Εν αναμονή της αποψινής, μαζεμένης πρεμιέρας των Κιλιάν Εμπαπέ (Γαλλία), Ερλινγκ Μπράουτ Χάαλαντ (Νορβηγία) και Λιονέλ Μέσι (Αργεντινή), όλοι περίμεναν πώς και πώς το «βάπτισμα του πυρός» του Λαμίν Γιαμάλ σε Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο 18χρονος σταρ της Ισπανίας προερχόταν από τραυματισμό και η συμμετοχή του στον αγώνα με το Πράσινο Ακρωτήρι ήταν αμφίβολη, γι’ αυτό και ο ομοσπονδιακός προπονητής, Λουίς Ντε λα Φουέντε, προτίμησε να μη ρισκάρει και να τον ξεκινήσει βασικό.
Τον έριξε στο γήπεδο μόνο στο τελευταίο εικοσάλεπτο και όταν είχε αρχίσει να τον πιάνει… απελπισία, βλέποντας ότι οι πολυδιαφημισμένοι και ακριβοπληρωμένοι ποδοσφαιριστές του είχαν αποτύχει να λυγίσουν μια πρωτάρα ομάδα που αποτελείται από παίκτες που στην πλειονότητά τους αγωνίζονται σε ομάδες δεύτερης ταχύτητας στην Ευρώπη, πολλοί εκ των οποίων, δε, ακόμα και σε ομάδες που αγωνίζονται στη δεύτερη κατηγορία.
Τέτοια είναι η πορτογαλική Τσάβες, η οποία από το βράδυ της Δευτέρας (15/06) καμαρώνει για τον 40χρονο τερματοφύλακά της, Ζοσιμάρ Ζοσέ Εβορα Ντίας, τον οποίο πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης γνωρίζει από το χαϊδευτικό του: Βοζίνια.
Στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Ατλάντα, συνέπεσαν οι δύο πρωτάρηδες σε Μουντιάλ με τη μεγαλύτερη ηλικιακή διαφορά όλων των εποχών μεταξύ τους. Από τη μια ο Γιαμάλ των 18 ετών και 342 ημερών και από την άλλη ο Βοζίνια των σαράντα ετών και 22 ημερών.
21 χρόνια και 45 ημέρες απόσταση, αλλά ένα κοινό μουντιαλικό όνειρο, το οποίο αμφότεροι ήθελαν να μοιραστούν με τις οικογένειές τους. Ο Γιαμάλ, βεβαίως, μπορούσε να έχει στο πλευρό του τους γονείς του, αφού το συμβόλαιό του με την Μπαρτσελόνα τού εξασφαλίζει πάνω από είκοσι εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται οι πλουσιότατες αμοιβές από διαφημιστικές συμφωνίες.
Ο Βοζίνια όμως; «Η μητέρα μου δεν μπόρεσε να έρθει γιατί δεν είχαμε τα χρήματα για να πληρώσουμε τη βίζα», δήλωνε συγκινημένος ο βετεράνος τερματοφύλακας, ο οποίος βούρκωσε μετά το τελευταίο σφύριγμα του Ιορδανού διαιτητή Αντάμ Μοχαμάντ Τουμά Μακαντμέ και το ιστορικό 0-0 των «μπλε καρχαριών» με την πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Τα δάκρυα δεν ήταν μόνο χαράς για την απίστευτη επιτυχία, αλλά και νοσταλγίας για τους παππούδες του, με τους οποίους μεγάλωσε όταν ήταν παιδί, αλλά πλέον δεν βρίσκονται στη ζωή.
Ο παππούς Μανουέλ ντα Λουζ Μοράες τον πήγαινε στα γήπεδα για να παίζει μπάλα και η γιαγιά Μαρία Σενιορίνια ντος Σάντος τους περίμενε με έτοιμο το τραπέζι στο σπίτι. Από μικρός έπαιζε απέναντι σε μεγαλύτερους και πάντα επέστρεφε με… ενθύμιο κάποιο χτύπημα.
Οι φίλοι του τον κορόιδευαν και του έλεγαν ότι έτρεχε σπίτι να ζητήσει βοήθεια από τους παππούδες και, κάπως έτσι, γεννήθηκε το χαϊδευτικό Βοζίνια (παππούλης σε ελεύθερη μετάφραση από τα πορτογαλικά, την επίσημη γλώσσα της χώρας).
