
Τον Μάιο του 1940 το Ρότερνταμ βομβαρδίστηκε από τη Luftwaffe κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εισβολής στην Ολλανδία. Η πόλη ισοπεδώθηκε. Διαλύθηκαν όλα. 850 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τους βομβαρδισμούς και χιλιάδες έμειναν άστεγοι. Ελάχιστα κτίρια της πόλης έμειναν όρθια, και σήμερα είναι αξιοθέατα. Μεταπολεμικά, η καταστροφή έδωσε στους Ολλανδούς τη δυνατότητα να χτίσουν την πόλη ξανά από την αρχή, σχεδιάζοντάς την εντελώς διαφορετικά από τις παλιές παραδοσιακές ολλανδικές πόλεις. Με φαρδιούς δρόμους, πάρκα, ανοιχτούς χώρους, μεγάλα κτίρια, εν καιρώ και με ουρανοξύστες, η πόλη έγινε μοντέρνα, ανοιχτή και ταυτόχρονα φιλική προς τους πολίτες. Τα ερείπια έγιναν ένας καμβάς πάνω στον οποίο δημιούργησαν σχεδιαστές, μηχανικοί και αρχιτέκτονες με διάφορες νέες ιδέες για το πώς μπορεί να μοιάζει μια πόλη.
Δεν ήταν όλες καλές.
Σε ένα καταπληκτικό σημείο του Ρότερνταμ, δίπλα στο παλιό λιμάνι, υπάρχει μια συστάδα από διάσημα κίτρινα σπιτάκια, τα «kubuswoningen». Τα σπίτια-κύβοι.

Πρόκειται για ένα συγκρότημα κατοικιών που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1980 από τον αρχιτέκτονα Πιέτ Μπλομ. Ο σκοπός ήταν να φτιάξει κατοικίες πυκνές που, αν και καταλαμβάνουν λίγο χώρο, δημιουργούν το αίσθημα της γειτονιάς, και ταυτόχρονα έχουν μεγάλους κοινόχρηστους χώρους. Κι ο τρόπος που σκέφτηκε ήταν να δώσει στα σπίτια το σχήμα του κύβου και να τα σηκώσει ψηλά στον αέρα, στερεωμένα σε εξαγωνικές τσιμεντένιες κολόνες. Ο χώρος από κάτω θα ήταν ο κοινόχρηστος, η μεγάλη αυλή-πέρασμα. Αλλά μετά έκανε και κάτι άλλο: έστριψε στους κύβους στο πλάι. 54 μοίρες (όχι 45) στραβά. Μπορεί να το έκανε για λόγους στατικότητας. Μπορεί να το έκανε μόνο και μόνο για να κάνει εντύπωση, από εκκεντρικότητα. Το αποτέλεσμα είναι, όντως, ένα αξιοθέατο. Αλλά είναι επίσης και ακατανόητο. Γιατί υπάρχει αυτό το πράγμα; Γιατί στραβά;
Πριν από λίγες ημέρες βρέθηκα στο Ρότερνταμ και πέρασα από τα στραβά κυβόσπιτα. Το ξενοδοχείο μου ήταν δίπλα, αλλά θα τα αναζητούσα ούτως ή άλλως. Βαμμένα κίτρινα, εντελώς παράταιρα με τη γύρω πόλη (ή με οποιαδήποτε πόλη), σαν ένα μικρό δάσος από κυβόσχημα δέντρα, αποτελούν σήμερα ένα δημοφιλές αξιοθέατο. Δικαίως. Είναι ένα πολύ ασυνήθιστο θέαμα σε μια ούτως ή άλλως πολύ μοντέρνα πόλη. Ελάχιστοι άνθρωποι που περνούν από εκεί δεν βγάζουν το κινητό από την τσέπη για να τραβήξουν φωτογραφία. Και βλέπεις το πρόσωπο όλων να φωτίζεται από περιέργεια με το που ακούν ότι αυτά δεν είναι γλυπτά ή διακοσμητικά – είναι κανονικά σπίτια, που κατοικούνται από αληθινούς ανθρώπους. Δύο από αυτά μόνο (τα μόνα «μεγάλα») έχουν μετατραπεί σε χόστελ, ενώ ένα άλλο έχει μείνει κενό και είναι επισκέψιμο, ως μουσείο, για τους περίεργους επισκέπτες που αναρωτιούνται πώς είναι από μέσα. Φυσικά και μπήκα, πληρώνοντας τα 3,5 ευρώ της εισόδου. Μπήκα μπερδεμένος, γεμάτος απορίες. Βγήκα ακόμη πιο μπερδεμένος.

