Ούτε ένας ούτε δύο, αλλά 16 (!) προπονητές αποχώρησαν από εθνικές ομάδες που πήραν μέρος στο 23ο Παγκόσμιο Κύπελλο, είτε γιατί απολύθηκαν είτε επειδή παραιτήθηκαν είτε απλώς γιατί σταμάτησαν την προπονητική ή έληξε το συμβόλαιό τους.
Ολος ο πρώτος όμιλος με Μεξικό (Χαβιέρ Αγκίρε), Νότια Αφρική (Ούγκο Μπρόος), Νότια Κορέα (Χονγκ Μιουνγκ Μπο) και Τσεχία (Μίροσλαβ Κούμπεκ), αλλά και οι Αϊτή (Σεμπαστιάν Μινιέ), Σκωτία (Στιβ Κλαρκ), Ισημερινός (Σεμπαστιάν Μπεκατσέτσε), Τυνησία (Σαμπρί Λαμουσί και στη συνέχεια Ερβέ Ρενάρ) και Σενεγάλη (Πάπε Τιό).
Από τα «βαριά» χαρτιά του Μουντιάλ, αλλαγή προπονητή σημειώνεται σε Γερμανία (Γιούλιαν Νάγκελσμαν), Ολλανδία (Ρόναλντ Κούμαν), Βέλγιο (Ρουντί Γκαρσιά), Ουρουγουάη (Μαρσέλο Μπιέλσα), Γαλλία (Ντιντιέ Ντεσάν), Πορτογαλία (Ρομπέρτο Μαρτίνεθ) και Κροατία (Ζλάτκο Ντάλιτς).
Σήμερα (24/07), η γερμανική ομοσπονδία παρουσίασε τον Γιούργκεν Κλοπ σε αναζήτηση μιας επόμενης, καλύτερης μέρας, ενώ ο Πεπ Γκουαρδιόλα φέρεται να ζήτησε είκοσι εκα. ευρώ ετησίως από τον τεχνικό διευθυντή Πάολο Μαλντίνι για να αναλάβει την (απούσα από τις τελευταίες τρεις διοργανώσεις) εθνική Ιταλίας, τα διπλάσια δηλαδή από το μπάτζετ που προβλέπει η ομοσπονδία της χώρας για τη θέση του εκλέκτορα.
Τα δεκαπλάσια, όμως, και από τον μισθό του προπονητή που μέσα σε μια τετραετία οδήγησε την Ισπανία στην κατάκτηση του Nations League, του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και, πριν από λίγες ημέρες, του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Βάσει αποδοχών, ο Λουίς ντε λα Φουέντε Καστίγιο ήταν εκτός του Top-10 των πιο ακριβοπληρωμένων προπονητών του Μουντιάλ. Αυτό, βεβαίως, ελάχιστα απασχολεί τον τεχνικό από το Aρο, την πόλη της Λα Ριόχα που ήταν η πρώτη στην Ισπανία που απέκτησε ηλεκτρικό φωτισμό στους δρόμους της.
Το δικό του «φως» ήταν πάντα το ποδόσφαιρο, με το οποίο ασχολήθηκε από πιτσιρικάς στα τμήματα υποδομής της Αθλέτικ Μπιλμπάο, με την οποία έγινε επαγγελματίας, διαγράφοντας μια αξιοπρεπέστατη καριέρα στα «λιοντάρια», στη Σεβίλλη και στην Αλαβές, φτάνοντας και στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας.
Οταν μεγάλωσε και από τη στιγμή που δημιούργησε οικογένεια, όμως, το «φως» του είναι η Τσάρο, την οποία γνώρισε όταν ήταν ποδοσφαιριστής στη Σεβίλλη και είναι μαζί σαράντα χρόνια, έχοντας τρία παιδιά (δύο αγόρια και ένα κορίτσι).
Από τη στιγμή που έγινε οικογενειάρχης, ο Ντε λα Φουέντε έθεσε ως προτεραιότητα να τους προσφέρει μια όσο το δυνατόν καλύτερη ζωή. Για 18 μήνες, όμως, ζορίστηκε ιδιαιτέρως σε αυτή την προσπάθεια, αφού ήταν άνεργος και δεν ήξερε τι του επιφύλασσε η επόμενη μέρα.
Τον Οκτώβριο του 2011, απολύθηκε από την Αλαβές, την πρώτη σημαντική ομάδα της προπονητικής του καριέρας (παρότι τότε έπαιζε στην τρίτη κατηγορία), η οποία είχε εξελιχθεί μέχρι τότε σε άσημες ομάδες (Πορτουγαλέτε, Αουρερά) και στα τμήματα υποδομής της Σεβίλλης και της Αθλέτικ Μπιλμπάο, το επί της ουσίας δεύτερο σπίτι του.

Εκείνοι οι 18 μήνες ανεργίας ήταν σκληροί, αλλά ταυτόχρονα και παραγωγικοί. Παρότι ήταν ήδη 50 ετών, ο Λουίς συνέχισε να μορφώνεται ποδοσφαιρικά, επισκέφτηκε διάφορους συλλόγους για να μάθει νέες μεθόδους προπονητικής και έκανε μαθήματα αγγλικών για παν ενδεχόμενο.
Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Η ζωή είναι μια καθημερινή προπόνηση» παραδέχεται ότι εκείνη την εποχή ένιωσε να βυθίζεται σε ένα πηγάδι, από το οποίο φοβήθηκε ότι δεν θα έβγαινε ποτέ.
Βαθιά θρησκευόμενος, δεν έχασε ποτέ την πίστη του στον Θεό, αλλά, κυρίως, στον εαυτό του. Πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη, διάβασε στην εφημερίδα ότι ο Χινές Μελέντεθ, συντονιστής των τμημάτων υποδομής της ισπανικής ομοσπονδίας, έψαχνε προπονητή για την Κ19 των «φούριας ρόχας».
