Το απόγευμα της Τετάρτης 20 Μαΐου, στο νεοκλασικό μέγαρο Merlin De Douai που στεγάζει την πρεσβεία της Γαλλίας στην Αθήνα, έλαβε χώρα σε κλειστό κύκλο μια ιδιαίτερης σημασίας τελετή: ο Ελληνογάλλος σεφ της πρεσβείας, Ζαν-Μαρί Χοφμάν, ο οποίος καλύπτει το πόστο αυτό από το 2004, χρίστηκε ιππότης του Τάγματος της Αγροτικής Αξίας. Πρόκειται για μία από τις σπουδαιότερες και παλιότερες διακρίσεις μετά τη Λεγεώνα των Τιμών. Θεσπίστηκε από το γαλλικό κράτος το 1883 και δίνεται σε γυναίκες και άνδρες που παράγουν σημαντικό έργο στους τομείς της γεωργίας και της γαστρονομίας. Μέχρι σήμερα έχουν παρασημοφορηθεί περίπου 340.000 άτομα, μεταξύ των οποίων o Λουί Παστέρ, ο σεφ Πολ Μποκούζ, ο Ζακ Σιράκ, κάποιοι πρώην υπουργοί Γεωργίας, αλλά ακόμα και καλλιτέχνες όπως η Κατρίν Ντενέβ. Η λίστα των παρασημοφορημένων δείχνει πως η Γαλλία δεν θεωρεί τον αγροτικό τομέα και τη γαστρονομία ως στενά επαγγελματικά πεδία αλλά ως κομμάτι της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού. Στην ουσία με το παράσημο αυτό –που χαϊδευτικά αποκαλείται «το πράσο» λόγω της πράσινης κορδέλας του– το τιμώμενο πρόσωπο αναγνωρίζεται ως επίσημος πρεσβευτής της γαλλικής γεύσης και πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και ως εθνικός ευεργέτης που εργάζεται για την προώθηση της γαλλικής γαστρονομίας και συνεκδοχικά της γαλλικής κουλτούρας.

Στην εκλεκτή αυτή παρέα των ιπποτών του Τάγματος ανήκει από την Τετάρτη και ο Ζαν-Μαρί Χοφμάν. Γεννημένος από Γάλλο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία όπου έλαβε και την κατάρτισή του στη μαγειρική από νεαρή ηλικία. Μετά τις σπουδές του, εργάστηκε για μερικά χρόνια σε διακεκριμένα εστιατόρια, τόσο στο πόστο της αλμυρής κουζίνας όσο και σε αυτό της ζαχαροπλαστικής, και συμμετείχε σε διαγωνισμούς στο Μπορντό και το Παρίσι, αποκομίζοντας εμπειρίες. Ερχόμενος στην Ελλάδα το 2004, ανέλαβε την κουζίνα της γαλλικής πρεσβείας, όπου παραμένει μέχρι σήμερα, 22 χρόνια αργότερα, έχοντας υπηρετήσει υπό επτά διαφορετικούς πρέσβεις και πρέσβειρες, ανάμεσά τους και τη σημερινή, Λοράνς Οέρ, η οποία του απένειμε τη συγκεκριμένη διάκριση. Απευθυνόμενος στον Ζαν-Μαρί, κατά την παρασημοφόρησή του, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον λίγων δημοσιογράφων, υπαλλήλων της πρεσβείας, φίλων, συναδέλφων και της οικογένειάς του, του είπε: «Μόλις δύο γαλλικές πρεσβείες σε όλο τον κόσμο έχουν δώσει φέτος αυτό το παράσημο. Είναι μεγάλη τιμή μου που σας χρίζω ιππότη του Τάγματος της Αγροτικής Αξίας. Από την άφιξή μου στην Αθήνα κατάλαβα ότι έχω στην ομάδα μου έναν εξαιρετικό σεφ, δημιουργικό και ταλαντούχο, και ότι αυτό αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία. Μαζί εργαστήκαμε για το Merci Chef (σ.σ. μια εβδομάδα αφιερωμένη στην υψηλή γαστρονομία, με εκδηλώσεις, γευσιγνωσίες και οινογνωσίες και καλεσμένους μισελενάτους Γάλλους σεφ), που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εργαλεία επιρροής της πρεσβείας της Γαλλίας στην Αθήνα».

Ο Ζαν-Μαρί Χοφμάν, ο οποίος δεν κατάφερε να κρύψει τη συγκίνησή του, δήλωσε: «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα ήμουν εδώ μετά από 22 χρόνια. Δεν πρωτοήρθα στην πρεσβεία σκεπτόμενος διακρίσεις. Ηρθα απλώς με την επιθυμία να κάνω καλά τη δουλειά μου, να αντιπροσωπεύσω τη Γαλλία στην Ελλάδα και να σταθώ σωστά μέσα σε αυτή την κατοικία, που δεν έχει σχέση με ένα εστιατόριο ή ένα ξενοδοχείο. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι σε μια πρεσβεία, η γαστρονομία δεν είναι απλώς ένα καλό φαγητό, είναι ένας τρόπος να προβάλλεις τα προϊόντα και την κουλτούρα και να ενισχύσεις τις σχέσεις ανάμεσα στις χώρες, γιατί τελικά γύρω από ένα τραπέζι οι άνθρωποι μιλούν πιο εύκολα και μοιράζονται κάτι αληθινό». Δεν έχασε επίσης την ευκαιρία να ευχαριστήσει τους στενούς συνεργάτες του στην πρεσβεία, την ομάδα του στην κουζίνα, τα δύο μικρά παιδιά του και τον φίλο του Στέλιο Παρλιάρο, με τον οποίο έχουν συνεργαστεί συχνά στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της πρεσβείας αλλά και για τη δημιουργία του βιβλίου «Μαζί / Ensemble», με γαλλικές και ελληνικές συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής.

Η παρασημοφόρηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, χωρίς ιδιαίτερη δημοσιότητα ή αναφορές στον Τύπο. Κι όμως, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια είδηση «εσωτερικής κατανάλωσης» που αφορά αποκλειστικά τη Γαλλία. Γιατί η βράβευση ενός σεφ – αλλά και η ίδια η ύπαρξη του Ordre du Mérite Agricole – αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο η Γαλλία αντιλαμβάνεται τη γαστρονομία όχι μόνο ως λαϊφστάιλ ή τουριστικό προϊόν, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής της ταυτότητας και της γαλλικής κουλτούρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι το «γαλλικό γεύμα» έχει εδώ και χρόνια ενταχθεί στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO – όπως συνέβη πρόσφατα και με την ιταλική κουζίνα. Και η Ελλάδα; Παρότι διαθέτει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και ιστορικές γαστρονομικές παραδόσεις της Μεσογείου, δεν έχει μέχρι σήμερα καμία αντίστοιχη εγγραφή που να αφορά συνολικά την ελληνική κουζίνα. Ισως γιατί εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη γαστρονομία κυρίως ως εργαλείο τουριστικής προβολής και λιγότερο ως πολιτιστικό κεφάλαιο.

Ισως ήρθε ο καιρός να βραβεύσουμε κι εμείς τους σεφ μας, να τους αναγνωρίσουμε ως διπλωματικούς ινφλουένσερ. Αρκεί οι ίδιοι οι σεφ να αναγνωρίσουν την αξία της ελληνικής κουζίνας και να θέσουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της. Εχουμε ακόμα δρόμο να διανύσουμε.
