Ο συγγραφέας Κερτ Βόνεγκατ το είχε πει ιδιαιτέρως γλαφυρά: «Ο πραγματικός τρόμος είναι να ξυπνήσεις ένα πρωί και να ανακαλύψεις ότι οι συμμαθητές σου από το γυμνάσιο κυβερνούν τη χώρα». Στον οπαδικό μικρόκοσμο –είναι, τελικά, πράγματι «μικρόκοσμος;– της Ελλάδας τρόμο δεν θα τον αποκαλούσε κάποιος, όμως μία αναφορά στο γυμνάσιο υπάρχει. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο περιβόητο πείραγμα. Εσχάτως, η αθλητική καζούρα μοιάζει να είναι ένας διαρκής τσακωμός 15μελών σχολείου. Με ανάγκη για έκφραση έστω και δίχως πρωτοτυπία. Με ένα «πρέπει», ακόμη και αν τελικά ίσως… δεν χρειάζεται να πρέπει.
Το πικάρισμα είναι για κάποιους η απαραίτητη συνοδεία μίας νίκης. Για πολλούς το αποτέλεσμα χάνει μέρος της αξίας του αν το γιορτάσουν σιωπηλά. Το οπαδικό ένστικτο επιτάσσει «λεζάντα». Για τον νικητή είναι «δικαίωμα» και επιβεβαίωση. Για τον ηττημένο, δικαιολογία. Για τον ουδέτερο παρατηρητή, είναι… ποπ κορν, αναψυκτικό και πρόγραμμα υψηλής τηλεθέασης. Ενδεχομένως να είναι και μελαγχολική(;) ανάμνηση μίας ατάκας που ξεστόμισε κάποτε ο παλαίμαχος σταρ του ποδοσφαίρου, Ντέμης Νικολαΐδης, ο οποίος είχε διαπιστώσει πως «ένας τίτλος είναι εφήμερη χαρά».
Μήπως το ευφάνταστο πείραγμα είναι συχνά δυσκολότερο από μία νίκη σε τελικό και σβήνει κάθε έννοια ξεχωριστού; Μήπως πλέον έχει γίνει, στον βωμό του πάθος που «γεννούν» τα σπορ και της προσπάθειας αποφυγής σοβαροφάνειας, «κτήμα» επίσημων χειλιών ομάδων και δεν είναι έμπνευση (δίχως καμία κακή έννοια ή ειρωνεία σ’ αυτό) γραφικών οπαδών;
Η σημασία ενός Final Four και η «λογική» του καθενός
Οι ομάδες θεωρούνται από πολλούς «θρησκεία» και Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός έχουν και ντοκουμέντα για τούτο, με μία μικρή βόλτα στο παρελθόν και την αρχή της «αιώνιας» κόντρας και εκτός συνόρων. Στο Final Four του 1994 στο Τελ Αβίβ, δύο ημέρες πριν από τον «εμφύλιο» ημιτελικό των «αιώνιων», ο Γιάννης Ιωαννίδης πήγε με την «κόκκινη» αποστολή στα Ιεροσόλυμα, όπου ο κάθε άλλο παρά αστικός μύθος αναφέρει πως ο Πατριάρχης Διόδωρος, αγνοώντας πως αντίπαλος των Πειραιωτών είναι το «τριφύλλι», ολοκλήρωσε τις ευχές για νίκη με την έκφραση «κατατρόπωσον τους βαρβάρους»! Ο Παύλος Γιαννακόπουλος χαμογέλασε και δεν ενοχλήθηκε όταν τον ενημέρωσαν, και ας είχε δωρίσει στο Πατριαρχείο 30 εκατομμύρια δραχμές για την ανακαίνιση του ιερού.
Η συνέχεια της «βεντέτας», ένα χρόνο μετά στη Σαραγόσα, ήταν εκτός πρωτοκόλλου. Την παραμονή του σπουδαίου ματς μεταξύ «πράσινων» και «ερυθρόλευκων», και ενώ στα περίπτερα που είχαν στήσει οι τέσσερις ομάδες στην έκθεση του ξενοδοχείου «Βoston» έλαμπαν τα (τότε) επτά τρόπαια της Ρεάλ Μαδρίτης, ο Σωκράτης Κόκκαλης αντιλήφθηκε έξω από το περίπτερο του Ολυμπιακού τον Μανώλη Διακάκη. Ο πιο γνωστός και ως Μπλούης, επί χρόνια γενικός αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού, άκουσε την παρότρυνση «έλα φίλε Μανώλη για ένα ποτό, να θυμηθούμε τα παλιά». Ομως εκείνος έκανε τις κούπες της Ρεάλ να θαμπώσουν με την αλησμόνητη απάντηση: «Θα αποδεχόμουν την πρόσκλησή σου, Σωκράτη, αλλά δυστυχώς το ξενοδοχείο δεν διαθέτει κλίβανο στο μέγεθός μου ώστε να απολυμανθώ μετά!»
Η ατάκα έρχεται εύλογα στο μυαλό στην είδηση ότι το «τριφύλλι» προχώρησε σε απολύμανση του ΟΑΚΑ μετά την «κατάληψη» των «κόκκινων» οπαδών στο προ ημερών Final Four. Μία καζούρα που κάποτε έμενε στην εξέδρα ή το καφενείο, έγινε πιο επίσημη. Στην Ελλάδα της αθλητικής μεγαλομανίας, υπάρχουν οπαδοί –δεν έχουν σημασία οι αποχρώσεις– που διαλαλούν «είναι διαφορετικό να είσαι…» Μονάχα που δεν χρειάζεται να το φωνάζει κάποιος. Αυτό είναι κάτι που απλώς το αισθάνεσαι, το βιώνεις. Τις τελευταίες ημέρες ακούστηκαν δηλώσεις «εγώ το 4ο το πήρα πριν από Χ χρόνια», ακόμη και από ρεπόρτερ-«οπαδούς».
