Η (για το κοινό και ενδεχομένως τον Τύπο, αλλά όχι για τους προπονητές) «μόδα» των analytics μού δημιουργεί μία διπλή σκέψη. Η πρώτη, εύλογα, είναι μία εύκολη ανάγνωση: Τα στατιστικά βοηθούν εν μέρει στην επεξήγηση του μπάσκετ. Η δεύτερη είναι ότι εξηγούν και παρα-εξηγούν το παιχνίδι, σε σημείο που η διάθεση της πληροφορίας κάνει συχνά οπαδούς και λοιπούς «ειδικούς» –θα το θέσω με απλά λόγια– να κάνουν τους έξυπνους. Μάλλον η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Κάπου εκεί «αιωρούνται» και μερικοί ρομαντικοί που πιστεύουν πως οι πολλοί αριθμοί κλέβουν λίγη από την ανεμελιά του αθλήματος ή ότι επιχειρούν να «κερδίσουν» το προπονητικό ένστικτο και την έμπνευση.
Δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κάποιος καμία άποψη στα άκρα. Στο παρκέ, υπάρχουν κακά τα ψέματα πράγματα που φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού. Τα analytics αραδιάζονται ενίοτε «άκομψα», ωστόσο αποτελούν σημαντικό μέρος του σύγχρονου παιχνιδιού. Η γνώμη των ειδικών, κοινώς των προπονητών, είναι πάντα πιο ακριβής, έστω κι αν σε ένα σημείο της συζήτησης με τον Διαμαντή Παναγιωτόπουλο, με τον πάντα ήρεμο τόνο της φωνής του και της μόνιμα επεξηγηματικής διάθεσής του, μου είπε «πως στο μπάσκετ και τα γνωστά ή άγνωστα στοιχεία του δεν υπάρχουν αφελείς ερωτήσεις».
Ο κ. Παναγιωτόπουλος είναι βοηθός του Βασίλη Σπανούλη στην Εθνική και άλλοτε ασίσταντ του Αργύρη Πεδουλάκη στην Ούνικς Καζάν και του Τσάβι Πασκουάλ σε Παναθηναϊκό και Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης.
Ο 47χρονος κόουτς αποδέχθηκε την πρόσκληση της «Καθημερινής» να «σχεδιάσει» και να εξηγήσει στο «πινακάκι» τα «X and O’s» του πρώτου ημιτελικού του Final Four της Ευρωλίγκας το απόγευμα της Παρασκευής (22/5, 18:00) στο ΟΑΚΑ, μεταξύ Ολυμπιακού και Φενερμπαχτσέ. Τόνισε τα καθοριστικά στοιχεία των δύο αντιπάλων, τα πλεονεκτήματα της ομάδας του Γιώργου Μπαρτζώκα και τη διαφορετική φετινή επιθετική προσέγγιση του Γιασικεβίτσιους.
«Δεν είναι ακριβώς “μάχη δύο κόσμων”»
Ο κόουτς Παναγιωτόπουλος ανέφερε αρχικά πως «μπορεί η στατιστική να δείχνει την καλύτερη επίθεση, του Ολυμπιακού (μ.ό. 90,7 π.), κόντρα στην κορυφαία άμυνα της Ευρωλίγκας, τη “Φενέρ” (μ.ό. 80,2 π.), ωστόσο στο σύγχρονο μπάσκετ δεν είναι ακριβώς “μάχη δύο κόσμων” και οι γραμμές είναι πια πολύ κοντινές. Σημασία έχει να διαπιστώνουμε τις επιδόσεις των ομάδων στα μεγάλα ματς, με τους ανταγωνιστικούς αντιπάλους. Υπάρχει μία γενική στατιστική 38 αγώνων, συν τα playoffs, αλλά στα πραγματικά σημαντικά παιχνίδια με ομάδες ισοδύναμες, διαπιστώνεις πράγματα σε δεύτερο πλάνο. Στις δύο μεταξύ τους αναμετρήσεις στη regular season, βλέπεις μεν την τακτική που ακολουθήθηκε, ωστόσο υπήρχαν απουσίες. Ο Μιλουτίνοφ δεν αγωνίστηκε στην Πόλη και ο Ταϊρίκ Τζόουνς στο δεύτερο ματς, ενώ η τουρκική ομάδα βρέθηκε χωρίς ΝτεΚολό, Μέλι και Σίλβα στο ΣΕΦ. Εκείνοι οι αγώνες είναι μπούσουλας τακτικής, όμως τα μεμονωμένα analytics είναι διαφορετικά από τα συνολικά.
