Στο Αμστερνταμ, το βράδυ της 30ής Ιουνίου, όσο η αντίστροφη μέτρηση της πρώτης λίστας Europe’s 50 Best Bars προχωρούσε από το No50 προς την κορυφή, η ελληνική αποστολή άρχισε να καταλαβαίνει πως ζούσε μια ιστορική στιγμή. Το λέω «αποστολή», γιατί, παρόλο που τα έξι ελληνικά μπαρ τα οποία είχαν κληθεί να παραστούν στην εκδήλωση είχαν ταξιδέψει εκεί ξεχωριστά, μέσα στην αίθουσα υπήρχε κάτι που ξεπερνούσε τις επιμέρους διακρίσεις. Σύμπνοια, αλληλοϋποστήριξη, αγωνία για τον διπλανό, ουρλιαχτά χαράς, αγκαλιές. Είμαστε μια μικρή χώρα, που εκείνο το βράδυ ήταν πιασμένη σε μια αγκαλιά.

Φέτος ήταν η πρώτη φορά που ο οργανισμός 50 Best ανακοίνωνε ξεχωριστή λίστα για τα καλύτερα μπαρ της Ευρώπης. Μέχρι σήμερα, τα ελληνικά μπαρ είχαν πολυετή παρουσία στις παγκόσμιες λίστες του θεσμού — με το Baba au Rum του Συντάγματος να αποτελεί το ελληνικό μπαρ με τη μακροβιότερη παρουσία σε αυτές. Ομως η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής λίστας έχει τη δική της σημασία. Στη γηραιότερη ήπειρο βρίσκονται μερικά από τα παλαιότερα, ιστορικά μπαρ του κόσμου, θρυλικές μπάρες, μεγάλες σχολές, πόλεις με κουλτούρα στα κοκτέιλ. Η Αθήνα όχι μόνο ήταν ανάμεσα σε αυτές, αλλά κυριάρχησε.
Πώς συνέβη αυτό; Η κατάταξη δεν προκύπτει από αιτήσεις συμμετοχής. Περισσότεροι από 300 ανώνυμοι ψηφοφόροι -δημοσιογράφοι, ταξιδεμένοι cocktail lovers, επαγγελματίες της βιομηχανίας του ποτού- καλούνται να ψηφίσουν τις εξαιρετικότερες των εμπειριών που είχαν σε κάποιο μπαρ τους τελευταίους 18 μήνες — και να το αποδείξουν ακόμα και μια φωτογραφία από τον λογαριασμό που πλήρωσαν εκίνη τη νύχτα. Κάθε ψηφοφόρος επιλέγει επτά μπαρ, η διαδικασία είναι εμπιστευτική. Κάθε μπαρ στην Ευρώπη, ή στον κόσμο για τις διεθνείς λίστες, μπορεί να ψηφιστεί. Αυτό που επιβραβεύεται δεν είναι μόνο ένα τέλειο ποτό, αλλά η συνολική εμπειρία, δηλαδή η φιλοξενία, οι ιδέες τους, η νοστιμιά, οι καλές αναμνήσεις, ένα άθροισμα λεπτομερειών που κάνει ένα μπαρ αξέχαστο. Σύμφωνα με τον θεσμό, η λίστα του Europe’s 50 Best Bars 2026 περιλαμβάνει μπαρ από 22 πόλεις της Ευρώπης.

Φτάσαμε στη βιομηχανική πλευρά της ολλανδικής πρωτεύουσας περίπου στις 19.00, μέσα σε μια ευμεγέθη αποθήκη που ήταν «ντυμένη» με πράσινα φώτα για να τιμήσει τον μεγάλο χορηγό, την Perrier. Οι ομάδες των μπαρ ξεχώριζαν από τα κόκκινα φουλάρια που τους παρέχονται ως διακριτικά από τον θεσμό. Η θερμοκρασία εντός ανέβαινε όσο η λίστα κατέβαινε από το No50 προς το No40 και ταυτόχρονα η χαρά μεγάλωνε. Ο Γορίλας από τη Θεσσαλονίκη ανακοινώθηκε στο No33, ένα μπαρ εκτός Αθήνας, από μια αγορά ακόμη πιο δύσκολη και λιγότερο εκτεθειμένη διεθνώς, έμπαινε ανάμεσα στα καλύτερα της Ευρώπης. Στο No30, ήρθε το The Clumsies, που εδώ και χρόνια βρίσκεται στις μεγάλες διεθνείς λίστες. Και μετά άρχισε η αναμονή. Για πολλές θέσεις, η ελληνική πλευρά έμεινε σε αναμμένα κάρβουνα, συγκρατημένα χαρούμενη. Ωσπου το κλασικό πια Baba au Rum στο No14 και για πρώτη φορά σε κάποια από τις διάσημες λίστες το Barro Negro, το κοκτέιλ μπαρ που έχει ταυτιστεί με τα αποστάγματα αγαύης, εμφανίστηκε στο No13. Τέσσερα ελληνικά μπαρ μέσα στην δεκατετράδα.

