Ο Αμερικανός γλωσσολόγος Τζορτζ Λάκοφ έκανε το εξής πείραμα με τους φοιτητές του. Ξεκινώντας το μάθημα τους έλεγε: μη σκέφτεστε έναν ελέφαντα! Τι έρχεται στο μυαλό σου όταν σου λένε «μη σκέφτεσαι έναν ελέφαντα;» Μα, φυσικά ένας ελέφαντας. Αυτό το τέχνασμα χρησιμοποιούσε για να αναλύσει στη συνέχεια τις ιδέες του για το πώς η γλώσσα, με συγκεκριμένες μεθόδους και τεχνάσματα, σχηματοποιεί και διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον κόσμο.
Το 2004, λίγο πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, ο Λάκοφ ήταν πολύ ανήσυχος. Προοδευτικός ο ίδιος, έβλεπε με τρόμο τον συντηρητισμό να απλώνεται και να κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Θεωρούσε ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα της εποχής Μπους οδηγούσε τη χώρα σε πολύ επικίνδυνη κατεύθυνση. Πού να ήξερε, θα πείτε εσείς τώρα, με τη σοφία του 2026. Αλλά για την εποχή του τα σημάδια που έβλεπε στην κοινωνία ήταν πολύ δυσοίωνα. Οπότε έγραψε ένα μικρό βιβλιαράκι στο οποίο αποτύπωνε τη θεωρία του για τη χρήση της γλώσσας στον πολιτικό λόγο και διατύπωνε και ιδέες και προτάσεις για το πώς οι προοδευτικοί -και το Δημοκρατικό κόμμα- θα μπορούσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο του δημόσιου διαλόγου και να αρχίσουν να κερδίζουν, πάλι, εκλογές. Το ονόμασε έτσι: «Don’t Think of an Elephant!» με θαυμαστικό στο τέλος. Δέκα χρόνια μετά, κυκλοφόρησε και μια ανανεωμένη έκδοση, προσαρμοσμένη στα δεδομένα μιας Αμερικής που είχε, πια, Δημοκρατικό –και μαύρο– πρόεδρο.
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι ο πολιτικός διάλογος στον κόσμο μας δεν γίνεται στη βάση ιδεών ή δεδομένων, αλλά ανάμεσα σε «πλαίσια». Οι διαφορετικοί πόλοι (προοδευτικοί και συντηρητικοί, για τον κόσμο του συγγραφέα, δηλαδή οι Αμερικανοί Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί στις αρχές του 21ου αιώνα) έχουν διαφορετικά πλαίσια κατανόησης του κόσμου. Και αυτά τα πλαίσια, που συνίστανται σε κάποιες θεμελιώδεις παραδοχές και σχηματοποιούνται με συγκεκριμένους τρόπους από πολύ νωρίς στη ζωή του ανθρώπου, είναι συμπαγή και άκαμπτα.
Πολλοί νομίζαμε ότι για να πείσουμε τους απέναντι πρέπει να τους καταλάβουμε και, κυρίως, να τους μιλήσουμε «στη γλώσσα τους». Οχι, λέει ο Λάκοφ. Οταν τους μιλάς στη γλώσσα τους, όταν πηγαίνεις εκεί όπου βρίσκονται, με τους δικούς τους όρους, έμμεσα τους επιβεβαιώνεις ότι εκεί που βρίσκονται είναι καλά, έχουν δίκιο. Η λύση, λέει, είναι να μιλάς στο δικό σου πλαίσιο, με τη δική σου γλώσσα. Οχι με τη δική τους.
Το πώς προκύπτουν αυτά τα «πλαίσια» είναι μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Γενικά, το τι είναι ο κάθε άνθρωπος και το πώς σκέφτεται είναι πολύπλοκο πράγμα. Οι ιδεολογίες και οι ηθικές προσεγγίσεις δεν αρκούν για να περιγράψουν ούτε μεμονωμένα άτομα ούτε ασφαλώς και μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες. Κάθε άνθρωπος μπορεί, για παράδειγμα, να έχει μέσα στο κεφάλι του περισσότερα από ένα «ηθικά συστήματα», περισσότερα από ένα σετ κανόνων, τα οποία επιστρατεύει σε διαφορετικές συνθήκες και για διαφορετικές ανάγκες της ζωής του.
