Η ζωή του είναι γεμάτη από το πορτοκαλί χρώμα της μπάλας του μπάσκετ, έστω κι αν στην αρχή όλα, για εκείνον και τον αδερφό του, έμοιαζαν άσπρο και μαύρο. Οπως το χρώμα της «στρογγυλής θεάς» του ποδοσφαίρου. Επικράτησαν τελικά τα γονίδια της μαμάς, Μαργκαρίτα «Wonny» Γκουέρ, διεθνούς με την Εθνική Ισπανίας, και του μπαμπά, Γκιγιέρμο, που είχε παίξει σε αρκετές ομάδες στη δεύτερη κατηγορία. Η πορεία του Χουάντσο Ερνανγκόμεθ περιλάμβανε κάθε είδους «σενάρια». Μονάχα που, για τον ίδιο, το τέλος κάθε «πλοκής» δεν ήταν αυτοσκοπός. Ο,τι κι αν διάβαζε – ή έγραφε εκείνος – στο «σενάριο» της καριέρας και της διαδρομής του, σημασία είχε πως προχωρούσε δίχως να γνωρίζει πως θα πετύχει πράγματα που δεν ονειρευόταν.
Δεν ονειρευόταν, για παράδειγμα, ότι θα πρωταγωνιστήσει σε κινηματογραφική ταινία. Δεν φανταζόταν πως, αποφασίζοντας το 2023 να αφήσει το ΝΒΑ έπειτα από επτά χρόνια, δεν θα επαναπατριστεί, αλλά θα βρει ένα νέο σπίτι στην άλλη άκρη της Μεσογείου. Τότε, περίμενε πώς και πώς μία πρόταση από την ομάδα της γενέτειράς του, Ρεάλ Μαδρίτης. Εστω, μία ευκαιρία στην Μπαρτσελόνα, στην οποία μόλις είχε υπογράψει ο αγαπημένος αδερφός του, Γουίλι. Βρέθηκε στην Αθήνα και τον Παναθηναϊκό. Πανηγύρισε την κατάκτηση της Ευρωλίγκας και του ελληνικού πρωταθλήματος στην πρώτη κιόλας σεζόν του και όσο κι αν η επόμενη διετία δεν είχε ανάλογες επιτυχίες, ο Χουάντσο συνδέθηκε με τον κόσμο και τον οργανισμό των «πράσινων» όσο ελάχιστοι ξένοι.
Το φετινό καλοκαίρι, όπως συμβαίνει εύλογα στη μεταγραφική «φρενίτιδα» και τον «χορό» εκατομμυρίων στα σύγχρονα σπορ, φάνηκε να βρίσκεται σε μία τρόπον τινά «μετέωρη» θέση, παρότι είχε συμβόλαιο και για την επόμενη χρονιά. Κάθε αλλαγή προπονητή μπορεί να προκαλέσει πιθανές αλλαγές. Ο, κατά πολλούς, επόμενος αρχηγός του «τριφυλλιού», ωστόσο, υπέγραψε νέα συμφωνία έως το 2030, την οποία αν ολοκληρώσει, θα συμπληρώσει επτά χρόνια στην Ελλάδα. Οσα και στο ΝΒΑ (σε έξι ομάδες). Ο αποκαλούμενος «θείος Χουάντσο» δεν θα γυρίσει ακόμη στην πατρίδα του.
«Ησυχαστήριο» στις Αστούριες, «σπίτι» στο ΟΑΚΑ και σεβασμός
Δυστυχώς, δεν είναι πολλοί οι ξένοι στο ελληνικό μπάσκετ της αντίθεσης και του φανατισμού που να έχουν κερδίσει τον σεβασμό και έξω από την ομάδα τους. Ο Χουάντσο Ερνανγκόμεθ το έχει καταφέρει. Η φιλοδοξία του παραμένει υψηλή. Τον Μάιο του 2022, σε συνέντευξή του στους «New York Times», είχε αποκαλύψει ότι αυτό που απολαμβάνει περισσότερο – και θα είναι η κατάληξη της κάθε διαδρομής του – είναι ένα καλό κρασί κάτω από τα αστέρια στις Αστούριες, στον ισπανικό Βορρά. Μέχρι τότε, έχει μπόλικες επιβεβαιώσεις, τις οποίες δεν αντιμετωπίζει ως «υποχρεώσεις», αλλά ως απλή αποτύπωση του εαυτού του. Θέλει να είναι ο «θείος Χουάντσο», για την καταπληκτική σχέση που έχει με τα παιδιά των συμπαικτών του στον Παναθηναϊκό.
