Το παιχνίδι ήταν μονόπλευρο. Ωστόσο, όσο έμενε «κλειστό», δεν ήταν παράλογη η «λογοτεχνική» επιθυμία –όποιον κι αν υποστήριζε κάποιος στον κυριακάτικο (19/7) τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου– να κριθεί από μία στιγμή «μαγείας» ενός βιρτουόζου, όπως ο Λιονέλ Μέσι από τη μία πλευρά ή ο Λαμίν Γιαμάλ από την άλλη. Μονάχα που η αναμέτρηση Ισπανίας – Αργεντινής, για το τρόπαιο του Μουντιάλ του 2026, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί από ένα άγγιγμα. Ούτε καν από του «χρυσού» σκόρερ, Φεράν Τόρες. Ούτε από την ανυπομονησία των φαν του «Λίο» για το «τελευταίο τάνγκο» του.
Παρά το «ταπεινό» 1-0, η Ισπανία κυριάρχησε. Δεν το επιβεβαιώνουν απλώς οι δύο ντουζίνες τελικές φάσεις, κόντρα στην… πρώτη των Αργεντινών προς το τέλος της παράτασης! Ο ισπανικός Τύπος το έθεσε απλά και εύστοχα. «Ηταν ένας θρίαμβος της μεθόδου απέναντι στην… τρέλα». Ηταν αλήθεια. Η ομάδα του κόουτς Λούις Ντε Λα Φουέντε, όπως και στον επιβλητικό ημιτελικό με τη Γαλλία, παρουσίασε ένα σεμινάριο ομαδικότητας, έξυπνου, ελεγχόμενου ποδοσφαίρου κατοχής και ψυχραιμίας. Μετά τον σταρ Κιλιάν Εμπαπέ νίκησε και τον Μέσι και την Αργεντινή που δεν είχε στον τελικό καμία επιθετική φιλοδοξία και διάθεση να ρισκάρει.
Η κυριαρχία των νέων πρωταθλητών κόσμου δεν αποτυπώθηκε μόνο στο επιθετικό μισό του γηπέδου. Αντίθετα, ξεκίνησε από την άλλη πλευρά. Οι «φούριας ρόχας» κατόρθωσαν να «ξεχαρβαλώσουν» οποιαδήποτε επιθετική σκέψη των αντιπάλων τους. Η πίεση αφόρητη. Η άμυνα, ανίκητη και σε αυτό έχει μεγάλο μερίδιο ένας 19χρονος στόπερ. Ο Πάου Κουμπαρσί δεν στέφθηκε απλώς παγκόσμιος πρωταθλητής. Δεν κατέκτησε μόνο το βραβείο του κορυφαίου νέου παίκτη της διοργάνωσης. Η παρουσία του ήταν «εκκωφαντική» σε όλο το τουρνουά, παρά το σεμνό παρουσιαστικό του. Η πορεία του ήταν πάντα έτσι. Τώρα, θα μπορούσε να σκέφτεται μία σχεδόν σπάνια επιβράβευση που έχει να επαναληφθεί 20 χρόνια.
Σε ένα χωριό χωρίς γήπεδο
Ο Πάου Κουμπαρσί γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2007 στο Μπεσκάνο, μια μικρή πόλη στην επαρχία της Χιρόνα, της αυτόνομης κοινότητας της Καταλονίας. Επειτα από τέσσερα χρόνια στη Χιρόνα, το 2018 και σε ηλικία 11 ετών, μετακόμισε στην περίφημη ακαδημία «Μασία» της Μπαρτσελόνα κι εδώ και δύο χρόνια αγωνίζεται στην πρώτη ομάδα. Μάλιστα, φέτος έγινε ο δεύτερος νεαρότερος παίκτης με 100 εμφανίσεις για τους «μπλαουγκράνα», πίσω μόνο από τον Λαμίν Γιαμάλ. Πριν από τον «θρόνο» του φετινού Μουντιάλ, ο Κουμπαρσί είχε ως πρώτο «βασίλειο» το χωριό Εστανιόλ, το οποίο έχει λιγότερους από 200 κατοίκους και δεν διέθετε όχι απλώς γήπεδο, αλλά ούτε σχολείο. Πήγε δημοτικό στο γειτονικό χωριό Βιλαμπλαρέιτς, όπου οι γονείς του, Ρόμπερτ και Γκλόρια, τον έγραψαν στην τοπική ποδοσφαιρική ομάδα.