Οι άνθρωποι, λέει ο Λάκοφ, σκέφτονται μέσα σε αυτά τα «πλαίσια» που λέγαμε. Αν τα δεδομένα και τα στοιχεία που ακούνε ταιριάζουν με το πλαίσιο που υπάρχει στο μυαλό τους, έχει καλώς. Μπορούν να τα αποδεχθούν και να τα υιοθετήσουν. Αν όχι, το πλαίσιο δεν αλλάζει. Τα δεδομένα είτε αλλοιώνονται και μπαίνουν μεταλλαγμένα, για να ταιριάζουν στο πλαίσιο, είτε απορρίπτονται.
Και πώς προκύπτουν αυτά τα πλαίσια; Ο Λάκοφ απλοποιεί το φαινόμενο της πολιτικής πόλωσης και του ευρύτερου διχασμού στις σύγχρονες κοινωνίες χωρίζοντας τους μεν από τους δε σε δυο βασικές κατηγορίες, ανάλογα με το μοντέλο «οικογένειας» το οποίο, λέει, αναγνωρίζουν ως το σωστό και από το οποίο λίγο-πολύ προέρχονται. Οι συντηρητικοί, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, είναι αυτοί που υποτάσσονται στο μοντέλο του «αυστηρού πατέρα». Που θεωρούν σημαντική την πειθαρχία, που επιζητούν και υποτάσσονται ευχαρίστως σε αυτό που οι ίδιοι αναγνωρίζουν ως αυθεντία, που θέλουν κανόνες και όρια. Ο κόσμος του «αυστηρού πατέρα» είναι ένας κόσμος επικίνδυνος, ανταγωνιστικός και δύσκολος. Υπάρχουν νικητές και χαμένοι. Υπάρχει σωστό και λάθος. Οι άνθρωποι γεννιούνται κακοί και πρέπει κάποιος να τους μάθει να κάνουν το καλό. Χρειάζονται τον αυστηρό πατέρα που προστατεύει και υποστηρίζει την οικογένεια σε έναν κόσμο δύσκολο και επικίνδυνο, και διδάσκει στα παιδιά το σωστό και το λάθος. Τα παιδιά πειθαρχούν και, όταν αποτυγχάνουν, τιμωρούνται. Η σύνδεση του μοντέλου αυτού με τον ατομικισμό του καπιταλισμού είναι αυτονόητη. Αυτοί είναι, προφανώς, και οι άνθρωποι που έχουν αυτό που η Αυστραλή πολιτική επιστήμονας Κάρεν Στένερ αποκαλεί «αυταρχική προδιάθεση».
Στην άλλη πλευρά, οι προοδευτικοί είναι αυτοί που ταιριάζουν περισσότερο στο μοντέλο των ήπιων, υποστηρικτικών γονέων, στις αξίες της ενσυναίσθησης και της αμοιβαίας φροντίδας. Αυτό το μοντέλο θεωρεί ότι οι άνθρωποι γεννιούνται καλοί και χάνουν τον δρόμο τους μόνο αν δεν έχουν υποστήριξη και αγάπη. Ο ρόλος της οικογένειας είναι η φροντίδα των παιδιών και η υποστήριξή τους για να μάθουν να φροντίζουν και άλλους. Η έμφαση της υποστηρικτικής οικογένειας είναι ταυτόχρονα και στο άτομο, αλλά και στο σύνολο.
Οι ηθικές αξίες του ατόμου, λέει, πηγάζουν από το μοντέλο «οικογένειας» που ενστερνίζεται και υιοθετεί περισσότερο. Και επηρεάζουν την πολιτική στάση βαθιά και άμεσα. Πρέπει το κράτος να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας στους οδηγούς ή κράνους στους μοτοσικλετιστές; Οι δύο «οικογένειες» έχουν διαφορετική στάση σε τέτοια θέματα. Εχουν διαφορετική στάση σχεδόν σε όλα τα θέματα.
Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα αλλά ασφαλώς απλουστευτική κατασκευή, που μπορεί να ίσχυε σε κάποιο βαθμό για τις αθώες εποχές του 2004 ή και του 2014, αλλά ζορίζεται λίγο να περιγράψει τον MAGA κόσμο ή τους ψηφοφόρους του Φαράτζ, που δεν μοιάζουν να ενδιαφέρονται και πολύ για κανόνες. Επιπλέον, το οικογενειακό μοντέλο με το οποίο ταυτίζονται δεν μοιάζει τόσο με του «αυστηρού πατέρα», αλλά του κακοποιητικού, που φοράει κουκούλα, βγάζει ζώνη και βγαίνει για να λιντσάρει τους μαύρους γείτονες. Αλλά οπωσδήποτε, από όπου κι αν προκύπτουν, όπως κι αν διαμορφώνονται, οι ταυτότητες είναι πλέον το βασικό κριτήριο με το οποίο οι πολίτες αυτοτοποθετούνται στο πολιτικό φάσμα. «Οι άνθρωποι», γράφει ο Λάκοφ, «δεν ψηφίζουν απαραίτητα με κριτήριο το προσωπικό τους συμφέρον. Ψηφίζουν την ταυτότητά τους. Ψηφίζουν τις αξίες τους. Ψηφίζουν αυτόν με τον οποίο ταυτίζονται». Τα έγραψαν κι άλλοι αυτά, πολύ αργότερα.
Εκεί που έχει μεγαλύτερη αξία το εγχειρίδιο του Λάκοφ είναι στο διά ταύτα: πώς γίνεται, πρακτικά, η αντιμετώπιση των «απέναντι»; Με τι όπλα αντιπαρατίθεσαι σε έναν τοξικό πολιτικό δημόσιο διάλογο; Με τη γλώσσα, λέει ο Λάκοφ. Με γλωσσικά εργαλεία και κόλπα, που θέτουν κάθε θέμα στο ένα ή στο άλλο πλαίσιο και, κυρίως, σε κάποια ηθική βάση. Το πρόβλημα στις αρχές του αιώνα, κατά τη γνώμη του, ήταν ότι οι συντηρητικοί το έκαναν πολύ καλύτερα από τους προοδευτικούς. Και το βιβλίο του δεν είναι τόσο αποτελεσματικό στο να περιγράψει πώς θα έμοιαζε η απάντηση των προοδευτικών (το κάνει, αλλά οι οδηγίες είναι αφενός αμερικανοκεντρικές, αφετέρου κάπως ασαφείς), όσο στο να περιγράψει το πώς το πέτυχαν οι συντηρητικοί. «Η συντηρητική στροφή στις ΗΠΑ», γράφει, «προήλθε από τη διαρκή χρήση της συντηρητικής γλώσσας στον δημόσιο διάλογο. Σε βαθμό που ακόμα και οι προοδευτικοί την έχουν υιοθετήσει».
Τη μείωση των φόρων, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να την περιγράψει με διάφορους τρόπους. Ο Λευκός Οίκος επί Τζορτζ Μπους όμως ονόμαζε τα αντίστοιχα μέτρα «φοροελαφρύνσεις» (ακόμα πιο έντονο στα αγγλικά, “tax relief”, κάτι σαν «φοροανακούφιση») και επαναλαμβάνοντας τον όρο ξανά και ξανά πέρασε το μήνυμα ότι η κυβέρνηση αφαιρεί από τον λαό ένα μεγάλο και δυσβάσταχτο βάρος. Το ότι το βάρος το αφαιρούσε κυρίως από τους πλούσιους και το ότι φόρτωνε ένα άλλο βάρος στα δημοσιονομικά, στο χρέος και στην ικανότητα του κράτους να χρηματοδοτεί βασικές ανάγκες των πολιτών –και ειδικά των πιο ευάλωτων– περνούσε στο ντούκου. Το μήνυμα ήταν ακαταμάχητο: η μείωση των φόρων για τους πλούσιους και για τις επιχειρήσεις είναι «ελάφρυνση».
Υπάρχουν κι άλλα τέτοια παραδείγματα. Μια νομοθεσία που χαλάρωνε τους περιορισμούς για τις ρυπογόνες βιομηχανίες την αποκάλεσαν “Clear Skies Act”. Τα μέτρα για την επέκταση του fracking και την αύξηση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων τα παρουσίασαν ως μέτρα «ενεργειακής αυτονομίας». Τον φόρο κληρονομίας τον αποκαλούν “death tax”.
