Το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ19 του 2015 έλαβε χώρα σε Λάρισα, Βέροια και Κατερίνη. Η οικοδέσποινα Ελλάδα, με παίκτες όπως ο Κώστας Τσιμίκας, ο Γιώργος Κυριακόπουλος, ο Μανώλης Σάλιακας και ο Ευθύμης Κουλούρης, φιλοδοξούσε να βαδίσει στα χνάρια των ομάδων που το 2007 και το 2012 έφτασαν μέχρι τον τελικό. Εντέλει, αποκλείστηκε στα ημιτελικά με βαριά ήττα από τη Ρωσία (0-4).
Η Ισπανία, η οποία έφτανε στη διοργάνωση με έξι τίτλους στο παλμαρέ της, πέρασε δύσκολα από τον όμιλο σε τετραπλή ισοβαθμία (!), αλλά στον ημιτελικό λύγισε με 2-0 τη Γαλλία των Λουκάς Ερναντές, Μπενζαμέν Παβάρ και Κίνγκσλεϊ Κομάν, κατακτώντας τον τίτλο με νίκη επί της Ρωσίας στον τελικό (2-0), ο οποίος διεξήχθη στο Δημοτικό Στάδιο της Κατερίνης.
Μέλη εκείνης της ομάδας ήταν ο Ουνάι Σιμόν, ο Ρόδρι και ο Μίκελ Μερίνο. Στην άκρη του πάγκου καθόταν ο Λουίς ντε λα Φουέντε Καστίγιο, ο οποίος είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία τον Μάιο του 2013.
Η καλή του δουλειά στην Κ19 τού άνοιξε τις πόρτες της Κ21 τον Ιούλιο του 2018, όταν παραιτήθηκε ο Αλμπέρτ Θελάδες. Εναν χρόνο αργότερα, καθοδηγούσε τη μικρή Ρόχα στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος σε Ιταλία και Σαν Μαρίνο. Καλύτερος παίκτης εκείνης της διοργάνωσης αναδείχθηκε ο Φαμπιάν Ρουίθ, ενώ το ρόστερ περιλάμβανε ακόμα τους Ουνάι Σιμόν, Μίκελ Μερίνο, Ντάνι Ολμο και Μίκελ Ογιαρθάμπαλ.
Το καλό για τον Ντε λα Φουέντε σε επίπεδο μικρών εθνικών ομάδων τρίτωσε το καλοκαίρι του 2021 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, οι οποίοι μετατέθηκαν κατά έναν χρόνο λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού.
Σε άδεια γήπεδα και σε μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, η Ισπανία κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο, χάνοντας στον τελικό από τη Βραζιλία στην παράταση. Μέλη εκείνης της ομάδας ήταν οι Ουνάι Σιμόν, Μαρκ Κουκουρέγια, Ερικ Γκαρθία, Μαρτίν Θουμπιμέντι, Μίκελ Μερίνο, Πέδρι και Μίκελ Ογιαρθάμπαλ.
Ολοι στελέχη, κάποια πολύ σημαντικά, της ομάδας της εθνικής ανδρών που το βράδυ της Τρίτης (14/07) παρέδωσε δωρεάν μαθήματα τακτικής στη Γαλλία και προκρίθηκε πανάξια στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου η Ισπανία επέστρεψε μετά από 16 χρόνια.
«Η Γαλλία είναι μία από τις καλύτερες εθνικές ομάδες του κόσμου, αλλά είχε απέναντί της την καλύτερη ομάδα του κόσμου», εξήγησε εύστοχα ο 65χρονος από το Αρο της Ριόχα, ο οποίος μεγάλωσε ποδοσφαιρικά και έγινε επαγγελματίας στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ως αριστερό μπακ, έπαιξε ακόμα σε Σεβίλλη και Αλαβές, είχε συμμετοχές στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας, αλλά δεν έφτασε ποτέ στην Ανδρών.
Αυτή την ανέλαβε ως προπονητής τον Δεκέμβριο του 2022, λίγες ημέρες μετά την παραίτηση του Λουίς Ενρίκε, ύστερα από τον αποκλεισμό στα πέναλτι από το Μαρόκο στους «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Κατάρ.
Ο Ντε λα Φουέντε, εργάτης της ομοσπονδίας και με πρωτύτερη θητεία σε ομάδες Νέων Σεβίλλης και Αθλέτικ Μπιλμπάο, λάτρευε πάντα να δουλεύει με νεαρά παιδιά, και πολλούς από τους παίκτες που έχει τώρα υπό τις οδηγίες του τούς γνώριζε (και τον γνωρίζουν) πολύ καλά από τις μικρές εθνικές ομάδες.
Εκτός από το ταλέντο, το οποίο αναμφίβολα διαθέτουν, ο προπονητής θέλει να συνεργάζεται με καλούς ανθρώπους, και αυτό έχει καταφέρει σε μια ομάδα που κατέκτησε το Nations League του 2023, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2024 και τώρα φιλοδοξεί να κάνει το τρεμπλ, ράβοντας το δεύτερο αστέρι στην κόκκινη φανέλα.