Στο εσωτερικό καθένα από αυτά τα σπίτια έχει θεωρητικά μέγεθος 100 τετραγωνικά μέτρα, κατανεμημένα σε τρεις ορόφους. Μπαίνεις ανεβαίνοντας μια σκαλίτσα από τη βάση της κολόνας, φτάνοντας σε έναν τριγωνικό μικρό χώρο υποδοχής, με μια μικρή κουζινίτσα και ένα μικροσκοπικό σαλονάκι, οι τοίχοι των οποίων γέρνουν προς τα έξω. Τα παράθυρα κοιτάζουν, πρακτικά, προς το πάτωμα από κάτω, το οποίο μπορεί σε κάποιες γωνιές να είναι η περατζάδα ανάμεσα στα σπίτια, αλλά σε άλλα μπορεί να είναι τα αυτοκίνητα (τα σπίτια είναι, πρακτικά, χτισμένα σε μια μεγάλη πεζογέφυρα κάτω από την οποία περνά ένας πολυσύχναστος δρόμος). Στον δεύτερο όροφο ανεβαίνει κανείς με μια πολύ στενή και πολύ απότομη σκάλα, κάθε σκαλοπάτι της οποίας έχει πλάτος παπούτσι νούμερο 26, περίπου. Στη διαρρύθμιση του συγκεκριμένου κύβου ο εξαγωνικός δεύτερος όροφος φιλοξενούσε ένα υπνοδωμάτιο, ένα σαλονάκι και ένα μικρό γραφειάκι, μαζί με ένα μικρό μπάνιο. Αλλοι κύβοι με λίγο διαφορετική διαρρύθμιση έχουν δύο μικρά υπνοδωμάτια. Εδώ οι τοίχοι έγερναν προς τα μέσα. Το κρεβάτι ήταν χωμένο σε μια γωνίτσα. Οι καναπέδες, σε μια άλλη γωνίτσα. Ανεβαίνοντας άλλη μια στενή και απότομη σκαλίτσα έφτανες στο τρίτο επίπεδο, μια τρίγωνη σοφίτα-πυραμίδα, με θέα από τα επικλινή παράθυρα και λίγο χώρο για μερικές γλάστρες και μια καρέκλα. Τα «100 τετραγωνικά» είναι θεωρητικά – επειδή όλοι οι τοίχοι του σπιτιού γέρνουν, η πραγματική ωφέλιμη επιφάνεια είναι με το ζόρι 75.


Γιατί; Γιατί υπάρχει αυτό το σπίτι έτσι; Ο αρχιτέκτονας είχε μια ιδέα και κάποιους ευγενείς στόχους, αλλά το σπιτάκι, όπως το είδα από μέσα, ήταν ένας χώρος που έμοιαζε ειδικά φτιαγμένος να κάνει όλες τις δραστηριότητες της ζωής ενός ανθρώπου μέσα στο σπίτι του πιο δύσκολες. Ολοι οι χώροι ήταν «δύσκολοι», τα πάντα ήταν στριμωγμένα, διαρκώς έπρεπε να έχεις τον νου σου (μην κοπανήσεις το κεφάλι, μη σκοντάψεις), τίποτε δεν γινόταν σε ευθεία, κάθε παραμικρή κίνηση, κάθε πτυχή της βαρετής καθημερινότητας εκεί μέσα χρειάζεται στροφές, απόσταση, προσοχή, συμβιβασμούς και προσπάθεια. Η τριγωνική σοφίτα το καλοκαίρι βράζει. Η στενή σκαλίτσα παραπέμπει περισσότερο σε καΐκι. Πώς να πας για κατούρημα το βράδυ; Πώς να κατέβεις για να βάλεις ένα ποτήρι νερό; Η αίσθηση να κοιμάσαι με το κεκλιμένο ταβάνι 30 εκατοστά από το πρόσωπό σου, τι είδους όνειρα να προκαλεί; Πώς αντέχεται η καθημερινή, διαρκής μετάβαση από το ένα επίπεδο όπου αισθάνεσαι ότι πέφτεις (επειδή οι τοίχοι γέρνουν) σε ένα επίπεδο όπου αισθάνεσαι ότι κάτι σου πέφτει στο κεφάλι (επειδή οι τοίχοι γέρνουν από την άλλη); Σε έναν τοίχο υπήρχε μια πινακίδα με «συχνές ερωτήσεις» επισκεπτών. «Πώς πλένουν τα παράθυρα», ήταν μια ερώτηση. «Περιμένουν να βρέξει», ήταν η ειλικρινής απάντηση.

Τα παραδείγματα διάσημων και ιδιοφυών αρχιτεκτόνων που έφτιαχναν σπίτια που ήταν πανέμορφα και καινοτόμα, με τρομερές ιδέες και οραματικές επινοήσεις, αλλά που τελικά αποδεικνύονταν ελαττωματικά και ακατάλληλα για τον θεωρητικά κύριο σκοπό τους (να ζήσουν μέσα άνθρωποι) είναι πολλά. Η οροφή της διάσημης Villa Savoye του Λε Κορμπιζιέ έσταζε νερά και, επειδή το σπίτι δεν είχε λούκια (χαλούσαν την αρμονία του σχεδίου), είχε διαρκή προβλήματα με την υγρασία από τα νερά που λίμναζαν. Το εκπληκτικό Fallingwater του Φρανκ Λόιντ Ράιτ, χτισμένο πανω από ένα ρέμα σε ένα πανέμορφο δάσος, είναι ένα από τα ομορφότερα σπίτια του κόσμου – αλλά αντιμετώπισε τρομακτικά προβλήματα στατικότητας και, επίσης, ανυπόφορη υγρασία. Οι ιδιοκτήτες του Farnsworth House, που σχεδίασε ο Μις βαν ντερ Ρόε, όταν μετακόμισαν στο πανάκριβο, νέο σπίτι τους διαπίστωσαν ότι όλοι οι γείτονες και οι πολυάριθμοι θαυμαστές του διάσημου αρχιτέκτονα τους έβλεπαν όλες τις ώρες της ημέρας από τις μεγάλες, καινοτόμους τζαμαρίες. Και τα τρία κτίρια στην πράξη κατοικήθηκαν ελάχιστα και ο κόσμος τα θαυμάζει σήμερα και τα καμαρώνει, αλλά μόνο ως αυτό που πραγματικά είναι: μουσεία.
