Ηταν τρεις η ώρα το πρωί, όταν χτύπησε το τηλέφωνό του. Ο πατέρας και μάνατζέρ του τον ενημέρωνε ότι ανέβαινε εκείνη την ώρα στο δωμάτιό του, σε ξενοδοχείο της Ζυρίχης, όπου είχε μεταβεί για να παραλάβει το βραβείο «Πούσκας» για το πιο ωραίο γκολ της χρονιάς, στο γκαλά της FIFA.
Κοιμόταν βεβαίως και φορούσε μόνο ένα μποξεράκι και μια φανέλα. Οταν άνοιξε την πόρτα, είδε μπροστά του τον πατέρα του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα και έναν μεταφραστή. Κάθισαν με τον Πεπ, και αυτός του είπε: «Θέλω να σε πάρω στην ομάδα που θα πάω, αλλά δεν μπορώ να σου πω ποια είναι».
Πήρε ένα χαρτί, άνοιξε το λάπτοπ του και του ανέλυσε πώς θα έπαιζε, εφόσον αποδεχόταν να τον ακολουθήσει στην ομάδα με την οποία είχε συμφωνήσει. «Αν δεν πετύχεις 60 γκολ στη σεζόν, τότε θα αλλάξω το όνομά μου», του είπε, για να του δείξει πόσο πίστευε σε εκείνον και για να τον πείσει να πει το «ναι» στην Μπάγερν Μονάχου, ομάδα με την οποία είχε συμφωνήσει ο Καταλανός και του την αποκάλυψε όταν ο Νεϊμάρ επέμεινε να του πει σε ποια αναφέρονταν.
Εντέλει, ο ανερχόμενος Βραζιλιάνος σούπερ σταρ της Σάντος προτίμησε την Μπαρτσελόνα, αλλά ο Γκουαρδιόλα πάντα αναφερόταν σε αυτόν με καλά λόγια και, μάλιστα, προσπάθησε και άλλες φορές να τον πάρει στην ομάδα του, εν προκειμένω τη Μάντσεστερ Σίτι.
Οταν το βράδυ της Δευτέρας (18/05) ο Κάρλο Αντσελότι ανακοίνωσε το όνομα του 34χρονου πλέον επιθετικού ως μέλος της αποστολής της Βραζιλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο, είναι σίγουρο ότι ο Γκουαρδιόλα θα έσκασε ένα χαμογελάκι, παρότι την ίδια ώρα έβλεπε την Αρσεναλ, με γκολ του ποδοσφαιριστή που το 2021 του στέρησε το πρώτο του Champions League με τους «πολίτες» ως παίκτης της Τσέλσι (Κάι Χάβερτς), να λυγίζει την Μπέρνλι και να κάνει άλμα τίτλου.
Γενικά αυτές οι μέρες είναι πολύ ιδιαίτερες για τον Πεπ, ο οποίος φέρεται να αποφάσισε ότι η θητεία του στη Σίτι, ύστερα από μια δεκαετία, θα ρίξει αυλαία. Και μαζί της μπαίνει ένα τέλος εποχής, όχι μόνο στην ομάδα του Μάντσεστερ, αλλά και στο αγγλικό ποδόσφαιρο, το οποίο αναμφίβολα άλλαξε ο 55χρονος με τη φιλοσοφία και τις ιδέες του.
Οταν ανέλαβε την Μπαρτσελόνα, την ομάδα της καρδιάς του, είπε στον πρόεδρο Τζουάν Λαπόρτα ότι «δεν θα έχεις τα αρχ@@@@ για να μου δώσεις τη θέση του προπονητή». Το έκανε, ύστερα και από σχετική συμβουλή του Γιόχαν Κρόιφ και, τέσσερα χρόνια αργότερα, η Μπάρτσα είχε καθιερώσει έναν συγκεκριμένο τρόπο ποδοσφαιρικής σκέψης, τον οποίο πολλοί ήθελαν να μιμηθούν, ενώ οι υπόλοιποι έψαχναν το «αντίδοτο» για να το απενεργοποιήσουν.
Με βάση εκείνη την ομάδα, η Ισπανία, που μόλις είχε κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με προπονητή τον Λουίς Αραγονές και τα πρώτα δείγματα του tiki-taka, έγραψε Ιστορία, αφού ακολούθησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο και ένα ακόμα Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Με προπονητή τον Βιθέντε ντελ Μπόσκε, αλλά εμπνευστή επί της ουσίας τον Πεπ.
