Σας καλώ να κάνουμε αυτό το διανοητικό πείραμα: τι θα γινόταν αν σήμερα, λίγη ώρα αφότου τελειώνατε την ανάγνωση αυτού εδώ του νιουζλέτερ, το Ιντερνετ έπεφτε; Επεφτε. Εσβηνε. Χανόταν. Ολοκληρωτικά. Και τα επίγεια δίκτυα και τα δίκτυα 4G/5G, όλα κάτω. «Πώς θα γινόταν αυτό», θα με ρωτήσετε. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι που θα μπορούσαν να αφανίσουν το Ιντερνετ, από μια απροσδόκητης κλίμακας επίθεση στο BGP μέχρι μια ηλιακή υπερέκλαμψη που στέλνει μια γιγάντια στεμματική εκπομπή μάζας προς το μέρος μας και καίει οτιδήποτε ηλεκτρονικό στη Γη (οπότε, ασφαλώς, θα είχαμε και άλλα, πολύ μεγαλύτερα προβλήματα). Αλλά η αιτία δεν έχει σημασία για το πείραμά μας. Φανταστείτε ότι για κάποιο λόγο, οποιονδήποτε λόγο, σε ολόκληρο τον πλανήτη πέφτει το Ιντερνετ. Η άσκηση που θα κάνουμε εδώ είναι τι θα γινόταν μετά και, κυρίως, το δίδαγμα που μπορεί να προκύπτει από μια τέτοια νοητική άσκηση. Ας τα πάρουμε από την αρχή.
Τι γίνεται μετά;
Πολύ συνοπτικά: χάος. Γίνεται χάος. Πέφτει το Ιντερνετ. Οπότε δεν μπορείτε να γκουγκλάρετε «γιατί δεν έχω Ιντερνετ;». Ούτε να ρωτήσετε το Claude «πώς ξαναβάζω Ιντερνετ;». Δεν μπορείτε να στείλετε μήνυμα στον σύντροφό σας για να δείτε αν έχει πέσει το Ιντερνετ και στη δουλειά του, ή να πάρετε τηλέφωνο στο σχολείο του παιδιού, για να τσεκάρετε ότι όλα είναι καλά (καθότι η Ελλάδα, όπως οι περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, έχουν εν πολλοίς ξηλώσει/απενεργοποιήσει το δίκτυο χαλκού και σχεδόν όλες οι κλήσεις γίνονται μέσω Ιντερνετ). Δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε με κανέναν για να μάθετε τι συμβαίνει. Ο μόνος τρόπος είναι να ανοίξετε την τηλεόραση, εφόσον βλέπετε τα κανάλια με την παραδοσιακή κεραία από την ταράτσα, ή να ανοίξετε το ραδιόφωνο.
Για λίγη ώρα πολλά πράγματα θα συνεχίσουν όπως πριν. Τα αυτοκίνητα ξαφνικά δεν θα έχουν GPS και δεν θα μπορούν να παίζουν μουσική από το Spotify, αλλά δεν θα σταματήσουν – θα σας πάνε στον προορισμό σας. Τα αεροπλάνα δεν θα πέσουν από τον ουρανό – οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας θα τα κατευθύνουν για να προσγειωθούν με ασφάλεια, καθότι τέτοιες κρίσιμες υποδομές δεν εξαρτώνται από το Ιντερνετ. Αλλά κανένα άλλο αεροπλάνο δεν θα μπορεί να απογειωθεί, επειδή όλα τα άλλα, μη κρίσιμα συστήματα, της διαχείρισης και του προγραμματισμού των πτήσεων, τα συστήματα εισιτηρίων κ.λπ. θα πέσουν. Μαζί θα πέσουν τα εργαλεία που ελέγχουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες για κάθε είδους προϊόντα – συμπεριλαμβανομένων και ειδών πρώτης ανάγκης (φάρμακα, τρόφιμα κ.λπ.). Tο τραπεζικό σύστημα θα πάψει να λειτουργεί. Tα χρηματιστήρια θα κλείσουν αυτόματα. Τα ΑΤΜ δεν θα μπορούν να ταυτοποιήσουν χρήστες και να βγάλουν χρήματα, οι πιστωτικές κάρτες δεν θα «περνάνε» από το μηχάνημα και ο μόνος τρόπος να πληρωθεί οτιδήποτε θα είναι με μετρητά. Οι πρώτες ώρες θα είναι ένα χάος. Οικογένειες θα προσπαθούν να βρεθούν μεταξύ τους, δουλειές θα κλείνουν, η χώρα θα παραλύει, ο κόσμος θα παραλύει, όλοι θα προσπαθούν να γυρίσουν σπίτι για να δουν τι συμβαίνει στις ειδήσεις. Κι αυτό θα πάρει λίγη ώρα, καθότι ούτε οι δημοσιογράφοι θα μπορούν να επικοινωνήσουν με πηγές και αρμόδιους. Ολόκληρος ο κόσμος θα σταματήσει.
