτήματα. Η αληθινή απορία μάλλον θα έπρεπε να είναι, αρχικά, γιατί να κρίνονται οι νεαροί παίκτες για ένα αποτέλεσμα. Η πρώτη, τρίτη, πέμπτη θέση σε ένα τουρνουά ηλικίας Κ18 είναι μόνο δική τους υπόθεση. Το μέλλον δεν εξαρτάται από αυτό. Η «follow-up», που λένε και οι νεότεροι, ερώτηση, είναι γιατί το ελληνικό μπάσκετ, ενώ δείχνει να βρίσκει μπόλικα παιδιά με ταλέντο σε αυτές τις ηλικίες, εμφανίζει τα ίδια προβλήματα στην ανάπτυξή τους. Γιατί, εκτός από ντρίμπλα, πάσα, σουτ, δεν φαίνεται να μαθαίνουν το ίδιο καλά τη διαχείριση της πίεσης και, όπως είναι το κύριο ζητούμενο των αναπτυξιακών διοργανώσεων, την ομαλή μετάβαση από τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ηλικιακή κατηγορία τους σε αντίστοιχους ή πιο συμπληρωματικούς ρόλους στο επόμενο επίπεδο.
Ο συνδυασμός αιτιών και το (βολεμένο;) ελληνικό διαβατήριο
Η παραπάνω διαδικασία δεν απαιτεί απλώς ταλέντο ή προσωπικότητα. Θέλει και χρόνο και, κυρίως, βοήθεια από εξωτερικούς παράγοντες. Από τους προπονητές και τους παράγοντες στο γήπεδο ώς τους γονείς στο σπίτι. Τα νέα παιδιά δεν έχουν ανάγκη ούτε από «μπαμπάδες Ντόντσιτς» – που πιστεύουν πως το παιδί τους είναι ο «νέος Ντόντσιτς» – ούτε από υπερβολική αποθέωση στη νίκη ή ακραία κριτική στην ήττα. Η κατάσταση επιτάσσει μελετημένη βοήθεια, δίκαιη αξιολόγηση και μετάδοση εμπειρίας, η οποία είναι εύλογα μικρή στην εφηβεία και, όπως λένε στα σπορ, «δεν αγοράζεται στο σούπερ μάρκετ». Λίγη αυτοκριτική, επίσης, δεν βλάπτει, για την αποφυγή της επανάληψης των ίδιων λαθών.
Η Εθνική Εφήβων έχασε την ευκαιρία για μετάλλιο και μπήκε στο γκρουπ των θέσεων 5-8. Οπως πέμπτη τερμάτισε προ ημερών και η Εθνική Νέων στο Ευρωμπάσκετ Κ20. Μικρή επανάληψη. Οι νίκες, οι ήττες, τα μετάλλια, η κατάταξη, μικρή σημασία έχει σε αυτές τις ηλικίες, ειδικά για όλους εμάς τους τρίτους, τους ουδέτερους παρατηρητές. Στην «κασέτα» του «δεν υπάρχουν καλοί παίκτες να έρχονται από πίσω», οι ελληνικές ομάδες απαντούν τα τελευταία χρόνια με δύο μετάλλια Κ20, σε διοργανώσεις που κάθε επιτυχία δεν είναι δεδομένη. Η έκδηλη ανησυχία για την επόμενη μέρα ακόμη και της Εθνικής Ανδρών που πέρσι κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ είναι μόνιμη.
JUST CHATZILAMPROU THINGS 🥵#U18EuroBasket x @HellenicBF pic.twitter.com/AsQviGyeLh
— FIBA EuroBasket (@EuroBasket) July 30, 2026
Από την άλλη, τόσο στη νίκη που θα συνοδευόταν από μία επίσκεψη στο Προεδρικό Μέγαρο και μερικές πόζες με πολιτικούς όσο και στην ήττα, οι προτροπές είναι ίδιες: «Δώστε ευκαιρίες στα νέα παιδιά» και «μειώστε τους ξένους». Εδώ έρχεται η ατομική ευθύνη των ίδιων των παικτών. Συχνά, σε ένα μετάλλιο με τις «μικρές» Εθνικές, επαναπαύονται και πιστεύουν ότι η συνέχεια «τους ανήκει», με την έννοια πως τους τη χρωστά το ίδιο το ελληνικό μπάσκετ. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι σπουδαίοι παίκτες θα σας πουν πως «κάθε μέρα αποδεικνύεις και κάτι». Δεν εφησυχάζουν, δεν θεωρούν ότι δικαιούνται κάτι. Σε τι οφείλεται αυτή η προσέγγιση των νέων; Μοιάζει μεγάλη κουβέντα, όμως συμπυκνώνεται σε μερικά ερωτήματα που χρήζουν απάντησης. Ευθύνεται το ίδιο το περιβάλλον του ελληνικού μπάσκετ. Φταίνε οι παίκτες ή τα μυαλά τους παίρνουν αέρα από (πιο) φιλόδοξους γονείς ή βιαστικούς ατζέντηδες που στέλνουν τα παιδιά στην αγκαλιά του… παιδομαζώματος των μεγάλων ομάδων, με κριτήριο τα χρήματα και όχι τις ευκαιρίες να παίζουν;
Εδώ και χρόνια, πάντως, εκτός από τη μουρμούρα για την ανάδειξη νέων ταλέντων, εξακολουθεί και η εύκολη ανάγνωση και κριτική για τα περίφημα «ελληνικά διαβατήρια». Για την ώρα, φέτος, αρμόδιοι φορείς με μπροστάρη τον ΠΣΑΚ, τον σύνδεσμο των παικτών, αρνούνται πεισματικά την αύξηση των ξένων παικτών στην GBL από έξι σε επτά ή και οκτώ. Πέρσι πέρασε το 6+2, ώστε να είναι δηλωμένοι οκτώ και να επιλέγονται έξι, χωρίς οι ομάδες να «καίνε» τις περιορισμένες αλλαγές τους. Μονάχα που ακόμη και όσοι διαφωνούν με αυτό, κατηγορούν τους Ελληνες ως «βολεμένους» και χωρίς διάθεση για βελτίωση και εξέλιξη. Η φερόμενη πρόταση να περάσουν οι οκτώ ξένοι, αλλά να επιτάσσεται η παρουσία δύο Ελλήνων σε κάθε πεντάδα στο παρκέ θα περιέπλεκε την κατάσταση, όπως μάλλον έκανε και στην Τουρκία.
Προσωρινά, το γενικότερο περιβάλλον δεν είναι μεν προβληματικό, όμως δεν δείχνει να ξέρει ούτε το ίδιο ποια είναι η κύρια στόχευσή του, ποιο είναι το επιθυμητό ή το κατάλληλο πλάνο. Ως τότε, θα πανηγυρίζει με «φουστανέλες» ένα μετάλλιο 18χρονων ή θα τους κατηγορεί ως «λίγους» ή ψυχικά ανέτοιμους όταν «πετούν» μία διαφορά 29 πόντων. Με επίσης συνοδεία άγνοιας για τον προορισμό τους.