Υστερα από έναν χρόνο ξεκούρασης στη Νέα Υόρκη, ανέλαβε την Μπάγερν, αφού είχε φροντίσει πρώτα να μάθει γερμανικά, προκειμένου να μπορεί να περνάει πιο εύκολα τις ιδέες του στους ποδοσφαιριστές του και μετά στον κόσμο.
Ανέλαβε μια ομάδα που μόλις είχε πάρει το τρεμπλ (Πρωτάθλημα, Κύπελλο, Champions League) και, παρότι δεν κατέκτησε ποτέ το Champions League (λες και, πλην Ρεάλ, αυτό είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο), εισήγαγε ένα ποδόσφαιρο πάνω στο οποίο χτίστηκε και η επιτυχία της Γερμανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014. «Ποτέ δεν παίξαμε καλύτερα απ’ ό,τι την εποχή του Πεπ», έχει σχολιάσει ο ζωντανός θρύλος Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε.
Δουλεύοντας πολύ και σε ατομικό επίπεδο, ο Γκουαρδιόλα βελτίωσε πάρα πολλούς ποδοσφαιριστές στη διάρκεια της διαδρομής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έκανε λάθη και μερικά που έκαναν κρότο, όπως η μεταγραφή του Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς στην Μπάρτσα και η συναίνεσή του να δοθεί ως αντάλλαγμα ο Σαμουέλ Ετό.
Ο Σουηδός, παίκτης-ντίβα όσο λίγοι, δεν τα βρήκε ποτέ με τον Καταλανό, τον οποίο βάφτισε ειρωνικά «φιλόσοφο», ενώ έλεγε ότι ήταν τόσο τέλειος (πάλι με ειρωνική διάθεση βεβαίως) που… ουρούσε κολόνια.
Ο Πεπ είχε ως αρχή να μη μένει πάνω από 3-4 χρόνια σε κάθε ομάδα, αφού θεωρούσε ότι μετά από αυτό το διάστημα η φθορά ήταν μεγάλη. «Παραγνωριστήκαμε», είπε επί της ουσίας, όταν, με βαριά καρδιά, έφυγε από την Μπάρτσα, όπου τον διαδέχθηκε ο αείμνηστος συνεργάτης και φίλος του Τίτο Βιλανόβα, κίνηση που ο Γκουαρδιόλα ένιωσε ως προδοσία.
Στη Μάντσεστερ Σίτι είχε από την πρώτη στιγμή ό,τι ήθελε στη διάθεσή του, αλλά το σημαντικό είναι ότι ήξερε πολύ καλά πώς να το διαχειριστεί. Με την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το περασμένο Σάββατο (16/05), έφτασε αισίως τους είκοσι τίτλους, μεταξύ των οποίων έξι πρωταθλήματα.
Αν, μάλιστα, του χαμογελάσει (πολύ) η τύχη, την Κυριακή (24/05) θα κατακτήσει την έβδομη Premier League, εφόσον όμως η Αρσεναλ του φίλου, μαθητή του και άλλοτε συνεργάτη του, Μίκελ Αρτέτα, επιδείξει τάσεις πρωτοφανούς αυτοκτονίας.
Ο Βάσκος είναι «παιδί» του Γκουαρδιόλα, όπως τέτοιο είναι και ο Εντσο Μαρέσκα, που προαλείφεται για διάδοχος του Πεπ στη Σίτι και για τον οποίο ο Καταλανός μιλάει με τα καλύτερα λόγια, τόσο ως προπονητή όσο και ως άνθρωπο.
Ο Ιταλός, εφόσον αναλάβει τα ηνία, θα παραλάβει μια ομάδα που άλλαξε το αγγλικό ποδόσφαιρο χάρη σε έναν προπονητή που κατάφερε να κυριαρχήσει μέσα από το παιχνίδι ελέγχου-κατοχής της μπάλας, παρότι παραδοσιακά στο Νησί κυριαρχούσε ο εξοντωτικός ρυθμός και η μπάλα «πάνω κάτω».
