Η σύγκριση είναι μία από τις αγαπημένες συνήθειες στον αθλητισμό. Ο Λιονέλ Μέσι ζει συνεχώς στη σκιά της σύγκρισής του με τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, τον οποίο έχει ξεπεράσει κατά πολύ βάσει τίτλων, ο πρόωρα χαμένος Κόμπε Μπράιαντ άκουγε συνεχώς ότι «έπρεπε» να γίνει ο νέος Μάικλ Τζόρνταν (ο «Air», όμως, είναι μια κατηγορία μόνος του), ο Μάικ Τάισον πλήρωσε ακριβά την (ατυχή) σύγκρισή του με τον Μοχάμεντ Αλι.
Στην Κροατία, μια χώρα που μετά βίας φτάνει στα τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους, αλλά βγάζει τους ταλαντούχους αθλητές σαν να είναι… μανιτάρια, ο Λόβρο Μάγιερ μεγάλωσε με το διαρκές βάρος της σύγκρισης με έναν ποδοσφαιριστή-φαινόμενο που συνεχίζει να κοσμεί με την παρουσία του τα γήπεδα του κόσμου, παρότι έχει μπει αισίως στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του.
Με τον Λούκα Μόντριτς έχουν μοιραστεί 26 παιχνίδια και 994 λεπτά ως συμπαίκτες στην εθνική ομάδα της Κροατίας, με την οποία ο 40χρονος κεντρικός μέσος (41 στις 9 Σεπτεμβρίου) έχει καταγράψει αισίως 202 συμμετοχές, χωρίς προς το παρόν να έχει ανακοινώσει πιθανή αποχώρηση, ειδικά δε από τη στιγμή που ανέλαβε ο Σλάβεν Μπίλιτς.
Ακόμα, πάντως, και αν ο χαρισματικός ποδοσφαιριστής από το Ζαντάρ αποφασίσει πως ήρθε η ώρα του εθνικού «αντίο», κανένας στην Κροατία δεν περιμένει ότι θα τον διαδεχθεί ο 28χρονος μεσοεπιθετικός από το Ζάγκρεμπ που θα φοράει πλέον την κίτρινη φανέλα της ΑΕΚ. Ε και;
Ο Μάγιερ δεν έδειξε ποτέ να ενοχλείται από αυτή τη σύγκριση, η οποία πρόκυπτε από το στυλ παιχνιδιού, την τεχνική κατάρτιση, την ακρίβεια στις μεταβιβάσεις, τα ίδια αρχικά (L.M.), την ξανθιά χαίτη και την αδυναμία στη φανέλα με το «10», την οποία αμφότεροι τίμησαν σε πολλές από τις ομάδες στις οποίες αγωνίστηκαν.
Μιλώντας γι’ αυτή τη σύγκριση, μάλιστα, είχε πει ότι νιώθει πως βρίσκεται στον σωστό δρόμο για να βαδίσει στα χνάρια του Μόντριτς, αν και ο βασικός στόχος του ήταν «να φτάσω στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο». Και αυτό, έστω και χωρίς την προσδοκώμενη διάρκεια, το πέτυχε.
Οι μεταγραφές του, από την Ντινάμο Ζάγκρεμπ στη Ρεν (12 εκατ. ευρώ) και από αυτήν στη Βόλφσμπουργκ (25 εκατ.), έφτασαν στα 37 εκατ. και θα ξεπεράσουν τα 40 εκατ. με τα 6 εκατ. που αναμένεται να δώσει η ΑΕΚ για να ολοκληρώσει την πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία της.
Στις «νυφίτσες» της Ρεν έφτασε να συμπεριληφθεί στην κορυφαία ενδεκάδα της γαλλικής Ligue 1 στην πρώτη σεζόν του και στους «λύκους» της Βόλφσμπουργκ ξεδίπλωσε την ικανότητά του να αγωνίζεται σε όλες τις θέσεις της μεσαίας γραμμής, ακόμα και στα άκρα, όπου έπαιξε πρωτίστως στην εθνική ομάδα (δεξί εσωτερικό χαφ για να συγκλίνει προς τα μέσα), προκειμένου να χωρέσει στην ενδεκάδα μαζί με τον Μόντριτς.
«Είναι ο απόλυτος επαγγελματίας. Είναι ο πρώτος που έρχεται και ο τελευταίος που φεύγει. Απολαμβάνει την προπονητική» ήταν η πρώτη, πολύ καλή και εύστοχη διαπίστωση του πρώτου προπονητή του στη γερμανική ομάδα, Ραλφ Χάσενχιτλ, για έναν παίκτη που διαβάζει βιβλία ψυχολογίας και αυτοβελτίωσης και λατρεύει να μαθαίνει συνεχώς, μέσα και έξω από το γήπεδο.
