Τις προάλλες στις ΗΠΑ συνέβη κάτι που, αν συνέβαινε σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατία του κόσμου (αλλά και στις περισσότερες μη δημοκρατικές χώρες του κόσμου) θα γινόταν η νούμερο ένα είδηση της χρονιάς, θα έριχνε την κυβέρνηση πριν έρθει το μεσημέρι και μετά θα συζητιόταν για μήνες, για χρόνια. Ταινίες θα γυρίζονταν γι’ αυτό. Ετσι όπως έχουμε γίνει, όμως, βάζω στοίχημα ότι μάλλον δεν το πήρατε καν χαμπάρι. Το τι φτάνει στον αφρό της ενημέρωσης, τι κατακρατάμε μέσα στην καταιγίδα των γεγονότων που παρελαύνουν στα timelines και το τι έχει τελικά επίπτωση στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του κόσμου μας έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια.
Αυτό που συνέβη είναι το εξής: ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατάθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ, δηλαδή κατά της κυβέρνησης που διοικεί ο ίδιος, ζητώντας αποζημίωση 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον προϋπολογισμό του κράτους, για τον εαυτό του. Για την τσέπη του. Εκανε αγωγή στο κράτος που ελέγχει για να πάρει 10 δισ. από τα λεφτά των φορολογούμενων ο ίδιος προσωπικά.
Οι λέξεις και τα γεγονότα έχουν χάσει κάθε νόημα πια. Η βαρύτητα των συμβάντων και τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούμε το τι είναι σημαντικό και το τι όχι έχουν όλα τιναχτεί στον αέρα. Συνειδητοποιείτε τι διαβάσατε στην προηγούμενη παράγραφο; Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται πουθενά στον κόσμο.
Πάμε να πούμε μερικά λόγια ακόμα, για να συλλάβουμε όλες και όλοι το μέγεθος της διαφθοράς, της πρωτοφανούς στα δημοκρατικά χρονικά αλητείας.
Ο Τραμπ έκανε αυτή την αγωγή κατά του υπουργείου Δικαιοσύνης και της Εφορίας, επειδή υποστηρίζει ότι το 2019 κάποιος από την Εφορία διέρρευσε φορολογικά του στοιχεία στον Τύπο. Πρόκειται ασφαλώς περί εγκλήματος. Αδικήθηκε! Δεν πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη γι’ αυτό το έγκλημα; Βεβαίως, δικαιοσύνη αποδόθηκε. Οι αρχές (επί κυβέρνησης Μπάιντεν) βρήκαν τον ένοχο της διαρροής. Ηταν ένας προμηθευτής της εκεί ΑΑΔΕ (όχι η ίδια η ΑΑΔΕ) που καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση. Είναι ακόμα στη φυλακή. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. Οχι κατά τη γνώμη του Τραμπ, όμως, που θέλει και λεφτά. Ξανά: εν ενεργεία πρόεδρος έκανε αγωγή στο δικό του υπουργείο Δικαιοσύνης ζητώντας ως αποζημίωση δισεκατομμύρια από τα κρατικά ταμεία. Να τα πάρει ο ίδιος. Να τα πάρει από τους φορολογούμενους και να τα βάλει στην τσέπη του. Και να σας πω κάτι για να το κάνουμε ακόμα χειρότερο, κάτι που θα έπρεπε να τον είχε ρίξει από τότε, και που τώρα το έχουμε όλες και όλοι ξεχάσει; Το έχει ξαναδοκιμάσει. Αυτά είναι πράγματα που δεν έχουν προηγούμενο στα χρονικά.