Σε έναν τόπο με πλούσια λιβάδια, περιτριγυρισμένα από ηφαιστειακούς λόφους και μπόλικη βλάστηση παπαρούνας στα στενά του, η ζωή κυλά ήρεμα. Αν και πάντα ταπεινός, ο μικρός Πάου είχε όμως μεγάλα όνειρα. Είδωλά του ήταν ο Μέσι και ο Νεϊμάρ. Αμφότεροι αποχώρησαν από το φετινό Μουντιάλ με δάκρυα. Το ταλέντο και ο αλτρουισμός του ξεχώριζαν. Τον Μάρτιο του 2024, για τους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ κόντρα στη Νάπολι, έκανε την πρώτη εμφάνισή του στη μεγάλη σκηνή κόντρα στον φορμαρισμένο Βίκτορ Οσιμέν. Στη συνέχεια αντιμετώπισε τον Εμπαπέ και έκτοτε δεν κοίταξε πίσω. Παίζει πάντα με μεγάλη – και απρόσμενη για τον αριθμό που γράφει η ταυτότητά του – ηρεμία. Τη μεταδίδει στον συμπαίκτη, την «τρίβει» στο πρόσωπο του αντιπάλου και οι συγκρίσεις με τους θρύλους της Μπάρτσα, Κάρλες Πουγιόλ και Ζεράρ Πικέ, δεν άργησαν.
Ο Κουμπαρσί κρατά χαμηλά το κεφάλι. Ο πατέρας του, ιδιοκτήτης ξυλουργείου στο Εστανιόλ, ξυπνά ακόμη στις 7 κάθε πρωί για να βάλει μπροστά τη μηχανή στο εργαστήριό του. Οπως αποκάλυψε το 2024 στην ιστοσελίδα The Athletic ένας γείτονας, ο Κουμπάρσι επιστρέφει συχνά στη γενέτειρά του και συχνά τον βλέπει κάποιος να κουβαλάει ξύλα για να βοηθήσει τον πατέρα του. Ο Ισπανός στόπερ δεν είναι ο τυπικός νέος παίκτης που μπορεί να ξεφύγει από τον δρόμο του, επειδή το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε δεν θα του το επέτρεπε ποτέ.
Ενας Λεβαντόφσκι ίσον με έναν Γιαμάλ και έναν Κουμπαρσί
Μπορεί να κερδίσει τη «Χρυσή Μπάλα»;
Ο Ρόδρι κατέκτησε το βραβείο του κορυφαίου παίκτη του Μουντιάλ. Ο Ντεμπελέ θα μπορούσε να «ρίξει» στην εκστρατεία τη διαδοχική κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ με την Παρί. Μονάχα που από το σφύριγμα της λήξης του τελικού με την Αργεντινή, τα μεγάλα αμερικανικά δίκτυα άρχισαν τις αναλύσεις, τα debates και τις προβλέψεις για το αν ο Κουμπαρσί θα έχει πιθανότητες να κερδίσει στο τέλος του 2026 τη «Χρυσή Μπάλα». Το πολυτιμότερο ποδοσφαιρικό ατομικό βραβείο, το «Αγιο Δισκοπότηρο» των παικτών, συνήθως καταλήγει στα χέρια των σταρ επιθετικών. Ο μυαλωμένος Ισπανός μάλλον δεν θα το σκεφτόταν. Ωστόσο, πριν από 20 χρόνια, ένας άλλος αμυντικός την κέρδισε, με μεγάλο μέρος της «καμπάνιας» του το Μουντιάλ.
Το 2006, ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία, Φάμπιο Καναβάρο, «έκλεψε» τη «Χρυσή Μπάλα» από τους μεσοεπιθετικούς και οι στατιστικές συγκρίσεις ενισχύουν την πιθανότητα ο Κουμπαρσί να επαναλάβει το κατόρθωμά του. Ο Καναβάρο μέτρησε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας 29 ανακτήσεις μπάλας, 84% στην ακρίβεια πάσας, βοήθησε τη «σκουάντρα ατζούρα» να κρατήσει πέντε φορές το μηδέν στην άμυνα και είχε μέση ατομική βαθμολογία 7,4.
Ο Πάου Κουμπαρσί είχε αντίστοιχα, 24 ανακτήσεις, αλλά 96% στην ακρίβεια πάσας. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο 7,6 και, κυρίως, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που η Ισπανία διατήρησε ανέπαφη την εστία της σε επτά από οκτώ ματς στο τουρνουά και επέτρεψε μόλις ένα γκολ, στη νίκη 2-1 επί του Βελγίου.
Υπάρχει άλλη μία (μη) σύμπτωση που κλίνει προς τον αμυντικό της Μπαρτσελόνα. Το 2006, ούτε ο Καναβάρο ούτε η τότε ομάδα του Γιουβέντους μάζεψαν τρόπαια. Η «Γηραιά Κυρία» είχε μεν κατακτήσει το Καμπιονάτο, όμως ο τίτλος αφαιρέθηκε λόγω του σκανδάλου Calciopolis. Τη φετινή σεζόν, ο Κουμπαρσί στέφθηκε πρωταθλητής Ισπανίας και κατέκτησε και το ισπανικό Σούπερ Καπ και κάποιοι θεωρούν ότι και δίχως το Τσάμπιονς Λιγκ, μία υποψηφιότητά του για τη «Χρυσή Μπάλα» δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα.