Αλλά τα σπιτάκια στο Ρότερνταμ δεν μου θύμισαν τόσο εκείνα τα εμβληματικά, αλλά προβληματικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, όσο κάτι άλλο. Πριν από πολλά χρόνια (ας μην υπολογίσουμε τώρα πόσα) έγραφα ένα χιουμοριστικό μπλογκ αρχιτεκτονικής. Εξερευνώντας το κυβόσπιτο στο Ρότερνταμ θυμήθηκα ένα πρότζεκτ ενός ζεύγους αρχιτεκτόνων πολύ καινοτόμων και δημιουργικών. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν την ιδέα να φτιάχνουν σπίτια πιο «περιπετειώδη», που να έχουν μέσα στον σχεδιασμό τους το στοιχείο του απροσδόκητου και του τυχαίου. Οι ζωές μας είναι υπερβολικά εύκολες και προγραμματισμένες, έλεγαν, οπότε μέσα στο σπίτι πρέπει να «δοκιμάζονται οι αισθήσεις μας». Οπότε έβαζαν πατώματα με λακούβες, τις πρίζες σε απίθανα μέρη, σκάλες που δεν πάνε πουθενά και άλλα στοιχεία που έκαναν την «απλή ζωή» πιο πλούσια. «Αυτή η πειραματική τυπολογία», έγραφε μια ανάλυση του έργου τους, «αποσκοπεί στη διέγερση των αισθήσεων, προσφέροντας τη δυνατότητα να ανακαλύψει κανείς τις πλήρεις δυνατότητες του σώματος».
Την ίδια ερώτηση που είχα τότε την είχα και εξερευνώντας το σπιτάκι εκείνο στο Ρότερνταμ. Γιατί;
Πόσο πρέπει να απέχει κανείς από την ανθρώπινη κατάσταση, για να πιστεύει ότι οι ζωές μας είναι «πολύ εύκολες»; Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό εκεί μέσα. Από ποια ζωή προνομίου και τρυφηλότητας πρέπει να προέρχεται κανείς (και, ταυτόχρονα, πόση κοινωνική αφασία πρέπει να συσσωρεύει), για να αποφασίσει με τη δουλειά του και τον κόπο του να κάνει τη ζωή των ανθρώπων πιο δύσκολη; Και να αποφασίσει, μάλιστα, αυτός ο ίδιος το πόσο και πώς πιο δύσκολη. Αν είναι ένας ο ρόλος των ανθρώπων που χτίζουν τις υποδομές και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε τις ζωές μας, δεν είναι να αφαιρούν την περιττή τριβή από αυτές; Γιατί πήγε αυτός ο άνθρωπος τότε, στη δεκαετία του 1970 που του κατέβαιναν εκείνες οι ιδέες, κι είπε να στρίψει τους κύβους κατά 54 μοίρες;
Η απάντηση, βέβαια, θαρρώ ότι ήταν μπροστά μου. «Τα σπίτια αυτά απευθύνονται σε ανθρώπους δημιουργικούς», έγραφε η πινακίδα με τις χρήσιμες πληροφορίες και τις συχνές ερωτήσεις. Τέτοια σπίτια δεν απευθύνονται σε όλους, υπονοούσε. Πρέπει να είσαι ένας ειδικός τύπος ανθρώπου για να επιζητείς την εκκεντρικότητα αφενός, και ένας ακόμα πιο ειδικός τύπος για να επιζητείς περισσότερη δυσκολία στην καθημερινότητα, περισσότερη τριβή στις απλές διαδικασίες της σπιτικής ζωής. Κάποιος κακεντρχής θα έλεγε ότι για κάποιους η ζωή δεν είναι μόχθος ή άγχη. Κάποιοι, πράγματι, ενδέχεται να μην έχουν αρκετές δυσκολίες και εμπόδια, και να τα χρειάζονται στην ασφάλεια του σπιτιού τους, έτσι, για να νιώσουν λίγο πιο αληθινοί. Για αυτούς, ναι. Και τα σπίτια εκείνου του ζεύγους, και τα «κυβόσπιτα» του κύριου Μπλομ σε τέτοιους απευθύνονται.
Το κόστος καθενός από τα «κυβόσπιτα» των 75 ωφέλιμων τετραγωνικών υπολογίζεται κοντά στο μισό εκατομμύριο ευρώ.