Εκανε πρόταση στον Φερνάντο Μοριέντες, αλλά ο άλλοτε σπουδαίος επιθετικός των Ρεάλ Μαδρίτης, Λίβερπουλ και Μονακό προτίμησε να παραμείνει στα τμήματα υποδομής της «βασίλισσας».
Ο Ντε λα Φουέντε ήρθε σε επαφή με τον άλλοτε συμπαίκτη του στην Αθλέτικ, καλό του φίλο και μέντορά του, Ινιάκι Σάεθ (προπονητής της Ισπανίας στο αξέχαστο Euro2004), και ο «ποδοσφαιρικός πατέρας» του, όπως τον αποκαλεί, τον έφερε σε επαφή με τον Χινές και, κάπως έτσι, το νερό μπήκε στο αυλάκι.
Αρχικά, η ομοσπονδία του πρόσφερε συμβόλαιο για μόλις τρεις μήνες. Οι τρεις μήνες έχουν γίνει αισίως… 158 και, παρότι ο Λουίς είναι πλέον 65 ετών, το κοντέρ θα σταματήσει όταν εκείνος το αποφασίσει. Το έχει κερδίσει, άλλωστε, με το σπαθί του.
Πάντα με την ποδοσφαιρική φιλοσοφία που ταιριάζει πλέον στους Ισπανούς, την κυριαρχία μέσω της κατοχής της μπάλας και της πίεσης για άμεση ανάκτησή της, έκανε ποδαρικό με την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 2015 στην Ελλάδα με την ομάδα Κ19, με την οποία πήρε και το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες του 2018.
Ακολούθησε η προαγωγή στην Κ21 όταν αποχώρησε ο Αλμπέρτ Θελάδες, η κατάκτηση ενός ακόμα Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (2019), αλλά και το αργυρό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2020 στο Τόκιο, οι οποίοι διεξήχθησαν το 2021 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού.
Η παταγώδης αποτυχία της Ισπανίας του Λουίς Ενρίκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022, όπου αποκλείστηκε στους «16» από το Μαρόκο στα πέναλτι, προκάλεσε την παραίτηση του «Λούτσο», με την ομοσπονδία να επιλέγει για τη διάδοχη κατάσταση τον Ντε λα Φουέντε.
Το πρώτο του συμβόλαιο είχε διάρκεια έως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2024 με οψιόν επέκτασης, η οποία βεβαίως ενεργοποιήθηκε. Μετά από ένα ιστορικό αήττητο σερί 38 αγώνων που ήρθε με… κερασάκι την κατάκτηση του Μουντιάλ, το συμβόλαιό του έχει επεκταθεί έως το καλοκαίρι του 2028, που η Ισπανία θα κυνηγήσει το ιστορικό σερί τριών μεγάλων τίτλων (Euro2008 – Μουντιάλ 2010 – Euro2012).
Το πρώτο, όμως, είχε επιτευχθεί με δύο προπονητές, τον αείμνηστο Λουίς Αραγονές και τον Βιθέντε ντελ Μπόσκε, οι οποίοι αποτελούν καθρέφτες και σημεία αναφοράς για έναν προπονητή που σπάει όλα τα κοντέρ, πάντα μέσα από την ταπεινότητα και τη σκληρή δουλειά.

«Το καλύτερο δεν έχει έρθει ακόμα», επισημαίνει-προειδοποιεί ο «πάτερ φαμίλιας» μιας γενιάς που δείχνει ικανή να κυριαρχήσει για τα επόμενα χρόνια. Λάτρης της αρχαίας Ρώμης, προτιμά παρόλα αυτά να επικαλείται τους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα για να περιγράψει ανάγλυφα τι είναι πάνω απ’ όλα η νέα παγκόσμια πρωταθλήτρια.
«Κόντρα στην Πορτογαλία του Κριστιάνο Ρονάλντο, τη Γαλλία του Κιλιάν Εμπαπέ και την Αργεντινή του Λιονέλ Μέσι, εμείς είμαστε οι 26 Ισπανοί, λέει με καμάρι για τα παιδιά του, τα οποία νιώθει τέτοια, αφού με πολλά από αυτά συνεργάστηκε στα τμήματα υποδομής, δημιουργώντας μια άρρηκτη σχέση σεβασμού και εκτίμησης.
«Αν είμαι ο καλύτερος προπονητής στον κόσμο; Εγώ αυτό που θέλω είναι να είμαι καλός άνθρωπος», λέει (και το πιστεύει 100%) ο προπονητής της παγκόσμιας πρωταθλήτριας, ο οποίος στη διάρκεια της ανεργίας και ύστερα από σχετική συμβουλή ψυχολόγου, είχε μια σταθερή ρουτίνα η οποία τον βοηθούσε να αποκτήσει συναισθηματική σταθερότητα μέσα στις δυσκολίες.
Ιδιο ντους, ίδια εφημερίδα, ίδιο πρωινό. Τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μια άλλη, πολύ πιο ευχάριστη ρουτίνα: Αυτή της νίκης. Και, εκτός από την Τσάρο και τα τρία παιδιά τους, φροντίζει να τις αφιερώνει όλες στον πατέρα του Αλμπέρτο, αξιωματικό του εμπορικού ναυτικού, στη μητέρα του Μπέρτα, η οποία είχε ένα κατάστημα στο κέντρο του Αρο, και στον αδελφό του Οσκαρ. Ολοι τον καμαρώνουν από κάπου εκεί ψηλά, αν και θα προτιμούσε να τους είχε στο πλευρό του, στις πιο ξεχωριστές στιγμές της επαγγελματικής του διαδρομής.