»Η Φενερμπαχτσέ δίνει έμφαση στην άμυνα, με το μέγεθος και τις αλλαγές στα μαρκαρίσματα και, από την άλλη, ο Ολυμπιακός στηρίζεται στο flow της επίθεσης και η ομάδα που θα επιβάλει τον ρυθμό της θα καθοδηγήσει και το παιχνίδι εκεί που θέλει. Η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα θέλει να βγάλει τα “κοψίματα” του Βεζένκοφ, συχνά δίχως καθαρό πικ-εν-ρολ και οι Τούρκοι θέλουν να το χτυπήσουν αυτό, ώστε να χαλάσουν την κυκλοφορία, επειδή ο Σάσα δεν είναι ο καλύτερος στο ένας εναντίον ενός, αφού δεν δημιουργεί για τον εαυτό του. Πάντως, μέσα από την κίνηση της μπάλας, θέλει μικρό χρόνο να εκτελέσει και αυτό είναι το πλεονέκτημά του».
Η (όχι) «τεμπέλικη» άμυνα και ο ρόλος του Μιλουτίνοφ
Για τον ασίσταντ του Βασίλη Σπανούλη στην Εθνική, το βασικό αμυντικό δόγμα της «Φενέρ» είναι «όπως όλοι γνωρίζουν οι αλλαγές στα μαρκαρίσματα που χρησιμοποιεί ο Γιασικεβίτσιους, ώστε να κόβουν τον ρυθμό του αντιπάλου, αφού περιορίζονται οι χώροι και αυτόματα δυσκολεύει το αβαντάζ σε ένα παιχνίδι ροής. Δημιουργείται, έτσι, μία συνθήκη, όπως και στα προημιτελικά εναντίον της Ζάλγκιρις, η οποία έχει μεν τρεις χειριστές υψηλού επιπέδου, αλλά δυσκολευόταν να “βγάλει” σουτ χωρίς πίεση. Ολοι λένε ότι οι αλλαγές είναι “τεμπέλικη” άμυνα, όμως αν είναι επιθετικές, προκαλούν πρόβλημα και δεν θα θελήσει να δώσει χώρο στον Βεζένκοφ. Θα είναι κομβικό το πώς θα αντιδράσει ο Ολυμπιακός στις αλλαγές και γι’ αυτό θα είναι σημαντικός ο Νίκολα Μιλουτίνοφ, που “τραβάει” την άμυνα και παίρνει επιθετικά ριμπάουντ, που πάντα προκαλούν προβλήματα στις αλλαγές, στις οποίες είναι αποδοτικός και ο Ταϊρίκ Τζόουνς».
Ο κόουτς Παναγιωτόπουλος θεωρεί ότι «ο Ολυμπιακός έχει μεγάλο πλεονέκτημα με την πληρότητα στη ρακέτα, σε συνδυασμό και με την καλή πάσα που έχουν οι Μιλουτίνοφ και Βεζένκοφ, ώστε να υπάρξουν και “ανοικτά” σουτ. Επίσης, ενώ ο Ντόντα Χολ είναι καταπληκτικός στην άμυνα και έκανε εξαιρετικό δεύτερο μισό της σεζόν, δεν είναι τόσο αποτελεσματικός στις αλλαγές του αντιπάλου και θα χρειαστεί το step–up του Τζόουνς, για να φθαρούν και οι ψηλοί της “Φενέρ”, η οποία μέσα στη ρακέτα έχει τους Μέλι, Μπέικοτ και τον μέχρι τα μέσα της σεζόν σέντερ της ΑΕΚ, Κρις Σίλβα».
