Είναι αυτόματο. Παβλοφική αντίδραση. Κάθε φορά που βλέπω το πρώτο καρπούζι στο μανάβικο, το σκέφτομαι κομμένο, παγωμένο, ζουμερό, με λίγη φέτα. Είναι σχεδόν φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Γυρνάς κουρασμένος το βράδυ, ανοίγεις το ψυγείο και σε δύο λεπτά, με το τίποτα, έχεις σκαρώσει το πιο ωραίο βραδινό – εγώ προσθέτω και λίγα φυλλαράκια δυόσμου για έξτρα δροσιά. Αυτή τη φορά όμως άναψε κι άλλο λαμπάκι: καρπουζόπιτα. Δεν ξέρω γιατί. Ισως γιατί σιγά σιγά ροκανίζεται ο χρόνος για τις διακοπές και το μυαλό αρχίζει να πεταρίζει σε διάφορα καλοκαιρινά στιγμιότυπα. Ισως γιατί έχω καιρό να το φάω αυτό το γλυκάκι. Μετά το μπάνιο, με το αλάτι ακόμη στο δέρμα, την πρωτοδοκίμασα τη λεπτή μαλακή πίτα που κάνουν σε διάφορα κυκλαδονήσια. Πάνε πολλά, πολλά χρόνια. Μετά όποτε την έβρισκα μπροστά μου, στη Μήλο, στην Κίμωλο, στη Φολέγανδρο, στην Ιο, έπαιρνα ένα κομμάτι. Δεν είναι γλυκό με πολλά ταρατατζούμ. Απλή, λιτή, με ήπια γλύκα, η καρπουζόπιτα –αλλού τη λένε καρπουζένια– έχει μια δική της νοστιμάδα. Μ’ αρέσει.
Στη Μήλο κάποια στιγμή παρακολούθησα να τη φτιάχνουν κιόλας, όταν σ’ ένα ταξίδι κάποιες παλιές μαγείρισσες μοιράστηκαν μαζί μας διάφορες ωραίες παραδόσεις του νησιού. Με τα μικρά, άνυδρα, ντόπια καρπουζάκια που τα φωνάζουν μπουζιτάκια. Δυο δούλευαν με τα χέρια την καρπουζόψυχα στις λεκάνες, δυο άλλες εξηγούσαν και έλεγαν παράλληλα τα δικά τους, μπλεγμένες σαν μελίσσι πάνω από έναν πάγκο που στήθηκε στη σκιά. Και με το πιρούνι μπορείς να το λιώσεις το όλο νερό φρούτο, ελαφρά, αφού το ξεσποριάσεις. Καλό είναι πάντως το καρπούζι να μην πολτοποιηθεί πλήρως, είναι ωραίο να νιώθεις, έστω λίγο, τα κομματάκια του στο δόντι.
Μια φορά το έχω φτιάξει στο παρελθόν. Τώρα που γλύκαναν τα καρπούζια λέω να το ξανακάνω. Το τραγανό απέξω και μαλακό από μέσα θερινό τραταμέντο, που κομμένο σε τρίγωνα, τετράγωνα ή ρόμβους κάνει καλή παρέα σε ένα απογευματινό καφεδάκι, δεν θέλει και πολλά. Καρπούζι, αλεύρι, ζάχαρη και μέλι, κανέλα, ελαιόλαδο, σουσάμι που μπαίνει πάνω και κάτω, κι ένα ταψί. Με λίγη προσοχή μπορεί να το επιχειρήσει και κάποιος που δεν είναι προπονημένος στα γλυκά. Τη ζάχαρη και το μέλι τα αυξομειώνουν ανάλογα με το πόσο γλυκό είναι το καρπούζι. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, «με το μάτι», όπως έλεγαν οι χρυσοχέρες κυρίες από τη Μήλο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πάντα τη βρίσκεις μπροστά σου αυτή τη μονάδα μέτρησης που είναι και έκτη αίσθηση μαζί. Ετσι γίνεται και σ’ αυτή τη συνταγή.

