Μεγάλο πειραχτήρι ο Λαμίν Γιαμάλ, έκλεψε την παράσταση στο πάρτι τίτλου της Ισπανίας. Και δεν το έκανε μόνο δίνοντας τον ρυθμό στους φιλάθλους μέσω μικροφώνου, αλλά και με ένα πλακάτ που περιφερόταν στο πούλμαν των παγκόσμιων πρωταθλητών και έγραφε «Ο αγώνας (σ.σ.: πυγμαχικός ή πάλης, διαλέγετε και παίρνετε) της χρονιάς: Παρέδες εναντίον Γκάβι».
Το τρολάρισμα, βεβαίως, αφορούσε τον τσακωμό του Λεάντρο Παρέδες με τον Γκάβι, ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο σφύριγμα του Σλάβκο Βίντσιτς, το βράδυ της Κυριακής (19/07) στο «MetLife Stadium» του Νιου Τζέρσεϊ.
Μόλις ο Σλοβένος σφύριξε για τελευταία φορά, ο Ρόδρι, που είχε γίνει αλλαγή, έτρεξε μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσει με τους συμπαίκτες του. Ο Ναουέλ Μολίνα, ενοχλημένος από το γεγονός ότι ο αρχηγός των Ισπανών ήταν χαρούμενος (πού ακούστηκε τέτοιο πράγμα;), του έδωσε μια σφαλιάρα στο στήθος όπως πέρασε από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, προκαλώντας βεβαίως την αντίδρασή του.
Ο Ερικ Γκαρθία, θέλοντας να υπερασπιστεί τον Ρόδρι, μπήκε στη μέση της αντιπαράθεσης, ο Λεάντρο Παρέδες έκανε το ίδιο, αλλά με πολύ πιο έντονο τρόπο, σπρώχνοντας από τον λαιμό τον Ισπανό αμυντικό.
Παρότι ο Λιονέλ Σκαλόνι έσπευσε να (προσπαθήσει να) χωρίσει τους παίκτες του και τους αντιπάλους, ο Γκάβι ζήτησε εξηγήσεις από τον Παρέδες, ο οποίος τον άρπαξε από τη φανέλα και τον έριξε κάτω με μια αγκωνιά.
Η παρέμβαση των ψυχραιμότερων έβαλε τέλος στον καβγά που, ελέω σκηνικού, θύμιζε τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης», όπως εύστοχα βάφτισε το περιστατικό η βρετανική εφημερίδα «Guardian», παρομοιάζοντάς τον με την περίφημη ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε το 2002.
Παρότι υπήρξαν πληροφορίες ότι ο Παρέδες αποβλήθηκε από τον Βίντσιτς κατόπιν εορτής για την τραμπούκικη συμπεριφορά του, δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο στο φύλλο αγώνα. Επειδή, όμως, η FIFA ξεκίνησε σχετική έρευνα, φαντάζει δύσκολο ο 32χρονος αμυντικός μέσος να γλιτώσει τη βαριά τιμωρία.
Eνας ποδοσφαιριστής που ζει τα πάντα με πάθος και ο οποίος, σύμφωνα με Αργεντινό δημοσιογράφο, έπαιξε στα τελευταία τρία ματς της «αλμπισελέστε» στο Παγκόσμιο Κύπελλο με σπασμένο πλευρό (!), με αποτέλεσμα να έχει πρόβλημα ακόμα και για να αναπνεύσει.
Φανατικός φίλαθλος της Μπόκα Τζούνιορς από μικρό παιδί, ξέσπασε σε λυγμούς όταν οι γονείς του ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν μια δελεαστική πρόταση της Ρίβερ Πλέιτ για να φύγει από την ομάδα της καρδιάς του, όταν ήταν ακόμα πολύ πιτσιρικάς.
Oταν ήταν έντεκα ετών, η μητέρα του, Μίριαμ, η οποία ήταν χωρισμένη και μεγάλωνε επί της ουσίας μόνη της τρία παιδιά, με πολλές θυσίες και στερήσεις, δέχθηκε μια δελεαστική πρόταση από την Μπαρτσελόνα, προκειμένου να μεταναστεύσει στη Βαρκελώνη με εγγυημένη δουλειά και να φορέσει έτσι τα μπλαουγκράνα ο ταλαντούχος γιος της. Oπως, μέσες άκρες, συνέβη με τον αρχηγό του στην εθνική ομάδα, Λιονέλ Μέσι.