Θέλει να κερδίζει ή, ακόμη και όταν χάνει, να αποδίδει τον σεβασμό με τον οποίο έχει μπολιαστεί από τις αξίες του ισπανικού μπάσκετ. Δεν εξηγείται αλλιώς η απόφασή του να παρακολουθήσει το 2025 την απονομή του τίτλου της GBL στον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ, ενώ οι υπόλοιποι απογοητευμένοι συμπαίκτες του ήταν ήδη στο πούλμαν. Ωστόσο, εξηγείται απλά η φετινή απόφασή του, ενώ δεν είχε αγωνιστεί στον 5ο τελικό στο Φάληρο, να μιλήσει εγκάρδια με τους Γιώργο Μπαρτζώκα και Σάσα Βεζένκοφ και χαιρέτησε όλους τους αντιπάλους του, ενώ νωρίτερα οι Ταϊρίκ Τζόουνς και Κέντρικ Ναν είχαν κάνει… ρινγκ το γήπεδο και τα αποδυτήρια. Ο Ισπανός γνώριζε πάντα να κοντρολάρει τα συναισθήματά του, παρότι, όπως έχει εξηγήσει κάποτε σε συνέντευξη στην «El Mundo Deportivo», «όλη η καριέρα μου, όλη μου η ζωή, είναι ένα roller coaster, με τα πάνω της και τα κάτω της».
View this post on Instagram
Από γυρολόγος, ο επόμενος αρχηγός (;)
Αυτό το roller coaster προφανώς έχει να κάνει και με την (ανεπιθύμητη) συχνότητα με την οποία άλλαζε πόλη και ομάδα στο ΝΒΑ. Επιλογή των Νάγκετς στο Νο 15 του ντραφτ του 2016 (ως παίκτης της Εστουδιάντες), είχε γίνει ανταλλαγή στη Μινεσότα τον Φεβρουάριο του 2020. Η καριέρα του δεν είχε προχωρήσει όπως περίμενε. Οι ευκαιρίες στο Ντένβερ ήταν λιγοστές (με σχεδόν 13-14΄ μ.ό. και ποτέ πάνω από 5,8 π.), όμως στους Γουλβς έπαιξε 14 ματς με 29,4΄ και είχε 12,9 π. ανά αγώνα. Εκτοτε, την επόμενη τριετία, άλλαξε τέσσερις ομάδες (Βοστώνη, Σαν Αντόνιο, Γιούτα, Τορόντο), πριν πάρει την απόφαση να ακολουθήσει το αντίθετο δρομολόγιο του Ατλαντικού.
Το πιτσιρίκι που μικρός αναζητούσε την απομόνωσή του, βίωσε την ειρωνεία της «βαβούρας» του ΝΒΑ και στη συνέχεια ήρθε σε ένα περιβάλλον που μόνο σιωπηλό δεν είναι. Προσαρμόστηκε και πάλι. Είναι ο λεγόμενος «glue–guy» και στο γυάλινο παρκέ και στα αποδυτήρια του ΟΑΚΑ. Είναι εκείνος που «δένει» μία ομάδα μέσα στο γήπεδο και εκτός αυτού έχει τη διάθεση να είναι «ομιλητικός» με τους συμπαίκτες του, δίχως να επιθυμεί ή να προσπαθεί να επιβληθεί. Φάνηκε να γίνεται λίγο πιο εξωστρεφής από το συνηθισμένο και αυτό δεν πήγαζε απλώς από την αυτοπεποίθηση ταλέντου, δουλειάς και επιτυχίας. Τον βοήθησε και μία ανέλπιστη και παράξενη «κόουτς», που συνάντησε σε ένα ακόμη πιο παράδοξο «γήπεδο».
