Ισως το πιο αστείο πράγμα των ημερών που μας πέρασε συνέβη μέσα στην έρημο της Νεβάδας, στο Λας Βέγκας, όπου διεξήχθησαν οι πρώτοι Επαυξημένοι Αγώνες, μια αθλητική διοργάνωση στην οποία 42 αθλητές από όλο τον κόσμο θα διαγωνίζονταν μεταξύ τους προσπαθώντας να σπάσουν όλα τα παγκόσμια ρεκόρ, εξερευνώντας τα όρια της ταχύτητας, της αντοχής και της δύναμης, το πού πραγματικά μπορεί να φτάσει το ανθρώπινο σώμα. Θα πει κανείς: αυτό δεν κάνουν όλοι οι αθλητικοί αγώνες του κόσμου; Ναι, αλλά ετούτοι εδώ είχαν μια διαφορά: επέτρεπαν στους αθλητές να αγωνίζονται ντοπαρισμένοι.
Η ιδέα είναι ταυτόχρονα παλαβή και προφανής. Στους επίσημους αγώνες υπάρχουν αυστηροί κανόνες για το τι είδους φαρμακευτική ή άλλη υποβοήθηση μπορούν να έχουν οι αθλητές και οι αθλήτριες, καθώς και συγκεκριμένες προδιαγραφές για τον εξοπλισμό που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν. Ο σκοπός, ασφαλώς, είναι η δικαιοσύνη. Να εξασφαλιστεί ότι όλες και όλοι συμμετέχουν στους αγώνες με τις δυνάμεις και τα προσόντα που τους χάρισαν η φύση και η προπόνηση, και όχι χημικά ή εξωτερικά βοηθήματα. Είναι μια λογική και ευγενής προσπάθεια, η οποία επίσης είναι μια αναπάντεχα πρόσφατη ιδέα (μόλις το 1967 μπήκαν τέτοιοι κανόνες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες) και επίσης μια προσπάθεια που συχνά αποτυγχάνει. Αλλά κανείς αναρωτιέται: πώς και ώς τώρα κανείς δεν είχε σκεφτεί να διοργανώσει άλλους αγώνες, χωρίς αυτούς τους περιορισμούς;
Δύο απαντήσεις: πρώτον, ίσως επειδή ποτέ πριν δεν υπήρχαν διαθέσιμες τόσες διαφορετικές ουσίες και τόσα διαφορετικά τεχνολογικά εξαρτήματα που υποβοηθούν τη σωματική ρώμη και την αντοχή αθλητών -αλλά και απλών ανθρώπων που θέλουν να βελτιώσουν την εξωτερική τους εμφάνιση. Και δεύτερον, ποτέ στο παρελθόν τόσο πολλοί αλλόκοτοι άνθρωποι με παράδοξες ιδέες για το τι είναι ο άνθρωπος, πού πάει το ανθρώπινο είδος, τι είναι σωστό ή ηθικό (ή και άλλα σοβαρά θέματα, όπως το τι είναι ο αντίχριστος) δεν είχαν συγκεντρώσει τόσο πολλά χρήματα. Γιατί μόνο άνθρωποι σαν τον τεχνο-ολιγάρχη (και δημιουργό/ιδιοκτήτη του Τζ. Ντ. Βανς) Πίτερ Τιλ ή εταιρείες σαν την εταιρεία του γιου του Τραμπ θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μια τέτοια ιδέα. Μόνο στον παλαβό μας κόσμο θα μπορούσε ένα σκετς χιουμοριστικής εκπομπής του 1988 να γίνει πραγματικότητα. Μόνο στις ΗΠΑ του Τραμπ θα μπορούσε να συμβεί μια αθλητική ημερίδα σαν τους Επαυξημένους Αγώνες.
