Τον Γιάννη Παππά τον γνώρισα πριν από πολλά χρόνια πίσω από τον πάγκο μιας κάβας. Είχα πάει να αγοράσω μερικά κρασιά για ένα Σαββατοκύριακο με φίλους και εκείνος, αντί να μου προτείνει απλώς μερικές φιάλες, άρχισε να με ρωτάει τι μου αρέσει, τι θα μαγειρέψω, με ποιους θα πιω το κρασί και ποια διάθεση θέλω να έχει η βραδιά.

Αυτή ακριβώς η προσωπική σχέση του με το κρασί ήταν που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός wine bar, του Gamay που άνοιξε στα τέλη του 2023 στη Ζωοδόχου Πηγής, μαζί με τον Θοδωρή Αλεξάκη. Ενα μικρό μπαρ που είχε στα ράφια του αρκετές σπουδαίες φιάλες και πολύ γρήγορα έφερε νέο κόσμο στη γειτονιά, οινόφιλους και μη. Είχε μουσική, φλερτ και δυνατές συζητήσεις. Ηταν, όπως έλεγε τότε ο Παππάς, πρώτα μπαρ και μετά wine bar.
Δύο χρόνια αργότερα, το Gamay άφησε τα Εξάρχεια και μετακόμισε στη Νικίου 18, στη συμβολή με τη Μιλτιάδου. Ο λόγος; Το πρώτο Gamay πέτυχε πολλά γρηγορότερα από όσο είχαν υπολογίσει οι άνθρωποί του. «Δεν προλάβαμε να το χαρούμε», λέει χαριτολογώντας ο Γιάννης. Η δημοφιλία του μαγαζιού το έσπρωξε κάπως αναγκαστικά προς το επόμενο βήμα. Το κελάρι των Εξαρχείων δεν επαρκούσε πλέον, ο χώρος ήταν μικρός για όσα ήθελαν να κάνουν και οι βραδιές συχνά ξεπερνούσαν τη χωροταξία του. Εψαχναν ένα μεγαλύτερο ακίνητο, όπου θα μπορούσαν να οργανώνουν events, να καλούν φίλους μάγειρες για έκτακτα μενού και, κυρίως, να αποθηκεύουν και να σερβίρουν πολύ περισσότερα κρασιά.

Τρεις όροφοι και ένα μεγάλο κελάρι
Το καινούργιο Gamay απλώνεται σε τρία επίπεδα, μαζί με το υπόγειο και αποκτά επιτέλους τραπεζάκια έξω. Ο χώρος, ένα διατηρητέο κτίριο που για πολλά χρόνια φιλοξενούσε καταστήματα υφασμάτων με διαφορετικούς ιδιοκτήτες, αποκαταστάθηκε και παραδόθηκε για χρήση εστίασης. Τον σχεδιασμό ανέλαβε (ξανά) ο interior designer Μάρκος Μαραμπότος, διατηρώντας τη σχεδιαστική ταυτότητα του πρώτου Gamay. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα εντελώς νέο μαγαζί που χρησιμοποιεί το ίδιο όνομα, αλλά για τη μεγαλύτερη εκδοχή του ίδιου μπαρ. Η οικειότητα, η μουσική και η διάθεση παραμένουν ίδια· απλώς τώρα έχουν περισσότερο χώρο για να κινηθούν, να αναπνεύσουν.
Και κυριολεκτικά φαίνεται να αναπνέουν καλύτερα. Κάθομαι στη συμβολή της Νικίου με τη Μιλτιάδου σε ένα από τα γωνιακά τραπεζάκια του Gamay και με δροσίζει ένα ευχάριστο ρεύμα αέρα, που μπαίνει από την Αιόλου. Είσαι στην καρδιά του κέντρου, λίγα λεπτά από το Μοναστηράκι, και όμως η γωνία είναι αρκετά ήσυχη ώστε να καθίσεις έξω χωρίς να αισθάνεσαι ότι πίνεις κρασί μέσα στον χαμό που επικρατεί λίγα μέτρα πιο κάτω.

Η γειτονιά έχει εδώ και χρόνια μια ενδιαφέρουσα κοινότητα από πολύ ποιοτικά μαγαζιά: το Tales of Ales που λατρεύουν οι μπιρόφιλοι, το λεβαντίνικο Feyrouz, το Atenο με τη δημιουργική ελληνική κουζίνα. «Μου αρέσει πολύ εδώ, και οι γείτονές μας», λέει ο Παππάς για την τοποθεσία. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις το γιατί. Βρίσκεται σε ένα κομμάτι με συνεχή κίνηση, τουρίστες, εργαζομένους και Αθηναίους, χωρίς όμως να έχει χαθεί ακόμη (εντελώς) ο χαρακτήρας των μικρών δρόμων γύρω από την Αιόλου με τα καταστήματα ένδυσης ή και με είδη ραπτικής.
Πιο πολύ φαγητό
Το Gamay παραμένει wine bar, αλλά η κουζίνα του έχει πλέον μεγαλύτερο βάρος. Το φαγητό υπογράφει και πάλι ο Μίλτος Αρμένης, αυτή τη φορά με έναν πιο ανεπτυγμένο, ουσιαστικό κατάλογο, που δεν περιορίζεται στον ρόλο του συνοδευτικού για το κρασί.