Μία δασκάλα που δεν τον είδε μόνο ως «Μπο Κρουζ»
Το ύφος του πλέον είναι πιο ήρεμο, όμως όταν το 2023 έφτασε στην Αθήνα και… βαρέθηκε να απαντά σε ερωτήσεις για την ταινία «Hustle», στην οποία είχε πρωταγωνιστήσει με τον κωμικό Ανταμ Σάντλερ, ο Χουάντσο ξεκαθάριζε πως «με ενοχλεί να με φωνάζουν Μπο Κρουζ». Αυτό ήταν το όνομα του χαρακτήρα που υποδύθηκε στο φιλμ, αν και έμοιαζε με ρόλο ζωής, καθώς ήταν ένα παιδί από την Ισπανία που έψαχνε τρόπο να φτάσει έως το ΝΒΑ. Μικρός κράδαινε ένα αόρατο σπαθί στον καθρέφτη του και υποκρινόταν ότι νικά. Μονάχα που ντρεπόταν πολύ για να δοκιμάσει να παίξει σε σχολικά θεατρικά. Αλλωστε, σιγά σιγά, όσο μεγάλωνε, η μπασκετική ρουτίνα της οικογένειας τον κέρδισε.
Οταν έλαβε την πιο περίεργη πρόταση της ζωής του, έμαθε πως ο Σάντλερ και ο Λεμπρόν Τζέιμς συμφώνησαν να γίνουν παραγωγοί μίας ταινίας για το Netflix, που θα εξιστορεί την πορεία ενός ταλαντούχου Ευρωπαίου προς το ΝΒΑ. Ο ατζέντης του Ερνανγκόμεθ κάλεσε ζητώντας του να κάνει ένα δοκιμαστικό. Οντισιόν τις μέρες της καραντίνας δεν επιτρέπονταν και ο Ισπανός, με παραίνεση της αδερφής του, έστησε το κινητό στην κουζίνα και πέρασε από ακρόαση. Δεν ήξερε τότε πως ο ρόλος του «Μπο Κρουζ» «θα με ακολουθεί για πάντα στη ζωή μου».
Αυτή η «πρόβα», πάντως, τον έκανε πιο ανοικτό και στο μπάσκετ και όπως έχει αποκαλύψει, η εξωστρέφειά του οφείλεται και στην πιο παράξενη «προπονήτρια» που είχε ποτέ. Δεν ξεχνά τη συνεργασία με τους Σέρτζιο Σκαριόλο, Μάικ Μαλόουν, Ράιαν Σόντερς, Κρις Φιντς, Μπραντ Στίβενς, Νικ Νερς, Κουίν Σνάιντερ και, κυρίως, Γκρεγκ Πόποβιτς, αλλά πάντα θα βλέπει ως ευλογία τη συνάντηση με τη Νοέλ Τζεντίλε. Ηταν η δασκάλα υποκριτικής που προσέλαβαν οι παραγωγοί για να βοηθήσει τον Χουάντσο στα γυρίσματα του «Hustle». Του έκανε τα πρώτα μαθήματα εξ αποστάσεως, λόγω της πανδημίας.
Αρχισαν να δένονται πριν καν γνωριστούν, καθώς του ζητούσε να ανασύρει στο μυαλό προσωπικές εμπειρίες, όπως το να θυμηθεί τον εαυτό του σε μία δύσκολη στιγμή, όπως μία κηδεία συγγενικού προσώπου… Εκείνες οι «εργασίες» ήταν, κατά τον ίδιο «το δυσκολότερο πράγμα που έκανα ποτέ. Ακόμη δεν ξέρω πώς κατάφερα να παίξω στην ταινία και το οφείλω σε εκείνη. Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν ονειρεύτηκα να γίνω ηθοποιός». Ο Χουάντσο Ερνανγκόμεθ έχει αποκαλέσει τη Νοέλ «άγγελο της ζωής μου». Κάτι που μάλλον θα του αρέσει περισσότερο από τα δικά του παρωνύμια, όπως το «Μπο Κρουζ» ή ακόμη και το «θείος».