Οι αγώνες έγιναν, το λοιπόν, σε ένα ειδικά κατασκευασμένο «στάδιο» στο Λας Βέγκας. 42 αθλητές και αθλήτριες θα συμμετείχαν σε μερικά αγωνίσματα του στίβου, της κολύμβησης και της άρσης βαρών, επιλεγμένα με κύριο κριτήριο τον χρόνο. Ολη η διοργάνωση είχε στηθεί με άξονα τα social media, οπότε κανένα αγώνισμα δεν έπρεπε να διαρκεί πάνω από 1 λεπτό, πάνω κάτω. Θεατές υπήρχαν στο στάδιο, αλλά όχι και πάρα πολλοί: όλοι ήταν προσκεκλημένοι (κυρίως influencers του ίντερνετ, αλλά και μποντιμπιλντεράδες, και εκείνος ο τύπος που προσπαθεί να γίνει αθάνατος), όλα τα εισιτήρια ήταν δωρεάν, και παρ’ όλα αυτά οι μόλις 2.500 θέσεις δεν γέμισαν. Ο ΟΦΗ κάθε Κυριακή μαζεύει πολύ περισσότερο κόσμο.
Βεβαίως, ο πραγματικός στόχος της διοργάνωσης δεν ήταν αθλητικός. Οι Αγώνες αυτοί μπορεί να μην είχαν άμιλλα, αγωνία ή και ενδιαφέρον, αλλά είχαν ατόφιο ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχουν αποκτήσει οι αθλητικοί αγώνες στην εποχή μας: εμπορική εκμετάλλευση. Ηταν ένα αμιγώς εμπορικό event. Ηρθαν και κούμπωσαν σε μιαν εποχή που η βελτίωση της εξωτερικής εμφανίσης με διάφορους λιγότερο ή περισσότερο παρεμβατικούς τρόπους έχει γιγαντωθεί σε μια παγκόσμια, τεράστια βιομηχανία. Πλέον ακόμα και ανήλικα παιδιά, επηρεασμένα από βιντεάκια στο TikTok, καταναλώνουν προϊόντα που παλιά ήταν στη διάθεση μόνο αθλητών του ανατολικού μπλοκ. Το website των Επαυξημένων Αγώνων είχε πωλητήριο συμπληρωμάτων διατροφής και φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ολα τα άλλα ήταν απλώς περιτύλιγμα.
Συμπεριλαμβανομένων των αθλητών. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, οι περισσότεροι αθλητές και οι περισσότερες αθλήτριες που συμμετείχαν στους αγώνες πήραν μερικές από 37 διαφορετικές ουσίες, από απλά διεγερτικά χαπάκια μέχρι HGH και τεστοστερόνη. Βεβαίως, σχεδόν όλες αυτές οι ουσίες έχει αποδειχτεί ότι μπορεί να προκαλούν υψηλή αρτηριακή πίεση, βλάβες στα όργανα, καρδιακές παθήσεις και άλλες μακροχρόνιες σωματικές βλάβες. Αλλά οι αθλητές και οι αθλήτριες είχαν ένα επιπλέον κίνητρο για να ρισκάρουν την υγεία, τη φήμη και την καριέρα τους: οι διοργανωτές προσέφεραν πλούσια έπαθλα εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων για τους νικητές, κι ενός εκατομμυρίου για όσες και όσους κατόρθωναν να καταρρίψουν το παγκόσμιο ρεκόρ στα αγωνίσματά τους. Γιατί αυτό ήταν το κεντρικό κόνσεπτ πίσω από όλο το πανηγύρι: μερικοί από τους καλύτερους αθλητές του κόσμου, απελευθερωμένοι από τους κανόνες και τις συμβάσεις, θα χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα της τεχνολογίας και της χημείας για να σπρώξουν το ανθρώπινο σώμα στα όρια, ξεπερνώντας όλα τα ρεκόρ των «καθαρών».
Ενας από τους αθλητές που είχαν δεχθεί να συμμετάσχουν, ο με διαφορά πιο προβεβλημένος, ήταν ο 35χρονος Αυστραλός κολυμβητής Τζέιμς Μάγκνουσεν, ο οποίος είχε πάρει σβάρνα όλα τα πόντκαστ της manosphere το προηγούμενο διάστημα, αναλύοντας το εντατικό διετές πρόγραμμα ντοπαρίσματος που ακολουθούσε. Σκοπός του ήταν να κολυμπήσει ταχύτερα από ποτέ, να κερδίσει τον αγώνα και να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ στα 50 μ. ελεύθερο. Ο άνθρωπος, πράγματι, είχε μετατραπεί σε κάτι σαν βγαλμένο από ΑΙ, σαν ένα σώμα φουσκωμένο με τρόμπα. Είχε καρούμπαλα (παραφράζοντας την ατάκα της Σίμπιλ Σέπερντ για τη Μέριλιν Μονρό) σε μέρη που οι άλλοι δεν είχαν μέρη.