Από το παλιό μενού παραμένουν ορισμένα πιάτα που είχαν ήδη αποκτήσει το κοινό τους: το ταρτάρ, το πατέ και το jamón ibérico με αμύγδαλα, τόσο δωρικό όσο και πεντανόστιμο. Στην αρχή μπορούν να έρθουν στη μέση τυροκαυτερή, ταραμάς και labneh, σαν μια τριάδα από ντιπ για το τραπέζι. Υστερα το μενού γίνεται πιο τολμηρό και πιο «φαγητένιο». Υπάρχει ψάρι crudo, flap steak, λιχούδικα tacos με πρόβειο κρέας και μυρωδικά, χοιρινή πανσέτα με μπάρμπεκιου γαρίδας και μια ωραία σαλάτα εποχής με ψητά ροδάκινα στη σχάρα που λατρεύει τα βαρελάτα λευκά της λίστας. Το πιάτο που τραβάει αμέσως την προσοχή, τουλάχιστον στην περιγραφή, είναι η «γαρδούμπα γαρίδας»: τρεις ή τέσσερις γαρίδες περνιούνται σε σουβλάκι, τυλίγονται με μπόλια και εντόσθια, ψήνονται στη σχάρα και σερβίρονται με γιαούρτι μυρωδικών.
Η κουζίνα αριθμεί πλέον τρία άτομα, ενώ άλλα πέντε βρίσκονται στο σέρβις. Η διεύρυνση της ομάδας λέει πολλά για τη νέα φιλοδοξία του μαγαζιού. Δεν επιχειρεί να μετατραπεί σε εστιατόριο, αλλά αν θέλει κάποιος να μπορεί να καθίσει, να παραγγείλει μια σειρά πιάτων και να περάσει ολόκληρη τη βραδιά του εδώ και όχι απλώς να πιει ένα ποτήρι κρασί πριν συνεχίσει αλλού για φαγητό.

Κρασιά χωρίς δογματισμούς
Η πιο μεγάλη αλλαγή βρίσκεται, φυσικά, στο κελάρι. Από τις 120 ετικέτες που είχε στην πρώτη του περίοδο, το Gamay φτάνει πλέον περίπου τις 370. Το 40% της λίστας προέρχεται από την Ελλάδα, άλλο ένα 40% από τη Γαλλία και το υπόλοιπο 20% από διαφορετικές περιοχές του κόσμου.
Η φιλοσοφία παραμένει προσωπική. Ο Παππάς αναζητά κυρίως μικρά οινοποιεία και κρασιά ήπιας παρέμβασης, αλλά αποφεύγει τα απόλυτα κριτήρια και τις ταμπέλες. Δεν αντιμετωπίζει την παρουσία θειωδών ως λόγο απόρριψης ενός κρασιού. Τον ενδιαφέρει περισσότερο αν χρησιμοποιούνται γηγενείς ζύμες, αν ο παραγωγός δουλεύει με σεβασμό προς το περιβάλλον και, βεβαίως, αν το κρασί είναι νόστιμο.

Αυτή η τελευταία λέξη επιστρέφει διαρκώς στη συζήτησή μας. Νόστιμα κρασιά. Οχι κρασιά που χρειάζονται εξήγηση για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στη λίστα. Οχι φιάλες που επιλέχθηκαν μόνο επειδή ταιριάζουν σε μια μόδα ή σε μια αυστηρή ιδεολογία περί «φυσικού» κρασιού. Στη λίστα φαίνονται καθαρά οι προσωπικές αγάπες του σομελιέ. Υπάρχει έμφαση στον Λίγηρα, στο Jura και στη Βουργουνδία, αλλά πάνω από όλα στο Beaujolais –την περιοχή από την οποία προέρχεται και η ποικιλία που έδωσε το όνομά της στο μπαρ. Εχουν κάνει κάποιες δικές τους εισαγωγές από το Beaujolais, ενώ στο κελάρι βρίσκονται και τα κρασιά της Julie Balagny από την τελευταία περίοδο της οινοποιού, πριν από τον θάνατό της.
Η συλλογή βεβαίως δεν αποτελεί επίδειξη γαλλοφιλίας. Αν ένας ξένος επισκέπτης ζητήσει κάτι ελληνικό, δεν θα ξεκινήσει απαραίτητα από τις πιο αναγνωρίσιμες ποικιλίες. Θα του σερβίρει κρασί από το Κτήμα Αφιανές στην Ικαρία, ένα ερυθρό Φωκιανό ή ένα λευκό Μπεγλέρι. Κάπως έτσι αντιλαμβάνεται άλλωστε τον ρόλο του σομελιέ, όχι ως κάποιου που απαγγέλλει τη λίστα, αλλά ως ανθρώπου που καταλαβαίνει ποιο κρασί μπορεί να ανοίξει μια καινούργια πόρτα στον καθένα.

Το Gamay μετακινήθηκε από μια γειτονιά με έντονη ταυτότητα σε ένα σημείο όπου συναντιούνται καθημερινά ολόκληρη η Αθήνα και οι επισκέπτες της. Μεγάλωσε, απέκτησε περισσότερα τραπέζια, περισσότερα πιάτα και σχεδόν τριπλάσιες φιάλες. Το ζητούμενο, όμως, παραμένει το ίδιο, να μπορείς να πιεις ένα πολύ σοβαρό κρασί χωρίς να χρειάζεται να περάσεις μια πολύ σοβαρή βραδιά.
Gamay
Νικίου 18 και με Μιλτιάδου, Αθήνα, Τ/ 6973002561
*Τα καταστήματα και τα προϊόντα που προτείνονται είναι επιλογές της δημοσιογράφου και δεν έχουν εμπορικό σκοπό.
