Oταν η Παρί απέτυχε να πάρει Τσάμπιονς Λιγκ με Μέσι, Νεϊμάρ και Εμπαπέ, όπως είχε αποτύχει παλιότερα να το κατακτήσει και με τον Ζλάταν και τον Καβάνι και τόσους άλλους, οι περισσότεροι είπαν ότι δεν θα τα καταφέρει ποτέ. Κι ότι η φανέλα αυτή, όσο χρυσάφι και να ράψει στη φόδρα της ο Κελαϊφί, θα είναι πάντα ελαφριά σαν τσιγαρόχαρτο. Θα την παίρνει μακριά ακόμα και το πιο ελαφρύ αεράκι όταν ζορίζουν τα πράγματα, όταν η Παρί φτάνει στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της χρονιάς.
Αποδείχθηκε τελικά ότι δεν είχε σημασία ποιοι παίκτες θα έρθουν και ποιοι θα φύγουν, ούτε πόσα εκατομμύρια θα πάρει ο καθένας, αλλά ποιος άνθρωπος θα αναλάμβανε να καθίσει στον πάγκο της. Όχι απλά για να διδάξει συστήματα και τακτικές, αλλά για να διδάξει πάνω απ΄όλα «ποδοσφαιρική ταπεινότητα», ομαδικότητα και το μότο των Σωματοφυλάκων: «ένας για όλους και όλοι για έναν».
Για να μην παρεξηγηθούμε, η Παρί τους Λουίς Ενρίκε, δεν είναι μια «φτηνή» ομάδα, δεν πήρε παίκτες της σειράς, δανεικούς ή ελεύθερους για να κάνει οικονομία. Έχει καλούς και ακριβούς παίκτες, οι οποίοι όμως στη δούλεψη του Ενρίκε από «τεμπέληδες» έγιναν «εργαλεία», όπως ο Ντεμπελέ, που μοιάζει σαν να άλλαξε τσιπάκι στο μυαλό του κι από εκείνον τον τύπο που αργούσε στις προπονήσεις της Μπαρσελόνα επειδή έπαιζε Fortnite, έγινε ο κάτοχος της Χρυσής Μπάλας. Ή τον Βιτίνια ή τον Ντουέ ή τον Μαρκίνιος η τον Κβαρατσκέλια ή όποιον άλλον θέλετε, που έπαψε να παίζει για το συμβόλαιό του, την ατομική του προβολή και τους ακόλουθούς του στο Instagram και έπαιξε για τον διπλανό του, τον μπροστινό του και – κυρίως – για τον προπονητή του.
Η Παρί κατέκτησε το δεύτερο συνεχόμενο Τσάμπιονς Λιγκ, διότι κατέβηκε στον τελικό για να τον παίξει και να τον κερδίσει. Η Άρσεναλ, κατέβηκε για να τον «χαλάσει» και να τον κλέψει. Το γρήγορο γκολ των Άγγλων, τους έδωσε το τέλειο άλλοθι για «ταμπούρι», ελάχιστη κατοχή μπάλας (20% σε ένα μεγάλο κομμάτι του αγώνα), διπλή και τριπλή ζώνη άμυνας, σφιγμένες γροθιές όταν κάποιος αμυντικός κατάφερνε να κάνει ένα επιτυχημένο τάκλιν και να στείλει τη μπάλα κόρνερ. Το πιο αστείο, σχεδόν γραφικό, παραμένει ο ενθουσιασμός που επικρατούσε στην αγγλική εξέδρα, κάθε φορά που οι «Κανονιέρηδες» κέρδιζαν κάποιο κόρνερ ή κάποιο φάουλ. Αυτοί που περίμεναν με άγρια χαρά ένα ακόμα γκολ από στατική φάση μέσα στη χρονιά, πέρα από τα 36 που έβαλαν ως το βράδυ του τελικού και τους χάρισαν εν πολλοίς το πρωτάθλημα, λογικά είναι οι ίδιοι που κορόιδευαν και κατηγορούσαν την Εθνική Ελλάδας του 2004, διότι πήρε Euro με λίγες ευκαιρίες και μεγάλη αποτελεσματικότητα στις στατικές φάσεις. Ωραίο είναι να κοροϊδεύεις, ακόμα καλύτερο να κάνεις «το κορόιδο» και να παριστάνεις ότι δεν θυμάσαι τι έλεγες κάποτε…
Η βραδιά του τελικού, έστω και μετά από 120 λεπτά, έστω και στη διαδικασία των πέναλτι, απέδωσε ποδοσφαιρική δικαιοσύνη. Διότι η Παρί, παρότι βρέθηκε πίσω στο σκορ και ζορίστηκε, δεν κατέφυγε σε ένα είδος ποδοσφαίρου που δεν γνωρίζει, όπως «γιόμες» ή σαραντάρες μπαλιές – αυτό που έκανε ο Λουίς Ενρίκε, ήταν να βάλει στην επανάληψη μερικές ακόμα ιδέες στο χορτάρι, που είχαν να κάνουν με την επιθετική του τριπλέτα: τους έφερε πιο κοντά σε μέτρα, τους βοήθησε ώστε να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, βρήκε τη φάση του πέναλτι από μια τέτοια φάση, έδιωξε το άγχος της ήττας και μπόρεσε μετά να συνεχίσει να ψάχνει το γκολ της νίκης μέσα από την Παριζιάνικη φιλοσοφία και «κανονικότητα».
Ακόμα και η διαδικασία των πέναλτι, γαλλική «φινέτσα» έβγαλε – ακόμα και στο πέναλτι που απέκρουσε ο Ράγια: οι παίκτες της Παρί που εκτέλεσαν τα πέντε πέναλτι, ήξεραν τι ήθελαν να κάνουν και πού να στείλουν τη μπάλα. Ο Έζε από την άλλη για παράδειγμα έφτασε στη μπάλα μετά από δέκα τσαλίμια και δεν ήξερε ούτε αν θα την έστελνε χαμηλά ή ψηλά, ούτε δεξιά ή αριστερά – και σχεδόν φυσιολογικά την έστειλε άουτ. Με άλλα λόγια, η Παρί ήταν απόλυτα προετοιμασμένη στον τελικό από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, ήταν σε «αποστολή κατάκτησης», την ώρα που η Άρσεναλ ήταν αποφασισμένη να «καταστρέφει» ό,τι μπορούσε να της προκαλέσει μπελάδες και να ψάξει τη στιγμή της σε μια κόντρα, σε μια στατική φάση ή στην κλάση του τερματοφύλακά της. Τη βρήκε τη στιγμή της στο γκολ του Χάβερτς, αλλά δεν την άξιζε τίποτα παραπάνω απ’ αυτό. Και το ποδόσφαιρο «θριαμβεύει», όταν στο τέλος ο καθένας παίρνει ακριβώς αυτό που του αξίζει.
