Ιδιαίτερη η σχέση με το μπάσκετ. Οι πρώτες θύμησες συνδέονται με τα απογεύματα της Κυριακής, όταν η καταλανική τηλεόραση έδειχνε ζωντανά το ματς της ημέρας στο ισπανικό πρωτάθλημα και συνηθίζαμε να τρώμε μαζί και ένα ωραίο γλυκό ως συνοδευτικό, παρότι ο μόνος που του άρεσαν τα αθλητικά στο σπίτι ήταν ο υπογράφων.
Οι αείμνηστοι γονείς, όμως, όπως κάνουν οι περισσότεροι άλλωστε, έδιναν πάντα προτεραιότητα στα «θέλω» των παιδιών (του μοναχογιού εν προκειμένω). Μιλάμε, άλλωστε, για τη δεκαετία του ’80, όταν κάθε σπίτι είχε μόνο μία τηλεόραση, όχι τρεις – τέσσερις. Και δεν υπήρχαν, βεβαίως, κινητά, τάμπλετ, λάπτοπ και κάθε λογής οθόνη που έχει δημιουργηθεί έκτοτε.
Η δεύτερη θύμηση είναι ακόμα πιο έντονη και γλυκόπικρη. Στις 14 Ιουνίου του 1987, στο πρόσωπο της Ελληνίδας μητέρας κυλούσαν δάκρυα χαράς, βλέποντας τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τα άλλα παιδιά να κατακτούν το Ευρωμπάσκετ. Η νοσταλγία της πατρίδας, στην οποία θα ταξίδευε λίγες ώρες αργότερα για τις ετήσιες καλοκαιρινές διακοπές, η συνειδητοποίηση μιας ζωής που δεν έζησε, αναμεμειγμένες με την περηφάνια για το ιστορικό κατόρθωμα.
Η τρίτη αποτυπώθηκε σε δύο φωτογραφίες, οι οποίες δυστυχώς χάθηκαν σε κάποια κούτα μετακόμισης. Σε έναν αγώνα της καταλανικής λίγκας, ένα μίνι πρωτάθλημα προετοιμασίας για Μπαρτσελόνα, Μπανταλόνα, Μανρέσα και Σία, είδα τον Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο, ο οποίος λίγη ώρα πριν είχε αγωνιστεί με την Μπάρτσα, να παρακολουθεί από τις εξέδρες το άλλο παιχνίδι της ημέρας.
Εσωστρεφής και ντροπαλός σε βαθμό… αποκρυφισμού, ενημέρωσα τη μητέρα μου για την παρουσία του ινδάλματός μου, και εκείνη, θαρραλέα ούσα, με άρπαξε από το χέρι και τρέξαμε να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί του.
Για τη νέα γενιά που δεν γνωρίζει τι εστί Σαν Επιφάνιο, «Επι» κατά το μπασκετικότερο, απλώς να αναφέρω ότι ήταν ένα από τα πιο επιφανή μέλη της σπουδαίας γενιάς της Ισπανίας που κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 και, όπως και ο Νίκος Γκάλης, δεν στέφθηκε ποτέ πρωταθλητής Ευρώπης σε επίπεδο συλλόγων.
Ως θεατής, βεβαίως, είδε την αγαπημένη του Μπαρτσελόνα να κατακτά την ευρωπαϊκή κορυφή δύο φορές (2003 και 2010). Σε αμφότερες έδωσε το «παρών» και η αφεντιά μου, παρότι λόγω δουλειάς η προτεραιότητα ήταν πάντα η κάλυψη του διεθνούς ποδοσφαίρου. Είπαμε/γράψαμε, όμως, το μπάσκετ είχε πάντα ξεχωριστό μέρος στην καρδιά.
Εκείνη η φωτογραφία μετά της μητρός και του Επι τραβήχτηκε όταν ήμουν οκτώ ετών και ο υπέροχος μπασκετμπολίστας 25, στο άνθος της καριέρας του. Η μοίρα θέλησε να ανταμώσουμε και πάλι όταν είχα «πατήσει» πλέον τα 34 και ο Επι τα 51, ενώ το τρίτο μέλος της φωτογραφίας είχε φύγει από τη ζωή, επτά χρόνια πριν.