Οταν στο No3 είδαμε το Sips της Βαρκελώνης, οι Ελληνες άρχισαμε να πανηγυρίζουμε πριν ακόμη ακουστούν οι δύο πρώτες θέσεις. Γιατί αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα, το No1 και το No2 ήταν ελληνικά. Το Bar in Front of the Bar στο No2. Το Line στο No1. Για πρώτη φορά η Ελλάδα, η Αθήνα, βρέθηκε τόσο ψηλά σε λίστα του θεσμού και μάλιστα κατέκτησε ταυτόχρονα την πρώτη και τη δεύτερη θέση. Κόσμος ερχόταν προς το μέρος μας να γίνει ένα με αυτόν τον δεμένο κύκλο που κινούνταν με θόρυβο γύρω γύρω. Ηταν αδιανόητο.
«Για χρόνια πίστευα ότι, για μια αγορά του μεγέθους μας, οι θέσεις μας στις λίστες ήταν κάτι σαν ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Σαν να μας λέει κάποιος, πολύ χαριτωμένο, μπράβο, Αθήνα, τώρα αφήστε τους μεγάλους να κάνουν τη δουλειά τους. Τελικά, αυτό το χτύπημα στην πλάτη ήταν κάποιος που μας έσπρωχνε μπροστά», έγραψε λίγες ώρες μετά την απονομή ο Δημήτρης Νταφόπουλος, συνιδιοκτήτης του Line που βρέθηκε στο No1, συνεχίζοντας, «η χθεσινή βραδιά δεν ήταν σημαντική μόνο για εμάς. Ηταν για ολόκληρη την ελληνική bar σκηνή. Χώρια οι Ελληνες συνάδελφοί μας των οποίων τα μπαρ διακρίνονται στην Ελβετία, την Αυστρία και τη Δανία. Αν μπορούμε να το κάνουμε εμείς, μπορεί να το κάνει ο καθένας. Δεν είμαστε πια “ανερχόμενοι”. Είμαστε εδώ», είπε.

Τα μπαρ δεν είναι μόνο τα ποτά, η μουσική, τα ποτήρια και τα βραβεία. Είναι επιχειρήσεις που δίνουν δουλειά σε πολλούς ανθρώπους, πληρώνουν δεκάδες μισθούς κάθε μήνα, συνεργάζονται με παραγωγούς και με μικρές ελληνικές επιχειρήσεις. Λειτουργούν μέσα σε μια χώρα που η φορολογία στο αλκοόλ είναι βαριά, το κόστος ανεβαίνει και δεν έχουν όλοι μεγάλους χορηγούς ή εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια. Κάποιοι από αυτούς, όπως το Line, στηρίζουν καλλιεργητές, προαγοράζουν σοδειές φρούτων και λαχανικών για να φτιάξουν ένα αλλιώτικο σιρόπι, ένα χειροποίητο αναψυκτικό, ένα υλικό που θα γίνει μέρος ενός ποτού. Με τη δημιουργικότητά τους αναδεικνύουν ελληνικά προϊόντα, σηκώνουν ένα βάρος από άλλους Ελληνες του επιχειρείν και τους δίνουν το περιθώριο να συνεχίσουν, επενδύοντας στην ποιότητα.

Ταυτόχρονα, οι bartenders ταξιδεύουν, φέρνουν πίσω νέες τεχνικές και νέες αντιλήψεις γύρω από τη φιλοξενία, τη βιωσιμότητα, τη συμπερίληψη. Γίνονται, στην πράξη, από τους πιο αποτελεσματικούς πρεσβευτές μιας Ελλάδας ανοιχτής, δημιουργικής, εργατικής, που ξέρει να φιλοξενεί αλλά και να παινεύει το σπίτι του διπλανού. Σερβίρουν μερικά από τα πιο νόστιμα ποτά σε χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον κόσμο που έρχονται στη χώρα μας. Οπως σωστά σημείωνε μετά την απονομή η δημοσιογράφος Ντέννυ Καλλιβωκά, «στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη μπορείς σήμερα να πιεις, με 12 ευρώ, ένα ποτό σε κάποια από τα καλύτερα μπαρ της Ευρώπης».
Μπορεί η Αθήνα να είναι μια μικρή αγορά για τη βιομηχανία του ποτού. Μια μικρή πόλη, όσο κι αν μας αρέσει συχνά να τη βαφτίζουμε μητρόπολη. Κι όμως, ένα μπαρ στα Πετράλωνα, το Line, βρέθηκε πάνω από θρυλικά ονόματα της ευρωπαϊκής σκηνής, όπως το Connaught Bar στο Λονδίνο, το Moebius στο Μιλάνο, το Bar Nouveau του Παρισιού και τo Himkok της Νορβηγίας. Η παρουσία κι άλλων «μικρών» στη λίστα, όπως το μπαρ Nouvelle Vague στα Τίρανα (16η θέση), φωτίζει περισσότερο τη δημιουργικότητα των Βαλκανίων.

Οσο για την Αθήνα, αυτό που συμβαίνει δεν είναι τυχαίο, μόδα, ή συγκυρία. Είναι η δουλειά είκοσι ετών. Είναι οι άνθρωποι που άνοιξαν τον δρόμο, όσοι ταξίδεψαν, όσοι έστησαν ομάδες, όσοι έμαθαν να μιλούν για ελληνικά αποστάγματα, για κρασί, για μαστίχα, τσίπουρο, βότανα, ζυμώσεις και εποχικότητα. Είναι οι άνθρωποι που έπεισαν τους ξένους ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο ήλιος και θάλασσα, αλλά και μια σύγχρονη σκηνή με άποψη, τεχνική, φαντασία, διακρίσεις, στην οποία αξίζει να ταξιδέψεις, να δοκιμάσεις, να συγκινηθείς, όπως κι εμείς προχθές το βράδυ.
* Τα καταστήματα και τα προϊόντα που προτείνονται είναι επιλογές της δημοσιογράφου και δεν έχουν εμπορικό σκοπό.