Το τι έγινε μετά, υποθέτω, το μαντεύετε, αν δεν το έχετε μάθει ήδη. Οι αγώνες ήταν ένα φιάσκο. Οχι μόνο επειδή τους είδαν λιγότεροι από τον ΟΦΗ (και, online, τους παρακολούθησαν λιγότεροι από όσους παρακολουθούν περιφερειακά τουρνουά online gaming) αλλά και επειδή κανένα όριο του ανθρώπινου σώματος δεν ξεπεράστηκε. Σε τρία από τα αγωνίσματα κέρδισαν κάποιοι από τους λίγους αθλητές και τις αθλήτριες που είχαν κατέβει «καθαροί», χωρίς ντόπινγκ. Στα 100 μέτρα του στίβου μόνο ένας αθλητής κατέβηκε τα 10 δευτερόλεπτα. Κι ο Τζέιμς Μάγκνουσεν; Δεν έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ. Ηρθε τελευταίος και στους δύο αγώνες που συμμετείχε.
Ενα παγκόσμιο ρεκόρ (αριθ: 1), ωστόσο, καταρρίφθηκε, στο αγώνισμα των 50 μέτρων ελεύθερο. Και το κατέρριψε ένας Ελληνας.
Ο Κριστιάν Γκολομέεφ είναι ένας εξαιρετικός κολυμβητής, σταθερά με θέση σε τελικούς μεγάλων αγώνων, πέμπτος στα 50 ελεύθερο στο Παρίσι το 2024. Είναι, πλέον, και 32 χρονών, προχωρώντας σιγά σιγά προς τη δύση της καριέρας του. Είναι εύκολο να τον κατηγορήσει κάποιος για τη συμμετοχή του σε μια εκδήλωση με εξαιρετικά προβληματικό προφίλ και φιλοσοφία, αλλά μόνο αν δεν ξέρει καθόλου την πραγματικότητα της ζωής επαγγελματιών αθλητών σε τέτοια αθλήματα. Που είναι μεν επαγγελματίες σε κορυφαίο επίπεδο, το οποίο τους αναγκάζει να αφιερώνουν όλο τους τον χρόνο στον στόχο, αλλά δεν είναι το νούμερο ένα, παγκοσμίως διάσημοι, περιζήτητοι για διαφημίσεις και εμφανίσεις. Αυτοί βρίσκονται σε μια οικονομική τρύπα. Ο Γκολομέεφ, μέλος της ελίτ, αλλά σπάνια στο βάθρο, είχε μια ευκαιρία να διεκδικήσει (από τους χειρότερους ανθρώπους με τα χειρότερα κίνητρα, ναι, αλλά) χρήματα που δεν έχει ξαναδεί σε ολόκληρη τη θαυμάσια καριέρα του, για έναν αγώνα. Και ντοπαρίστηκε, και έπεσε, και κέρδισε, και έκανε και το ρεκόρ, και πήρε το εκατομμύριο του Πίτερ Τιλ. Είναι δύσκολο να τον κατηγορήσει κανείς.
Αλλά βέβαια, ο πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έστειλαν συγχαρητήρια μηνύματα για τη νίκη του και για το ρεκόρ. Στην πραγματικότητα κανένας δεν είναι υπερήφανος για το «επίτευγμα» –ίσως ούτε και ο Γκολομέεφ. Πώς θα μπορούσε; Το ντοπάρισμα ανατρέπει τελείως ακόμα και την εν πολλοίς τεχνητή ιδέα της δικαιοσύνης στον αθλητισμό. Βλέπει κανείς τον αγώνα του Γκολομέεφ και αντιλαμβάνεται ότι εδώ δεν κοιτάμε ποιος κολυμπάει ταχύτερα, αλλά ποιος έχει πάρει τα καλύτερα ή περισσότερα αναβολικά.