Ο υποβιβασμός της γερμανικής ομάδας μετά από 30 χρόνια άνοιξε διάπλατα τον δρόμο της εξόδου για τον αριστεροπόδαρο Μάγιερ (το καλό πόδι του Μόντριτς είναι το δεξί), ο οποίος από μικρός ήθελε να γίνει δημιουργικός μέσος, έστω και αν το «δεκάρι» με την κλασική έννοια του όρου έχει χαθεί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Ο ίδιος, πάντως, αγαπάει ιδιαιτέρως αυτόν τον ρόλο, καθώς και να φοράει τη φανέλα με το «10», αφού δεν ξεχνάει ότι η πρώτη φανέλα που του έκαναν δώρο ήταν αυτή του Ροναλντίνιο. «Με κάνει να νιώθω ότι είμαι απόλυτα ο εαυτός μου. Το «10» είναι ένας ξεχωριστός αριθμός στο ποδόσφαιρο και το φορούσαν οι σπουδαίοι δημιουργικοί μέσοι» εξηγεί για έναν αριθμό που στην ΑΕΚ αυτή τη στιγμή είναι καπαρωμένος από τον Ολεξάντρ Ζουμπκόφ.
Παιδί της κορυφαίας ακαδημίας της χώρας, αυτής της Ντινάμο Ζάγκρεμπ (έχει γίνει viral μια φωτογραφία του ως λιλιπούτειος συνοδός του Μόντριτς κατά την είσοδο της ομάδας στο γήπεδο), έγινε επαγγελματίας στη συμπολίτισσα Λοκομοτίβα επιστρέφοντας μέσω αυτής στην κορυφαία ομάδα της Κροατίας, αντί μάλιστα 2,5 εκατ. ευρώ.
Στο ξεκίνημά του στην Ντινάμο έζησε στη σκιά του νυν παγκόσμιου πρωταθλητή με την Ισπανία, Ντάνι Ολμο, πληρώνοντας και έναν τραυματισμό στον αστράγαλο που τον άφησε εκτός από σχεδόν όλη την πρώτη σεζόν του και τον υποχρέωσε να περάσει τις πόρτες του χειρουργείου.
Οταν ο Ντάνι άφησε την Ντινάμο για τη Λειψία, ο Μάγιερ έκανε το οριστικό «μπαμ» του και άρχισε να φτιάχνει το ποδοσφαιρικό όνομά του, το οποίο τον έφερε στη Γαλλία και στη Γερμανία, σε ένα μονοπάτι με πολλές καλές στιγμές, αλλά και άσχημες, αυτές κυρίως εξαιτίας τραυματισμών που περιόρισαν τη δράση του.
Ειδικά την προπερασμένη σεζόν έμεινε 218 ημέρες εκτός γηπέδων λόγω τραυματισμού στον αστράγαλο και μυϊκού προβλήματος στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να χάσει 35 παιχνίδια με τη Βόλφσμπουργ και την εθνική ομάδα. Και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησε τη σεζόν με δύο γκολ κόντρα στην… Μπάγερν Μονάχου!
Η κάκιστη περυσινή σεζόν της ομάδας του παρέσυρε και τον ίδιο, με αποτέλεσμα να μείνει εκτός της μουντιαλικής αποστολής για τα αμερικανικά γήπεδα, ύστερα από τη συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ.
Εκεί, μάλιστα, ήταν πολύτιμος στην πορεία των Λεπίδων μέχρι την τρίτη θέση. Συνοδοιπόρος σε αυτή τη διαδρομή ο καλύτερος φίλος του στην εθνική ομάδα, ο αμυντικός της Μάντσεστερ Σίτι, Γιόσκο Γκβάρντιολ.
Δεν έκανε (προς το παρόν τουλάχιστον) πραγματικότητα το όνειρό του να αγωνιστεί στην ισπανική La Liga, αλλά στα 28 χρόνια του είναι πλήρως ενεργός και, μέσω της ΑΕΚ, φιλοδοξεί να κερδίσει ξανά τη θέση του στην εθνική ομάδα. Και, ποιος ξέρει, ίσως στο μέλλον τολμήσει να ζητήσει τη φανέλα με το «10», η οποία τώρα ανήκει δικαιωματικά στον μικρό γίγαντα ονόματι Λούκα Μόντριτς.
«Είναι κάτι ξεχωριστό και φαντάζει πολύ δύσκολο κάποιος να τον αντικαταστήσει ποτέ. Βλέπω αυτές τις συγκρίσεις, όμως, ως ένα θετικό φως και επιπλέον κίνητρο και όχι ως πίεση» ξεκαθαρίζει ο ποδοσφαιριστής που δεν έγινε ο επόμενος Μόντριτς γιατί, απλούστατα, είναι ο Λόβρο Μάγιερ.