Ο Ολυμπιακός είναι παραδοσιακά μία ομάδα που πάσαρε εξαιρετικά (είναι πρώτος σε assist percentage, δηλαδή σε καλάθια από ομαδική δημιουργία) και είχε πολύ καλή κίνηση της μπάλας, όμως για τον Διαμαντή Παναγιωτόπουλο «το στυλ άλλαξε λίγο φέτος, με τον αναβαθμισμένο ρόλο και του Ντόρσεϊ. Ο Τάιλερ, εκτός από τη συνεισφορά στους αριθμούς, ως ένας γκαρντ που σκοράρει, τού δίνει φάσεις απομόνωσης, στις οποίες ο Ολυμπιακός έχει έλλειμμα. Μόνο ο τραυματίας Κίναν Εβανς μπορούσε να παίξει έπειτα από αλλαγές στα μις-ματς και να σκοράρει από κοντά ή μακριά. Ο Ντόρσεϊ θα είναι κομβικός και ο Φουρνιέ, που κάνει τόσα άλλα πράγματα, δεν τρελαίνεται να εκτελεί έπειτα από παιχνίδια απομόνωσης. Πιστεύω ότι ο κόουτς Μπαρτζώκας θα επιχειρήσει να περάσει την μπάλα μέσα στο καλάθι ώστε να δημιουργήσει ρήγματα από κίνηση και ταχύτητα και να μη φτάσει να χρειάζεται απόφαση στα πέντε τελευταία δευτερόλεπτα κάθε επίθεσης».
Η «άλλη» επίθεση της Φενερμπαχτσέ
Η πρωταθλήτρια Ευρώπης από την Κωνσταντινούπολη είχε ως πρωταγωνιστή στο περσινό Final Four τον MVP Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις, αλλά και «αθόρυβους» ήρωες τους Ντέβον Χολ και τον 38χρονο Ερικ ΜακΚόλουμ. Ο πρώτος αποχώρησε αρχικά για το ΝΒΑ και τον Φεβρουάριο υπέγραψε στον Παναθηναϊκό.
Ο τρίτος δεν συνέχισε και επίσης στα μισά της χρονιάς αντικαταστάθηκε ουσιαστικά από τον 39χρονο Νάντο Ντε Κολό. Εκείνος που «κουβαλά» την επίθεση της «Φενέρ» είναι ο αντικαταστάτης του Χέιζ-Ντέιβις, Τέιλεν Χόρτον-Τάκερ, για τον οποίο ο κόουτς Παναγιωτόπουλος δεν κρύβει ότι «με έχει εντυπωσιάσει και δεν είναι εύκολο να τον σταματήσει κάποιος. Περιμένω να είναι η βασική αμυντική προτεραιότητα του Ολυμπιακού, καθώς με το κάθετο παιχνίδι του δημιουργεί μεγάλα ρήγματα και μπορεί με το kick–out να συμπεριλάβει όλους τους παίκτες στο παιχνίδι. Ηταν ένα μεγάλο upgrade ως αντικαταστάτης του Χέιζ-Ντέιβις, διαφοροποίησε την επίθεση του Γιασικεβίτσιους με πράγματα που δεν κάνει ο περσινός MVP του Final Four και βοήθησε ιδιαιτέρως όταν η Φενερμπαχτσέ έκανε την “κοιλιά” της και έπεσε από την πρώτη στην τέταρτη θέση της κανονικής περιόδου.
»Ο κόουτς Γιασικεβίτσιους δείχνει μία διαφορετική επιθετική προσέγγιση. Ο ΝτεΚολό έχει τον ρόλο του ΜακΚόλουμ από πέρσι, αλλά η λειτουργία της ομάδας είναι διαφορετική λόγω των προσόντων, των ικανοτήτων και των χαρακτηριστικών του Χόρτον-Τάκερ. Ο Χέιζ-Ντέιβις είναι μεν ηγέτης, όμως στην επίθεση έπαιζε περισσότερο στο λόου ποστ, με πλάτη και τα πικ-εν-ρολ με τον παίκτη από τη θέση “4”. Τώρα ο Χόρτον-Τάκερ παίρνει τα πικ-εν-ρολ για να ενισχύσει το κάθετο παιχνίδι του, να παίξει ως “κρυφός” δημιουργός ή, όπως λέμε, πόιντ φόργουορντ, να ανοίξει το τρανζίσιον. Μπορεί να ακούγεται απλοϊκό, όμως ο ρυθμός θα κρίνει πολλά και αναμένεται “κλειστό” ματς, που θα καθοριστεί από το τέμπο, τις κατοχές και τα ριμπάουντ».