Μάλιστα, ο Γκολομέεφ δεν ήταν μόνο ντοπαρισμένος, αλλά φορούσε και ένα απαγορευμένο μαγιό που του επέτρεπε να «γλιστράει» στο νερό μειώνοντας την τριβή. Προφανώς έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ. Το περίεργο είναι πώς δεν το έσπασαν και οι υπόλοιποι, επίσης ντοπαρισμένοι. Και το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι: και γιατί να μη φοράει και βατραχοπέδιλα;
Το όλο αφήγημα υπογραμμίζει το πόσο αυθαίρετο και ανούσιο είναι το κόνσεπτ των Επαυξημένων Αγώνων. Αλλωστε, δεν τους επέτρεπαν καν να παίρνουν ό,τι βοηθήματα ήθελαν. Υπήρχε μια λίστα εγκεκριμένων ουσιών και η χρήση γινόταν με ιατρική επίβλεψη (επειδή ΟΚ, να αναζητήσουμε τα όρια του ανθρώπινου σώματος και του τι είναι δυνατό, αλλά μη μας πεθάνει και κανένας και τρέχουμε).
Βεβαίως και τα όρια που μπαίνουν από την κάθε ομοσπονδία ή διαχειριστική αρχή «κανονικών» αγώνων σε κάποιο βαθμό αυθαίρετα είναι. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, και η καφεΐνη διεγερτικό είναι και δεν απαγορεύεται (κάτι που ίσως δεν ξέρατε: παλιά απαγορευόταν). Κι οι άνθρωποι οι ίδιοι έχουμε μικρές διαφοροποιήσεις στις ορμονικές μας εκκρίσεις και το χημικό μας προφίλ. Το πού μπαίνει η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην υποβοήθηση που επιτρέπεται και την υποβοήθηση που δεν επιτρέπεται είναι αυτοσχέδιο, συχνά μεταβάλλεται, και μας υπενθυμίζει ότι όλο το αφήγημα για «καθαρούς» αγώνες και ισότητα ευκαιριών ανάμεσα στους αθλητές δεν είναι παρά ένα αφήγημα. Και μάλιστα, είναι μια αντίφαση. Ποια ισότητα ευκαιριών; Ο πυρήνας του αθλητισμού είναι ακριβώς το αντίθετο της ισότητας. Τα σπορ είναι ένα πανηγύρι της διαφορετικότητας, η αποθέωση του σωματικού προνομίου. Μπορώ να δοκιμάσω να παίξω μπάσκετ με τον Βίκτορ Γουμπανιάμα, και σίγουρα πολλά θα είχε κανείς να γράψει για το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα, αλλά απολύτως κανένας δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτό το πράγμα είναι δίκαιο.
Το φιάσκο των Επαυξημένων Αγώνων, πέραν όλων των άλλων, μας θυμίζει ότι ο αθλητισμός, η ιδέα του να βρούμε ποιος τρέχει πιο γρήγορα, ποια πηδάει πιο μακριά, δεν είναι παρά ψυχαγωγία, ιστορίες, διασκέδαση. Τρόπος για να περνάει η ώρα. Τίποτε το μαγικό ή το σπουδαίο δεν υπάρχει εκεί. Οπως και σε τόσες άλλες πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, ντύνουμε και τον αθλητισμό με ιστορίες για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα. Πρόσφατα ο Κενυάτης Σαμπάστιαν Σάουε έτρεξε για πρώτη φορά τον μαραθώνιο σε χρόνο λιγότερο από δύο ώρες, κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδύνατο. «Τίποτε δεν είναι αδύνατο!» αναφώνησαν κατάπληκτοι φίλαθλοι και διαφημιστές, με ζήλο και ενθουσιασμό που μοιάζει πάρα πολύ με όσα έλεγαν στις διαφημίσεις και στα πόντκαστ οι εμπνευστές των Επαυξημένων Αγώνων. Αλήθεια όμως; Τίποτε δεν είναι αδύνατο; Τίποτε; Θα μπορούσε ο Σαμπάστιαν Σάουε να τρέξει τον μαραθώνιο σε δύο δευτερόλεπτα;
Ούτε με όλο το ντόπινγκ του κόσμου.