Κι αυτό γίνεται παντού στην κοινωνία, όχι μόνο στον πολιτικό διάλογο. Στις ΗΠΑ οι συντάξεις και η ασφάλεια υγείας αποκαλούνται “benefits”, ευεργετήματα, λες και οι εργοδότες ή το κράτος τα προσφέρουν ως ελεημοσύνη. Οι επιχειρήσεις και οι επιχειρηματίες «δημιουργούν» ή «δίνουν» δουλειές, λες και τους κάνουν χάρη, λες και δεν είναι οι εργαζόμενοι που παράγουν τον πλούτο, λες και κάθε μεμονωμένος εργάτης ή εργάτρια δεν παράγει υπεραξία για λογαριασμό της εταιρείας. Στην πραγματικότητα δεν είναι οι επιχειρήσεις που «δίνουν». Οι εργαζόμενοι είναι που δίνουν: αξία και πλούτο στις επιχειρήσεις, με την εργασία τους. Αλλά στον δημόσιο λόγο επικρατεί το ανάποδο και, σύμφωνα με τον Λάκοφ, αυτό δεν γίνεται τυχαία ή κατά λάθος.
Γίνεται επίτηδες, συστηματικά, μεθοδικά και συμβαίνει εδώ και δεκαετίες.
Πολλά από όσα βλέπουμε σήμερα στις ΗΠΑ ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1970, όταν ένας σύμβουλος στο εμπορικό επιμελητήριο των ΗΠΑ, λίγο πριν αναλάβει τον διορισμό στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον πρόεδρο Νίξον, έγραψε ένα σημείωμα –το «Πάουελ Μέμο», από το όνομά του– στο οποίο περιέγραφε με λεπτομέρειες ακριβώς τι έπρεπε να κάνει το Ρεπουμπλικανικό κόμμα για να αντεπεξέλθει στην προοδευτική λαίλαπα. Την εποχή εκείνη, βλέπετε, με τα κινήματα να θεριεύουν τόσο για την υποστήριξη των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων όσο και κατά του πολέμου του Βιετνάμ, η ιδεολογική κυριαρχία των προοδευτικών έμοιαζε απόλυτη και, δεδομένου ότι δημογραφικά σάρωνε τις νεότερες ηλικίες, φάνταζε βέβαιο ότι θα κυριαρχήσει στη χώρα για δεκαετίες. Ο Πάουελ χαρτογραφούσε ένα σχέδιο αντίστασης σε αυτή την εξέλιξη, που περιλάμβανε διάφορα πράγματα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις θα έπρεπε, λέει, να δαπανήσουν τεράστια ποσά για να εξασφαλίσουν ότι οι συντηρητικές, φιλο-καπιταλιστικές αξίες θα πρέπει να μελετώνται και να διακινούνται σε όλα τα πανεπιστήμια. Ερευνητικά κέντρα και think tanks θα έπρεπε να ιδρυθούν, να χρηματοδοτηθούν πλουσιοπάροχα και να στελεχωθούν με το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει. Συντεταγμένα και προσεκτικά, επιχειρηματίες και πολιτικοί θα έπρεπε να εξασφαλίσουν ότι ο δημόσιος διάλογος και τα μίντια θα γέμιζαν με συντηρητικές ιδέες και συντηρητικές φωνές.
Ετσι και έγινε. Και μάλιστα, επαληθεύοντας τις ανησυχίες που είχε πριν από 20 χρόνια ο Τζορτζ Λάκοφ σε βαθμό που υποθέτω ούτε ο ίδιος θα περίμενε. Το 2016 έγραψε ένα άλλο κείμενο που προσαρμόζει τις ιδέες περί «αυστηρού πατέρα» και γλωσσικών εργαλείων για να ερμηνεύσει την εμφάνιση ενός ετερόκλητου κινήματος συντηρητικών (που ακόμα δεν είχε γίνει γνωστό από τα κόκκινα καπέλα) πίσω από μια ασουλούπωτη, παράδοξη, γκροτέσκα χρυσοποίκιλτη φιγούρα που μας ήρθε από τον κόσμο της τηλεόρασης και των Β΄ κατηγορίας σελέμπριτι για να κερδίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και να διεκδικήσει την εξουσία. «Ο Ντόναλντ Τραμπ», έγραφε, «εκφράζει όλα όσα νιώθουν –με επιθετικότητα, θυμό και χωρίς ντροπή».
Και δεν είχε δει ακόμα τίποτα.