Από την εποχή του σε Μπάρτσα και Μπάγερν καθιέρωσε τακτικές όπως το ψευτοεννιάρι, τα ακραία μπακ που γίνονται χαφ (Ντάνι Αλβες, Ζοάο Κανσέλο) ή τα χαφ που γίνονται μπακ (Φίλιπ Λαμ, Ματέους Νούνες), τακτικές που εξέλισσε ακόμα περισσότερο με το πέρασμα των χρόνων.
Η ικανότητά του να προσαρμόζει παίκτες σε ρόλους που δεν ήξεραν ότι μπορούσαν να υπηρετήσουν, όπως τον Χάβι Μαρτίνεθ σε ρόλο «ψευτοδεκαριού» ή τον Τζον Στόουνς σε ρόλο αμυντικού μέσου, ο πρωτοποριακός τρόπος σκέψης και η διαρκής αναζήτηση τακτικών καινοτομιών αποτελούν οδηγό για νεότερους προπονητές, αλλά και ολόκληρες ομάδες που θέλουν να χτίσουν πάνω στην φιλοσοφία του.
«Ο Γιόχαν Κρόιφ έβαψε το παρεκκλήσι και οι προπονητές της Μπαρτσελόνα μπορούν απλά να το συντηρούν ή να το βελτιώνουν», έχει πει για τον άνθρωπο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση στη σταδιοδρομία του, η συνέχεια της οποίας ενδέχεται να περιλαμβάνει μια εμπειρία ως ομοσπονδιακό προπονητή.
Από την εποχή που έπαιξε μπάλα στην Μπρέσια και τη Ρόμα, ο Γκουαρδιόλα δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για το ιταλικό ποδόσφαιρο, έστω και αν σε αυτό το διάστημα βρέθηκε ένοχος για χρήση αναβολικών ουσιών, υπόθεση που κυνήγησε μέχρι τέλους, αποδεικνύοντας εντέλει την αθωότητά του.
Η «σκουάντρα ατζούρα», η οποία συμπλήρωσε τρεις διαδοχικές απουσίες από το Παγκόσμιο Κύπελλο, θα άνοιγε ευχαρίστως την αγκαλιά της για τον Γκουαρδιόλα, ο οποίος ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο, μια εμμονή που πιθανότατα του στοίχισε και τον γάμο του με τον νεανικό του έρωτα, Κριστίνα Σέρα, με την οποία έχουν τρία παιδιά (Μαρία, Μάριους και Βαλεντίνα).
Ο Πεπ είναι αιώνια ερωτευμένος με την μπάλα, την κατοχή της, τα τριγωνάκια, την πίεση ψηλά για άμεση ανάκτησή της, την εμπλοκή του τερματοφύλακα στην κυκλοφορία της, το παιχνίδι από πίσω με τα στόπερ, υποχρεώνοντας ακόμα και τους δημοσιογράφους να μελετούν για να μη μένουν πίσω στις τακτικές του καινοτομίες. Αν, μάλιστα, κάνετε μια βόλτα στις μικρές κατηγορίες του αγγλικού ποδοσφαίρου, θα δείτε ομάδες που προσπαθούν να παίξουν με τον ίδιο τρόπο.
Εφόσον επιβεβαιωθεί η (ιστορική) αποχώρησή του, θα αφήσει το Νησί ως ο πρώτος μη Βρετανός προπονητής σε πρωταθλήματα, ισόπαλος με τον Αγγλο Μπομπ Πέισλι και τον Σκωτσέζο Τζορτζ Ράμσεϊ (όλοι με έξι), πίσω μόνο από τον θρυλικό, επίσης Σκωτσέζο, Αλεξ Φέργκιουσον, ο οποίος κατέκτησε 13, όλα με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Ο σερ Αλεξ, ο οποίος πάντα εκτιμούσε βαθύτατα τον Γκουαρδιόλα, παρότι του στέρησε δύο Champions League, επιχείρησε επανειλημμένως να τον πείσει να τον διαδεχθεί στο τιμόνι των «κόκκινων διαβόλων».
Ο Πεπ το απέφυγε, πιθανόν για να μην μπει στη διαδικασία της σύγκρισης. Η μοίρα θέλησε να γράψει Ιστορία με την άλλη ομάδα του Μάντσεστερ. Και πλέον μπορεί να μπει σε αυτή τη διαδικασία, χωρίς σε καμία περίπτωση να ντρέπεται για το αποτέλεσμα αυτής. Το αντίθετο μάλιστα.
