1. (*παραπλανητικό σχήμα που ωθεί τα άτομα να ξοδεύουν λεφτά ή να φανερώνουν προσωπικά τους δεδομένα)
Ας πάρουμε για παράδειγμα το νερό. Το 2026 δεν πίνουμε απλώς νερό. Ενυδατωνόμαστε. Υπάρχουν σομελιέ, ποικιλίες, ακριβά παγούρια. Ταυτόχρονα, η συζήτηση για την εξασφάλιση πρόσβασης σε καθαρό νερό υποχωρεί, γιατί είναι εξουθενωτικά περίπλοκη και απαιτεί διεθνή συντονισμό, πολιτική και αλλαγές. Πίνοντας παγωμένο ανθρακούχο νερό ξεχνιέμαι, ξεχωρίζω: εκεί το πρόβλημα, εδώ εγώ κι οι αμέτρητες επιλογές μου.
2. Μία από τις μακροβιότερες γυναίκες που ξέρω δεν ξέρει τι είναι ενυδατική και δεν πατάει το πόδι της σε σούπερ μάρκετ. Από το 1992 που οι ζωές μας συναντήθηκαν, για να με κουνήσει στα χέρια της, είχε άσπρα μαλλιά και ρυτίδες, αφρόντιστη εξωτερική εμφάνιση – αγρότισσα. Υπάρχει ακόμη. Για μια σειρά από λόγους που περιλαμβάνουν την τύχη και τα γονίδια. Υποθέτω, όμως, ότι παίζουν ρόλο ο καθαρός αέρας, το φρέσκο νερό, τα λαχανικά που δεν έχουν ταξιδέψει τη μισή υφήλιο για να φτάσουν στο πιάτο της, οι προσευχές, η πίστη και η παρουσία ενός δικτύου από υποστηρικτικές φίλες που εμφανίζονται αυθόρμητα για καφέ στις πέντε το απόγευμα εδώ και εκατό χιλιάδες χρόνια.
Η γενιά μου και η αμέσως επόμενη (άνθρωποι γεννημένοι γύρω στο 1995 χονδρικά) είμαστε μπλεγμένοι σε μία καφκική γραφειοκρατία ανταλλαγής μηνυμάτων. Η διαρκής συνδεσιμότητα επιτείνει τη μοναξιά – δεν τη μειώνει. Εκτελούμε τεχνολογικά προδιαγεγραμμένες κινήσεις που μοιάζουν με προσπάθειες αλληλοκατανόησης, χωρίς ν’ αναλαμβάνουμε ρίσκα για μακροχρόνιες φυσικές επαφές που ενέχουν δυσκολία και προσαρμογές. Αυτές, όμως, ακριβώς τις επαφές λαχταρούμε ολόψυχα!
Στο δωμάτιο με τους καθρέφτες της ψηφιακής υπο-ζωής είμαστε μόνοι παίζοντας παντομίμα αυτοφροντίδας. Μιλάμε με ρομπότ που είναι ευγενικά και συγκαταβατικά εθίζοντάς μας έτσι ακόμη περισσότερο στη μονομερή «σχέση» χωρίς τριβές και αγγίγματα. Την αγκαλιά θέλουμε, όμως, έχουμε όσφρηση και αφή! Οσο μάτσα λάτε και να πιεις αυτό δεν αλλάζει.
3. Η νερουλιασμένη, ψηφιακή προσομοίωση σχέσεων, διάδρασης και, τελικά, ευτυχίας μοιάζει με τις βιομηχανικά παρασκευασμένες φράουλες που δεν έχουν γεύση, αλλά επίγευση. Η εμφάνισή τους είναι πειστική και ανοικειωτική. Είναι τέλεια αντίγραφα φράουλας, σαν πλαστικά φρούτα που παριστάνουν τα φρούτα.
Τίποτα στην ενήλικη ζωή δεν είναι τόσο τέλειο, γυαλιστερό και τυλιγμένο όσο οι πρώτες αψεγάδιαστες φράουλες που βγαίνουν στα σούπερ μάρκετ ήδη από τον χειμώνα. Φτάνουν από πολύ μακριά, ποντάρουν, όμως, στην εμφάνισή τους, για να δώσουν ψευδαίσθηση φρεσκάδας. Ετσι, δεν έχουν χώματα, ρίζες, φύλλα ή ό,τι άλλο παραπέμπει σε καρπό της γης. Είναι σαν ιδέες, όχι σαν όντως φρούτα (με εξογκώματα, χτυπήματα, άνισο σώμα και ατέλειες).
Αυτό το είδος φρούτου απαιτεί την ψυχρή ατμόσφαιρα του θαλάμου τροφοδοσίας και την αποστειρωμένη, ιατρική σχεδόν εμφάνιση της συσκευασίας που παραπέμπει σε απόλυτη καθαρότητα κατά τη συγκομιδή. Η τέλεια εμφάνιση αποκλείει την ανθρώπινη ή άλλη χωμάτινη παρέμβαση κατά τη δημιουργία της φράουλας-ιδέας. Κάτι τέτοιο ο άνθρωπος μπορεί μόνον να το θαυμάσει υπό το κατάλληλο φως και, αφού πληρώσει, να το ενσωματώσει.
Ετσι και οι ψηφιακές διαφημίσεις αυτοφροντίδας αφαιρούν το χώμα χάριν της αποστείρωσης, ιατρικοποιούν τη συζήτηση για τ’ ανθρώπινα, εμπεδώνουν το λεξιλόγιο της ψυχοπαθολογίας στην καθημερινότητα («ΔΕΠΥ», «νάρκισσος» κ.λπ.) και μας διδάσκουν να καταναλώνουμε τους άλλους, την τελειότητά τους, την επίγευση.