Το οικογενειακό κλίμα, βεβαίως, δεν αρκεί, αφού ο Ντε λα Φουέντε επιβεβαιώνει σε αυτή τη διοργάνωση τη διορατικότητα και την τακτική του ευελιξία. Στο σοκ της πρεμιέρας, το 0-0 με τους πρωτάρηδες του Πράσινου Ακρωτηρίου, η ενδεκάδα περιλάμβανε τον Μάρκος Γιορέντε στο δεξί άκρο της άμυνας, τον Φαμπιάν Ρουίθ στα χαφ και τους Φεράν Τόρες και Γκάβι στα άκρα της επίθεσης.
Δεν λειτούργησαν αυτές οι επιλογές και, από το δεύτερο παιχνίδι και μετά, καθιέρωσε αντίστοιχα Πέδρο Πόρο, Ντάνι Ολμο και Αλεξ Μπαένα, με τον Λαμίν Γιαμάλ να επιστρέφει σταδιακά στην ενδεκάδα, αφού προερχόταν από τραυματισμό.
Στο θριαμβευτικό Euro2024 παρουσίασε μια βελτιωμένη έκδοση της Ισπανίας των τριών σερί τίτλων (Euro2008 – Μουντιάλ 2010 – Euro2012), γιατί συνδύαζε το tiki taka και την κυριαρχία μέσα από την κατοχή και την καλή κυκλοφορία της μπάλας με κάθετο ποδόσφαιρο, με κύριους εκφραστές τα εξτρέμ της, Γιαμάλ και Νίκο Γουίλιαμς.
Αμφότεροι έφτασαν τραυματίες στα αμερικανικά γήπεδα, στη διάρκειά της διοργάνωσης τραυματίστηκαν τα επίσης εξτρέμ Γιέρεμι Πίνο και Βίκτορ Μουνιόθ, αλλά ο Ντε λα Φουέντε βρήκε πάντα τις κατάλληλες λύσεις, ενώ είχε και το άστρο που πάντα χρειάζεται σε τέτοια μικρής διάρκειας τουρνουά.
Κόντρα στην Πορτογαλία τραυματίστηκε ο Νούνο Μέντες, που είχε περιορίσει στο ελάχιστο τον Γιαμάλ, ο Μίκελ Μερίνο μπήκε αλλαγή και πέντε λεπτά αργότερα σημείωσε το γκολ της πρόκρισης.
Απέναντι στο Βέλγιο, τραυματίστηκε ο Τιμπό Κουρτουά και ο αντικαταστάτης του Σένε Λάμενς έκανε την «γκέλα» που επέτρεψε στον Μίκελ Μερίνο, ο οποίος είχε μπει αλλαγή μόλις δύο λεπτά νωρίτερα, να σημειώσει ξανά το γκολ της πρόκρισης.
Και, με αντίπαλο τη Γαλλία, η κολόνα της άμυνας των «τρικολόρ», Ουιλιάμ Σαλιμπά, αποχώρησε τραυματίας στο ημίωρο, απλοποιώντας το έργο μιας ομάδας που είχε φροντίσει η ίδια να διευκολύνει τη ζωή της.
Πώς; Με έξυπνη κυκλοφορία, οργανωμένη πίεση ψηλά, με τρεις και τέσσερις παίκτες για άμεση ανάκτηση της μπάλας, άψογη κίνηση χωρίς αυτήν, έλεγχο του ρυθμού, κλείσιμο των διαδρόμων για τα αστέρια των «μπλε», τους οποίους απέκοψε εντελώς από τη δημιουργία της μεσαίας γραμμής.
Η Ισπανία υποχρέωσε τους πολυδιαφημισμένους (και όχι άδικα) Μάικλ Ολίσε, Κιλιάν Εμπαπέ και Ουσμάν Ντεμπελέ να καταφεύγουν πρωτίστως σε ατομικές προσπάθειες που ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία, τους έστελνε στα άκρα όπου ήταν ακίνδυνοι, και είναι χαρακτηριστικό πως ο Ουνάι Σιμόν έκανε μόλις μία «σοβαρή» απόκρουση σε 90 λεπτά.
Αυτή η τακτική κυριαρχία πιστώνεται πρωτίστως στον Ντε λα Φουέντε, ο οποίος δεν έχει μόνο στο 50% τον Γιαμάλ, αλλά σε χαμηλές στροφές έναν ακόμα παίκτη-κλειδί, όπως ο Πέδρι. Δεν δίστασε, όμως, να τον αντικαταστήσει στο ματς με το Βέλγιο με τον Φαμπιάν Ρουίθ, ο οποίος άνοιξε το σκορ κόντρα στους «κόκκινους διαβόλους» και ήταν καταπληκτικός απέναντι στη Γαλλία.
Παραμονές του ημιτελικού, ο προπονητής της εθνικής Ισπανίας επικαλέστηκε μια ρήση του Ιούλιου Καίσαρα, ο οποίος είχε πει ότι «δεν μπορείς να νικήσεις χωρίς να υποφέρεις. Αν θέλεις να κερδίσεις κάτι σημαντικό, πρέπει να θυσιάσεις κάτι καθ’ οδόν». Και αυτό που δεν θυσιάζει σε καμία περίπτωση ο Λουίς ντε λα Φουέντε είναι οι ποδοσφαιρικές και ανθρώπινες αρχές του.