Φυσικά, η απαίτηση του Τραμπ δεν στέκει. Δεν στέκει ούτε νομικά, ούτε λογικά, ούτε ηθικά, ούτε πολιτικά, ούτε με κανένα άλλο κριτήριο από αυτά που χρησιμοποιούν οι κανονικοί άνθρωποι. Εννοείται ότι η ομοσπονδιακή δικαστής που επέβλεπε την υπόθεση θα την απέρριπτε, δεν θα έφτανε ποτέ σε κανονική δίκη. Αυτό ήταν κάτι που θα συνέβαινε αυτή την εβδομάδα. Αλλά πριν φτάσει η δικαστής στο να πετάξει τη γελοία υπόθεση στα σκουπίδια, συνέβη κάτι άλλο. Γιατί όλα αυτά που λέμε μέχρι τώρα έγιναν τον Ιανουάριο. Σε μια κανονική χώρα, σε μια κανονική εποχή, ο Τραμπ θα είχε πέσει με συνοπτικές διαδικασίες (παραπομπή σε δίκη από το Κογκρέσο, επίκληση άρθρου 25 του Συντάγματος, όλα εμπίπτουν) από τότε. Αλλά αυτή την εβδομάδα συνέβη κάτι άλλο, εξαιτίας του οποίου επίσης ο Τραμπ, σε μια κανονική χώρα, σε μια κανονική εποχή, θα έπρεπε να πέσει. Οι δικηγόροι του (οι προσωπικοί, που τον εκπροσωπούν σε αυτή τη δικαστική διαμάχη) απέσυραν την αγωγή έπειτα από συμφωνία με τους άλλους δικηγόρους του (τους πιστούς υπαλλήλους του στο υπουργείο Δικαιοσύνης). Η συμφωνία λέει ότι, τελικά, ο Τραμπ δεν θα διεκδικήσει τα 10 δισ. δολάρια από τα κρατικά ταμεία, και σε αντάλλαγμα το υπουργείο Δικαιοσύνης θα φτιάξει ένα ειδικό «ταμείο αποζημίωσης» («Anti-Weaponization Fund» το αποκαλούν) για να δώσει λεφτά σε όσους «είχαν αδικηθεί» από τις πολιτικές της κυβέρνησης Μπάιντεν. Το ταμείο αυτό θα περιλαμβάνει κρατικούς πόρους ύψους 1,776 δισ. δολαρίων, ένα ποσό που δεν προέκυψε από κάποια έρευνα ή από κάποια τεκμηρίωση βλαβών, αλλά ήταν αυτοσχέδιο, για να παραπέμπει στο 1776, την ημερομηνία της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Το ποιοι ακριβώς θα είναι οι δικαιούχοι δεν ορίστηκε, ούτε και το ποια θα είναι τα κριτήρια επιλογής τους, ούτε η διαδικασία εντοπισμού τους. Ορίστηκε μόνο ότι τη διαχείριση του ταμείου θα την αναλάβει μια ειδική επιτροπή που θα ορίζεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Θα είναι σαν ένα Ταμείο Ανάκαμψης για να δίνει το υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ κρατικά λεφτά στις τσέπες πιστών οπαδών του Τραμπ, με όρους και κριτήρια που θα αποφασίζει το ίδιο.
Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Είναι πρωτοφανή. Και το ακόμα πιο εξωφρενικό είναι η ανοιχτότητα. Ολα γίνονται ανοιχτά και δημόσια, μπροστά στα μάτια όλων. Ολοι οι αυταρχικοί ηγέτες του κόσμου είναι διεφθαρμένοι, μηδενός εξαιρουμένου. Αλλά ακόμα και ο Πούτιν, ακόμα και ο MBS της Σαουδικής Αραβίας, κλέβουν τα κράτη τους όσο μπορούν πιο κρυφά. Αν βγει κανένας και τους κατηγορήσει για διαφθορά, πέφτει τυχαία απ’ το μπαλκόνι, ή εμφανίζεται στο τσάι του πολώνιο. Στις δημοκρατικές ΗΠΑ η ακραία διαφθορά γίνεται ανοιχτά. Δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής και ηθικής τάξης, όπως το ότι ο εν ενεργεία πρόεδρος βγαίνει στην τηλεόραση και διαφημίζει ρολόγια ή ποστάρει διαφημίσεις για online scams στα social media για να βγάλει χρήματα. Ο πρόεδρος πουλάει κρυπτονομίσματα, πουλάει προεδρικές χάρες σε εγκληματίες, δημόσια, φανερά. Μόνο τους πρώτους τρεις μήνες του 2026 ο Τραμπ έκανε 3.642 χρηματιστηριακές συναλλαγές, για να ωφεληθεί οικονομικά από τις δικές του αποφάσεις. Αγνωστοι κερδίζουν εκατομμύρια ποντάροντας στο Polymarket λίγα λεπτά πριν ο Τραμπ ποστάρει αποφάσεις ή απειλές στο Truth Social. Στην ισχυρότερη δημοκρατία του κόσμου συμβαίνει αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη και ταχύτερη αρπαγή δημόσιου πλούτου που έχει συμβεί στην ιστορία, από έναν άνθρωπο-εγκληματική οργάνωση, και συμβαίνει ανοιχτά.