Στην ξεχωριστή Μονμάρτρη του Παρισιού, στο περιθώριο του Final Four της Euroleague του 2010, έπεσα πάνω σε μια παρέα παλαίμαχων Μπλαουγκράνα που επισκέπτονταν τον λόφο της γαλλικής πρωτεύουσας. Αντρές Χιμένεθ, Ρομπέρτο Ντούενιας, Μανόλο Φλόρες και, βεβαίως, Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο.
Η (γρήγορη) εξήγηση για την προ 25ετίας φωτογραφία, η απώλεια της μητέρας και η αποκάλυψη ότι η ηλεκτρονική μου διεύθυνση δημιουργήθηκε προς τιμήν του (από το «Σούπερ Επι», το παρατσούκλι), τον συγκίνησαν. Και η φωτογραφία, έστω και χαμένη πλέον, συνδέθηκε για πάντα με το τρίτο (και τελευταίο προς το παρόν) Final Four που παρακολούθησα διά ζώσης.
Το Final Four που εξελίχθηκε σε έναν θρίαμβο του Τσάβι Πασκουάλ με νίκη στον τελικό επί του Ολυμπιακού του Παναγιώτη Γιαννάκη, του Τζος Τσίλντρες και του Μίλος Τεόντοσιτς, μόλις έναν χρόνο έπειτα από μια νέα, πικρή εμπειρία για τους «ερυθρολεύκους».
Στο Βερολίνο, η ξεχωριστή εμπειρία της ραδιοφωνικής κάλυψης της γιορτής, μεταδίδοντας τα παιχνίδια μπροστά από την εξέδρα των φίλων του Παναθηναϊκού και η απώλεια των τελευταίων, δραματικών στιγμών του τελικού με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, αφού έπρεπε να τρέξω στη μεικτή ζώνη για να προλάβω να καταγράψω τις πρώτες δηλώσεις των θριαμβευτών.
Αγχωμένων, αλλά εντέλει θριαμβευτών, με MVP (για πρώτη φορά στην καριέρα του σε Final Four) τον Βασίλη Σπανούλη, έναν χρόνο προτού αποφασίσει να πρωταγωνιστήσει στη μεταγραφή που άλλαξε τα δεδομένα στο ελληνικό (και όχι μόνο) μπάσκετ.
Καθοριστικός σε εκείνο το Final Four και ο παρών στο τωρινό, ως προπονητής πλέον, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους. Το 2003, ο Λιθουανός αρτίστας ήταν επιφανές μέλος της μικρής «Dream Team» που είχε φτιάξει η Μπάρτσα για να κατακτήσει, επιτέλους, το τρόπαιο που τόσο πεισματικά της αρνιόταν η μοίρα την εποχή του Αΐτο Γκαρθία Ρενέσες, του αείμνηστου Τσίτσο (και όχι Τσίκο, όπως τον βαφτίσαμε εδώ) Σιμπίλιο και, βεβαίως, του Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο.
Σε ένα κατάμεστο «Παλάου Σαν Τζόρντι», χωρίς ελληνική ομάδα, αλλά με Ελληνες δημοσιογράφους που είχαν τον νου τους στον τελικό Μπαρτσελόνα – Μπενετόν, αλλά φρόντιζαν να πληροφορούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα τι γίνονταν την ίδια ώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και στον «τελικό» του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, στην αξέχαστη (από πολλές απόψεις…) ημέρα της Ριζούπολης.
Οχι όλοι, βεβαίως, αφού υπήρχαν και συνάδελφοι που προσπαθούσαν με αγωνία, σε ένα Διαδίκτυο που βρίσκονταν ακόμα σε εμβρυακή μορφή, να μάθουν τι συνέβαινε σε αγώνα των playoffs μεταξύ Αμαρουσίου και Ολυμπιακού. Γούστα είναι αυτά…