Και μετά θα έρθουν οι σοβαρότερες συνέπειες. Ελλείψεις σε τρόφιμα και σε φάρμακα, τερατώδεις απώλειες σε ζωές και πόρους καθώς τα συστήματα υγείας και τα τραπεζικά συστήματα θα επανέρχονται αργά και δύσκολα σε έναν πιο πρωτόγονο τρόπο λειτουργίας και, βέβαια, ο αφανισμός μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνο από τις δουλειές σε εταιρείες όπως η Google ή η Anthropic, που θα πάψουν να έχουν αντικείμενο και λόγο ύπαρξης, αλλά κι από την απενεργοποίηση των εργαλείων που χρησιμοποιούν όλες οι εταιρείες του κόσμου, ανεξαρτήτως κλάδου. Η ανθρωπότητα δεν θα καταρρεύσει. Οι οικονομίες θα καταρρεύσουν, κι ο χαμός ανθρώπων και περιουσιών θα προκαλέσει τεράστιες κοινωνικές πιέσεις. Θα είναι ένα οικονομικό σοκ. Αλλά μετά από μια τέτοια καταστροφή, δεν θα τελείωνε και το ανθρώπινο είδος. Η μετάβαση θα ήταν επώδυνη, αλλά λιγότερο δύσκολη από ό,τι ίσως φαντάζει έχοντας διαβάσει κανείς τις παραπάνω παραγράφους. Η ανθρωπότητα θα χρειαζόταν, απλώς, να μετατοπιστεί παραγωγικά και οικονομικά τέσσερις δεκαετίες πίσω. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι και μυαλά που θυμούνται πώς ήταν τότε, και έχουν και τις δεξιότητες να ξανακάνουν τον κόσμο να λειτουργεί, με άλλα μέσα και μεθόδους.