Η τάση της «αυτοφροντίδας», του φίτνες και του wellness («ευεξία») φανερώνει την αδυναμία μας να φανταστούμε μία καλή ζωή με όρους που ξεπερνούν τα αποστειρωμένα, ιατρικοποιημένα είδωλα καλοπέρασης που παράγουν η διαφήμιση, η ποπ ψυχολογία, οι συντριπτικές αποτυχίες της πολιτικής τον 21ο αιώνα και οι τζαμπατζήδες-ινφλουένσερ.
Γενιές κακοποιημένες από την οικονομική και υγειονομική κρίση, μαθημένες σε πολέμους, ανεργία και ψυχολογικά, αγκαλιάζουμε τη θρεπτική φρουτοσαλάτα μας με αβαθή στωικότητα: έχουμε πονέσει τόσο πολύ που μάς αρκούν τα λίγα. Με μία παντομίμα εκτίμησης των μικρών πραγμάτων, με μία αναγωγή της ευπρεπούς επιβίωσης σε ζωάρα, είμαστε ησυχασμένοι. Για μια ζωή με νόημα ούτε λόγος. Η ποπ ψυχολογία και το δίλεπτο εύρος προσοχής κουρελιάζουν την ηθική, τη φαντασία, την ονειροπόληση και τη φυσική τάση μας προς τη δημιουργία.
4. Κατά βάθος όλοι ξέρουμε ότι η αυτοφροντίδα είναι scam. Εάν πάθεις κάτι πραγματικά σοβαρό, θα χρειαστείς οργανωμένη κοινωνία. Eνα σύστημα από νοσοκομεία, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που φροντίζουν όσους ασθενούν. Eνα ολόκληρο πλέγμα από νόμους, κανονισμούς και οικονομικές παραδοχές καθορίζει εάν έχεις πρόσβαση σε όσα αποκαθιστούν την υπονομευμένη υγεία.
Oσο εμείς κοιτάμε ενυδατικές και τύπους μάτσα λάτε, το σύστημα υγείας ξηλώνεται, το περιβάλλον βρωμίζει, καίγεται ή τεμαχίζεται, το πρωτείο του ανθρώπου αμφισβητείται και η διαφήμιση βιάζει τα συγκινητικά τραγούδια κάνοντάς τα μέρος της διαδικασίας των κοινωνικών συγκρίσεων. Οι άνθρωποι που κοντεύουν να τρελαθούν, επειδή οι άλλοι πάντοτε είναι κάπου καλύτερα και δείχνουν ομορφότεροι, αναζητούν διέξοδο από την εξαπάτηση συνολικά.
5. Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα σε μία συλλογική σιωπηλή ακρόαση δίσκου. Μ’ ενδιέφερε το ενδεχόμενο να καθίσω σιωπηλή ανάμεσα σ’ αγνώστους ακούγοντας έναν ολόκληρο δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς διαφημίσεις. Το πράγμα θα διαρκούσε περίπου 80 λεπτά.
Τα λεπτά πλάτυναν, αφού είχα αφήσει το κινητό βαθιά στον πάτο του σάκου μου. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο του μπαρ ή έκλεινα τα μάτια. Kάθε δευτερόλεπτο εγκυμονεί την υπόσχεση αμέτρητων χρονικοτήτων. Aπαξ κι αρχίσεις να παρατηρείς, τον χρόνο, τον χώρο, τα πράγματα, δεν υπάρχει αντικείμενο ανάξιο της προσοχής σου.
Iσως η δίοδος στην πλουσιότερη ζωή να είναι ο περιορισμός της «επιλογής». Ο άνθρωπος που έβαζε τους δίσκους διάλεγε για εμένα ήχους που αλλιώς δεν θα διάλεγα, άσχετους με τις προηγούμενες επιλογές μου. Hταν παρήγορο.
6. Αυτή τη λαχτάρα για περιορισμό των «επιλογών» συλλαμβάνει η βραβευμένη ταινία Los Domingos (οι Κυριακές, 2025) της Ρουίθ ντε Αθούα. Η ταινία δείχνει ένα μέλος της γενιάς Ζ με βαρύ πένθος. Μετά από μία σχολική εκδρομή σ’ ένα μοναστικό συγκρότημα, η κοπέλα αποφασίζει να δοκιμάσει τη ζωή κοντά στον Θεό και το ανακοινώνει στον μπαμπά της. Η προοδευτική και διανοούμενη θεία δεν μπορεί να κατανοήσει την εξέλιξη.
Με τον τρόπο της, η νεαρή ανιψιά αφήνει τη θεία να καταλάβει πως για αυτήν η ζωή εκτός μοναστηριού δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Η αξία της ταινίας έγκειται σ’ αυτό: δείχνει μία γενιά που παραπατάει απ’ τις ψευδείς επιλογές και τη σύγκριση, ενώ πασχίζει να νοηματοδοτήσει και τελικά να διαλέξει τη ζωή της.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Η έλξη που ασκεί το θέατρο στους νέους ανθρώπους, οι καινούργιες θεατρικές ομάδες κι η ζωηρή θεατρική ζωή της Αθήνας. Το μυθιστόρημα «10:04» του Ben Lerner, οι γάτοι, τα χαλάκια του μπάνιου και να ξεκλέβω λίγο χρόνο να μπω σε βιβλιοπωλεία πρωί, προτού η ημέρα παραγίνει «αληθινή». Οι καστανιές. Η Πάτι Σμιθ.