Ο Κάρλος Τέβες, είδωλο της Μπόκα και φίλος της οικογένειας, επικοινώνησε μαζί της και την έπεισε να μηνδεχθεί. Ο Παρέδες έμεινε στους «σενέισες», έγινε επαγγελματίας και μέσω της ομάδας του Μπουένος Αϊρες έγινε βασικό στέλεχος της «αλμπισελέστε» και έπαιξε για έντεκα χρόνια στην Ευρώπη, αφήνοντας καλές και κακές στιγμές σε Ιταλία (Κιέβο, Ρόμα, Εμπολι, Γιουβέντους), Ρωσία (Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης) και Γαλλία (Παρί Σεν Ζερμέν).
Συνδυάζοντας τεχνική και μαχητικότητα, απέκτησε καλό ποδοσφαιρικό όνομα, έφτιαξε σπίτι στη μητέρα του και της επέστρεψε και με το παραπάνω όλα όσα έκανε εκείνη για να μη βάλει εμπόδια στο όνειρό του, το οποίο άρχισε να κάνει την καρδιά του να πεταρίζει από τότε που ήταν μόλις πέντε ετών.
Ξεκίνησε να παίζει ως μεσοεπιθετικός και πολλοί έσπευσαν να τον βαφτίσουν διάδοχο του θρυλικού Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, αλλά σταδιακά οπισθοχώρησε στο γήπεδο και εξελίχθηκε σε έναν αμυντικό μέσο που τελείωσε το σχολείο, σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του.
Δεν το έκανε γιατί το ήθελε, αλλά επειδή ο τότε προπονητής της Μπόκα, Κλάουντιο Μπόρτζι, του ξεκαθάρισε ότι θα τον ανεβάσει στην πρώτη ομάδα σε ηλικία 16 ετών, μόνο εφόσον επιστρέψει στο σχολείο, το οποίο και είχε παρατήσει.
Στα γήπεδα, βεβαίως, έμαθε πολύ περισσότερα ο Λέο, ο οποίος ήταν μια ζωή παρεξηγημένος. Οταν έπαιζε στη Ζενίτ, όπου έφτασε διά χειρός του νυν διευθυντή ποδοσφαίρου της ΑΕΚ, Χαβιέρ Ριμπάλτα, φίλαθλοι τον κατηγόρησαν ότι αποβλήθηκε επίτηδες σε έναν αγώνα για να λείψει από τον επόμενο και να μπορέσει έτσι να μεταβεί στο Μπουένος Αϊρες, για να δει από κοντά τον πρώτο τελικό του Copa Libertadores μεταξύ της Μπόκα και της Ρίβερ.
«Ο κόσμος ξέρει ότι δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο, σέβομαι πολύ τη δουλειά μου, τον σύλλογο και τους συμπαίκτες μου», ξεκαθάριζε ο Παρέδες, ο οποίος το 2020 έκλαψε σαν μικρό παιδί μετά την απώλεια του Champions League, στον τελικό της Παρί με την Μπάγερν Μονάχου στη Λισσαβώνα.
Δύο χρόνια αργότερα, πανηγύριζε επίσης σαν μικρό παιδί με τους συμπαίκτες του την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στη μεγαλύτερη στιγμή της ζωής και της καριέρας του, όντας παίκτης-κλειδί για τον Λιονέλ Σκαλόνι, όπως συνέβη και σε αυτό το Μουντιάλ, έστω και αν συνήθιζε να μπαίνει ως αλλαγή.
Κόντρα στην Αίγυπτο έκανε ένα καθοριστικό τάκλιν που απέτρεψε μια τεράστια ευκαιρία του Μοχάμεντ Σαλάχ, ενώ στον τελικό έδωσε με την είσοδό του ισορροπία που έλειπε στη μεσαία γραμμή.
Στο φινάλε, όμως, έχασε την ψυχραιμία του, επηρεασμένος από τον τραυματισμό του και, σύμφωνα με τον Λισάντρο Μαρτίνες, λόγω πρόκλησης από πλευράς Πέδρι, ο οποίος φέρεται να τους είπε «ο Μέσι αστόχησε και τώρα πηγαίνετε όλοι σπίτι σας».
Ο Παρέδες δεν μπορούσε (;) να καταπιεί αμάσητη την πρόκληση, θα το πληρώσει πιθανόν με βαριά τιμωρία, αλλά ακόμα και έτσι η μητέρα του Μίριαμ αλλά και η αδελφή του Μπάρμπαρα είναι περήφανες.
Η Μπάρμπαρα, μάλιστα, είπε κατά την επιστροφή της στο Μπουένος Αϊρες μετά τη γλυκόπικρη μουντιαλική εμπειρία ότι «δεν έχουμε το τέταρτο αστέρι, αλλά έχουμε τις Μαλβίνες (σ.σ.: τα Νησιά Φώκλαντ) για εμάς. Η νίκη επί της Αγγλίας ήταν αξέχαστη». Eτσι είναι, αν έτσι το νιώθετε…