Αυτό είναι το ένα σκέλος της άσκησης. Αξίζει να το δοκιμάσετε ως ερώτημα στην προσωπική σας ζωή. Πώς θα άλλαζε η καθημερινότητά σας αν δεν είχατε καθόλου Ιντερνετ; Θα έπρεπε να κάνετε κάποια άλλη δουλειά; Αν το κινητό σας λειτουργούσε πια μόνο ως ψηφιακή φωτογραφική μηχανή και (υπό προϋποθέσεις) κάτι σαν iPod και (υπό ακόμα περισσότερες προϋποθέσεις) ως πρωτόγονο τηλέφωνο για κλήσεις και SMS, θα συνεχίζατε να το κουβαλάτε μαζί; Τι άλλο θα κάνατε διαφορετικά; Τι δεν θα άλλαζε καθόλου;
Το δεύτερο σκέλος της άσκησης έχει να κάνει με τη διδακτική διάσταση μιας τέτοιας καταστροφής. Το Ιντερνετ έχει μεταμορφώσει τον τρόπο που επικοινωνούμε ως είδος και έχει επιταχύνει και απλοποιήσει πολλές διαδικασίες σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά έχει και άλλες συνέπειες. Εχει αλλοιώσει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο δεχόμαστε, καταγράφουμε, επεξεργαζόμαστε και θυμόμαστε πληροφορίες. Παράλληλα με όλα τα ευεργετήματα και τις απλοποιήσεις μέσα στον πυρήνα του δικτύου έχει στηθεί ένας μηχανισμός οικονομικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης προσοχής, του χρόνου μας και των προσωπικών μας δεδομένων. Χρησιμοποιούμε το Ιντερνετ για να κάνουμε ευκολότερα πληρωμές, για να ψυχαγωγούμαστε, για να δουλεύουμε και για να αποθηκεύουμε τα ψηφιοποιημένη κομμάτια της ζωής μας, αλλά ταυτόχρονα μας χρησιμοποιεί κι αυτό για να μας διαφημίζει και να μας πουλάει πράγματα και για να μας κρατά την προσοχή και το βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη για όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο γίνεται. Οι συνέπειες αυτής της 30ετούς «κοινωνικής συμφωνίας» που έχει κάνει άτυπα το ανθρώπινο είδος με μια χούφτα γιγάντιες εταιρείες έχουν καταγραφεί στη βιβλιογραφία εκτενέστατα, ασφαλώς (για παράδειγμα εκεί, εκεί, εκεί, εκεί, εκεί – ή ενίοτε και εκεί) αλλά νομίζω ότι για πάρα πολλά μέλη του είδους μας δεν έχει γίνει απόλυτα κατανοητή και δεν έχει γίνει εκούσια. Μπορεί μια τέτοια καταστροφή, σαν αυτή που περιγράφουμε εδώ, να ήταν παράλληλα, εκτός από οικονομική και κοινωνική τραγωδία, και ένα ξύπνημα.
Πρόσφατα ο βρετανός κωμικός Πολ Τόμκινς, μισο-αστεία μισο-σοβαρά, πρότεινε σε ένα πόντκαστ ακριβώς αυτή την ιδέα, που ήταν και έμπνευση γι’ αυτό το άρθρο: να κλείσουμε το Ιντερνετ για δύο χρόνια. Ο πρώτος χρόνος, λέει, θα ήταν καταστροφή. Αλλά στον δεύτερο χρόνο, λέει επίσης, θα είχαμε προσαρμοστεί. Θα είχαμε ξαναμάθει να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά. Και θα είχαμε καταλάβει και ποια από όσα γίνονταν αλλιώς πριν, κακώς γίνονταν έτσι. Θα αντιλαμβανόμασταν τα πράγματα που μας έλειπαν από το Ιντερνετ, αλλά θα συνειδητοποιούσαμε και τις βλάβες και τις ζημιές και τα τραύματα.
Ολα τα πράγματα πρέπει να γίνονται με μέτρο και σωφροσύνη. Αλλά όταν έχεις απέναντι κολοσσούς και ολιγάρχες με όλα τα κίνητρα του κόσμου για να σε πείσουν ή να σε αναγκάσουν να χρησιμοποιείς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους χωρίς κανένα μέτρο, γίνεται λίγο δύσκολο να βρεις από μόνος ή μόνη τις άμυνες και την ισορροπία. Δύο χρόνια χωρίς Ιντερνετ, λέει η ιδέα του κωμικού, θα ήταν ό,τι πρέπει για να βρούμε τα ίσα μας. «Και μετά», λέει στο πόντκαστ, «τον τρίτο χρόνο, το ξανανοίγουμε το Ιντερνετ. Και έχουμε μάθει τι δεν χρειαζόμαστε. Και ποια πράγματα δεν πρέπει να ξαναγίνουν όπως πριν».