Ακόμα και αν είναι «παππούλης», όμως, αποδείχθηκε ανίκητος για τον Γιαμάλ και την παρέα του. Και, πηγαίνοντας στο Μουντιάλ με 50.000 followers στα social media, έφτασε τα 2,2 εκατομμύρια στη διάρκεια του αγώνα με την Ισπανία και πλέον έχει ξεπεράσει τα 5,7!
Δέκα φορές, δηλαδή, ο πληθυσμός του αρχιπελάγους δέκα ηφαιστειακών νησιών στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο οποίος γιόρτασε μέχρι πρωίας το ιστορικό ντεμπούτο της ομάδας του Μπουμπίστα, η οποία μέχρι να προκριθεί το Κουρασάο ήταν η μικρότερη χώρα σε έκταση και κατοίκους που είχε πάρει ποτέ το μουντιαλικό εισιτήριο.
Το Κουρασάο, βεβαίως, έκανε πρεμιέρα με μια βαρύτατη ήττα από τη Γερμανία (7-1), ενώ το Πράσινο Ακρωτήρι κατάφερε να σταματήσει τους «φούριας ρόχας» κάνοντας μόλις ένα (!) φάουλ σε πάνω από 90 λεπτά, διδάσκοντας πώς παίζεται σωστά η άμυνα χωρίς να χρειάζεται κάποιος να καταφύγει στη βία.
Ο Βοζίνια γεννήθηκε τέτοιες ημέρες το 1986, στη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Μεξικού, και πήρε το όνομά του από τον Ζοσιμάρ, τον Βραζιλιάνο ακραίο μπακ που ξεχώρισε στη συγκεκριμένη διοργάνωση ως μέλος της Σελεσάο.
Ο πατέρας του, Ζε Πέδρο, στρατιωτικός στο επάγγελμα, πρότεινε εξ αποστάσεως (λόγω δουλειάς) δύο ονόματα για τον νεογέννητο. Το πρώτο τιμούσε τον Χόρχε Βαλντάνο, παγκόσμιο πρωταθλητή με την Αργεντινή σε εκείνο το αξέχαστο Μουντιάλ.
Οι Αρχές του Πράσινου Ακρωτηρίου, όμως, δεν το επέτρεψαν. Και, παρότι στο σπίτι φώναζαν χαϊδευτικά το παιδί Ντάνο (από το Βαλ-ντάνο), τον ονόμασαν εντέλει Ζοσιμάρ. Και, σαράντα χρόνια αργότερα, ένας Ζοσιμάρ από το Πράσινο Ακρωτήρι έκανε όλο τον πλανήτη να μιλάει για εκείνον.
Η on air αντίδρασή του όταν από τη βραζιλιάνικη τηλεόραση του έδειξαν πόσους followers απέκτησε μέσα σε δύο ώρες κατέδειξε την έκπληξη και τη συγκίνηση ενός τερματοφύλακα που έφυγε από το Πράσινο Ακρωτήρι στα 25 του χρόνια για να παίξει στην Αγκόλα, έφτασε να βγάλει το ψωμί του σε Μολδαβία και Σλοβακία, ενώ έπαιξε για μια πενταετία στην Κύπρο και την Α.Ε. Λεμεσού, οπότε είναι δεδομένο ότι θα έμαθε και αρκετά ελληνικά.
Είναι δεύτερος σε συμμετοχές στην εθνική ομάδα πίσω από τον αρχηγό και πρώτο σκόρερ Ράιαν Μέντες, με τις επτά αποκρούσεις του κέρδισε δικαίως το βραβείο του MVP και έγινε ο ένατος γηραιότερος παίκτης στην Ιστορία των Μουντιάλ και ο τρίτος γηραιότερος γκολκίπερ που κρατάει το μηδέν.
Για να τον τιμήσει, η Τσάβες έκανε μια ανάρτηση στην οποία ανέφερε ότι «ο καρχαρίας από το Πράσινο Ακρωτήρι κολύμπησε ανάμεσα στους ισπανικούς καρχαρίες», με Βραζιλιάνους φιλάθλους να κατακλύζουν την ανάρτηση, ζητώντας του να πάρει μεταγραφή στην Κορίνθιανς, στη Σάντος, στην Παλμέιρας.
Ποιος ξέρει, ίσως να το κάνει και αυτό ο 40χρονος τερματοφύλακας από το Μιντέλο, ο οποίος είπε συγκινημένος ότι «ονειρεύτηκα όλη μου τη ζωή αυτή τη στιγμή. Και δούλεψα όλη μου τη ζωή για να είμαι εδώ». Γιατί η δουλειά πάντα αποδίδει καρπούς, αργά ή γρήγορα.