Και δεν κουνιέται φύλλο. Και όλη η πολιτική φθορά (που ασφαλώς είναι μεγάλη, αλλά όχι όσο μεγάλη θα υπέθετε κανείς) αποδίδεται στην ακρίβεια. Το μόνο που κουνάει τη βελόνα των δημοσκοπήσεων είναι οι αναμενόμενες, τραγικές επιπτώσεις αλλοπρόσαλλων πολιτικών (δασμοί, πόλεμοι) στις τσέπες των ψηφοφόρων. Και ακόμα και αυτή η αντίδραση είναι αναιμική και επιλεκτική. Καταλαβαίνουν την επίπτωση στο βενζινάδικο, αλλά όχι όταν ο πρόεδρος ανακοινώνει ότι θα τους πάρει λεφτά κατευθείαν από την τσέπη τους, για να τα βάλει στη δικιά του.
Ο Τραμπ, βεβαίως, είναι το σύμπτωμα. Η θεσμική κατάρρευση των ΗΠΑ έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, δεν προκύπτει ξαφνικά τώρα. Το πότε ακριβώς μπορεί να τοποθετήσει κανείς την έναρξη της είναι θέμα συζήτησης. Μπορεί να ήταν το Powell Memo, ή η «Southern Strategy», ή η στρατηγική του Πατ Μπιουκάναν για την «America First» στροφή του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, ή οι εκλογές του 2000, ή όλα αυτά και άλλα πολλά μαζί. Γεγονότα που ροκάνισαν σιγά σιγά τις αντιστάσεις του λαού και, μαζί, όλο το θεσμικό οπλοστάσιο που χτίστηκε στους προηγούμενους δύο αιώνες. Σταδιακές και υπόγειες αλλαγές, που μετέφεραν την ισχύ και τον έλεγχο από τους πολίτες, τις Πολιτείες, το Κογκρέσο και το κεντρικό κράτος στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, που έκαναν την αμερικανική πολιτική διαδικασία εξαγοράσιμη. Το ότι αυτή η πορεία θα οδηγούσε σε ένα φαινόμενο τύπου Τραμπ μοιάζει, εκ των υστέρων, νομοτελειακό. Αλλά δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι η ίδια η προσωπικότητα του συγκεκριμένου ατόμου ήταν καταλυτικός παράγοντας. Ενα πρόσωπο πέρα από τα όρια της φαιδρότητας, ένα συμπίλημα στερεοτύπων που μοιάζει ψεύτικο, μια χρεοκοπημένη περιπτωσάρα από την τηλεοπτική C-list. Ο χειρότερος άνθρωπος, την κατάλληλη στιγμή, στην πιο λάθος θέση.
Αυτά που συμβαίνουν (σχεδόν κάθε εβδομάδα, πια, σχεδόν κάθε μέρα) επιβεβαιώνουν ότι η πορεία αυτή είναι πια μη αναστρέψιμη. Η νέα Ρώμη καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, μέρα με τη μέρα, με τους πιο γελοίους και παράδοξους τρόπους. Ακόμα κι αν/όταν η ζωή και οι νόμοι της βιολογίας παρέμβουν και δώσουν μια πρόσκαιρη κάθαρση, η όποια ανακούφιση δεν θα μπορεί παρά να είναι πρόσκαιρη. Ο Τραμπ είναι σύμπτωμα μιας ασθένειας σε στάδιο που μοιάζει τελικό.