Οπως πριν από μία–δυο εβδομάδες ακούστηκε από άλλη απόχρωση το «14ο το πήραμε πριν δεκαετίες», για τον ποδοσφαιρικό τίτλο της ΑΕΚ. Συγγνώμη, αλλά η κάποτε «καραμέλα» της «καφενειακής» επικοινωνίας, που έφτασε πάντως μέχρι και στη Βουλή, έγινε πλέον κάτι που θυμίζει «δικαιολογία» των σχολικών χρόνων, για να μειώσει την επιτυχία του αποκαλούμενου «αλλόθρησκου». Οι αδιάκοπες επίσημες ανακοινώσεις, οι αναρτήσεις στα social media και οι φωτογραφίες-«φωτοτυπία» σε…τραπεζάκια, δείχνουν απαραίτητες ή αυθόρμητες, ωστόσο δεν είναι και τόσο ευφάνταστες και, εκ των πραγμάτων, προκαλούν αντίδραση.
Η ανατριχίλα με τη Ράγιο και το συμπέρασμα του Ιβκοβιτς
Προσωπικά δεν κατανόησα ποτέ την προσπάθεια ενός οπαδού να γίνει η ομάδα του σαν ενός άλλου φαν. Μεγαλώνει κάποιος και μαθαίνει να αγαπά έναν σύλλογο για ξεχωριστούς, δικούς του λόγους. Είναι μάλλον μάταιο να θέλει να γίνει «κάποιος άλλος», είτε αυτό αφορά αριθμό νικών και τίτλων είτε ένα «εξελιγμένο» στάτους. Κάθε ομάδα, κάθε πεποίθηση είναι από μόνη της ξεχωριστή χωρίς να χρειάζεται υποσημειώσεις τύπου «είναι διαφορετικό να είσαι…». Ο ανταγωνισμός, ωστόσο, αλλά και η προσπάθεια αποφυγής της καζούρας οδηγούν σε διαφορετικές συμπεριφορές. Τα σπορ είναι κάτι όμορφο και συμπαθάτε με που δεν αντιλαμβάνομαι ακόμη εκείνο το «οι παίκτες έμειναν μέρες στα σπίτια τους μετά την ήττα» ή το «με τι μούτρα θα πάει την επόμενη μέρα στη δουλειά» ο ηττημένος οπαδός.
Οι οπαδοί της Ράγιο Βαγιεκάνο, η οποία φέτος απέκλεισε την ΑΕΚ στα προημιτελικά του Conference League και έφτασε έως τον τελικό της περασμένης Τετάρτης (27/5), έχουν ένα εμβληματικό σύνθημα που ονομάζεται «Η ζωή των πειρατών» και μερικοί από τους στίχους αναφέρουν: «Η ζωή του πειρατή είναι η καλύτερη. Χωρίς δουλειά! Χωρίς διάβασμα! Φέρτε το ρούμι!». Μονάχα που οι ταπεινοί φαν από το Βαγιέκας, μία εργατική συνοικία της Μαδρίτης, όχι μόνο επιμένουν σε ένα μότο ότι «στο γήπεδο ερχόμαστε για να στηρίξουμε τους παίκτες και όχι για να κερδίσουμε», αλλά μετά την ήττα από την Κρίσταλ Πάλας στη Λειψία το επιβεβαίωσαν με ένα γιγάντιο πανό που σήκωσαν στιγμιαία και έγραφε: «Δεν γνώρισα μεγαλύτερη νίκη από το να είμαι μαζί σου στην ήττα»! Η περηφάνια και η υποστήριξη δεν εξαρτώνται από το αποτέλεσμα.

Συμβουλές για την ελευθερία έκφρασης των οπαδών δεν χωρούν σε αυτές τις λέξεις. Ούτε είναι απαραίτητα θέμα «κοινής λογικής» ή σοβαροφάνειας. Ο καθένας γνωρίζει καλύτερα πώς θέλει να συμπεριφερθεί, αρκεί, αν είναι δυνατόν, να αποφεύγονται οι ακρότητες. Μία αποτυχημένη ή εκτός ορίων καζούρα είναι προφανώς προτιμότερη από ακραία βία. Μονάχα που είτε είναι κάποιος πιστός ακόλουθος είτε «αντιρρησίας» του περιβόητου οπαδικού ενστίκτου, μία μνημειώδης δήλωση του αείμνηστου Ντούσαν Ιβκοβιτς δεν θα μένει ποτέ ξεχασμένη στο συρτάρι. Ο άλλοτε κόουτς των ομάδων μπάσκετ των Ολυμπιακού, ΑΕΚ, Πανιωνίου, ΠΑΟΚ και Αρη πίστευε πως είχε μάθει για τα καλά τους οπαδούς της δεύτερης πατρίδας του και επέμενε ότι «οι Ελληνες δεν αγαπούν τα σπορ, αλλά τις νίκες στα σπορ».
Μπορεί να ακούγεται αφοριστικό ή επιφανειακό, όμως ακόμη κι έτσι, κάτω από την επιφάνεια αυτών των (αθλητικών) πραγμάτων, βασιλεύει ακόμη το οπαδικό πικάρισμα. Κι ας είναι και βγαλμένο από διάλειμμα συνέλευσης 15μελους συμβουλίου στο γυμνάσιο. Και αυτό αποδεκτό δείχνει πια.
