Πρόβλημα υπήρχε, μεγάλο, και πριν από την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης. Τώρα είναι μεγαλύτερο. Εχουμε ξαφνικά μηχανές στον κόσμο μας οι οποίες μπορούν, από μόνες τους, να φτιάξουν εντελώς πρωτότυπα κείμενα, βίντεο και ήχους. Ακόμα και μουσική. Οχι αντίγραφα ή παραλλαγές άλλων, προϋπαρχόντων έργων φτιαγμένων από ανθρώπους. Καινούργια. Τι γίνεται όταν σε έναν κόσμο εμφανίζεται μια άλλη οντότητα που μπορεί να κατασκευάζει «έργα τέχνης»; Είναι τέχνη ένα ποίημα γραμμένο από ΑΙ; Ενα τραγούδι; Πρόσφατα βρέθηκα σε συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη με κυρίως νομικό περιεχόμενο (οι κουβέντες αφορούσαν πνευματικά δικαιώματα και άλλα τέτοια θέματα) και εκεί ακούστηκε ότι η λέξη «δημιουργία» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να περιγράψει έργα κατασκευασμένα από ΑΙ. Δεν μπορεί ένα μηχάνημα να είναι «δημιουργός». Μου άρεσε ως ιδέα. Μολαταύτα, έγινε και στο συνέδριο σαφές ότι υπάρχει πρόβλημα. Αλλά εδώ έχω έρθει να σας παρουσιάσω ένα σενάριο εναλλακτικό. Μπορεί, λέω, η ΑΙ, με το slop της και τα πρωτότυπα αλλά δευτερογενή της κακέκτυπα ενός καλλιτεχνικού κόσμου που ήταν ήδη σε τέλμα, να αποτελέσει καλή αφορμή και καλό έναυσμα για την πυροδότηση μιας νέας χρυσής εποχής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από τους ανθρώπους, φυσικά. Τους μόνους δημιουργούς. Θα σας πω τι εννοώ.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί λέμε ότι υπήρχε «τέλμα»; Για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, παρεμπιπτόντως, θα χρησιμοποιήσουμε μόνο το παράδειγμα της μουσικής, αλλά το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να ισχύει και για άλλες μορφές τέχνης. Στη μουσική, το τέλμα μπορεί να περιγραφεί γλαφυρά με το εξής σχήμα, που είχα διαβάσει σε ένα ωραίο βιβλίο (για το οποίο σας είχα γράψει εκεί): Αν κάποιος μουσικόφιλος της δεκαετίας του 1940 ταξίδευε στον χρόνο και προσγειωνόταν στη δεκαετία του 1960, δεν θα καταλάβαινε τίποτε. Η μουσική που θα συναντούσε θα ήταν άλλο πράγμα, νέα είδη, νέα ακούσματα, νέα μοτίβα, νέες φόρμες. Ποπ, ροκ, μπλουζ, τουίστ, εντελώς καινούργια πράγματα. Ας τα οπτικοποιήσουμε, παρεμπιπτόντως, για να το κάνουμε αυτό το άρθρο πιο ζωντανό. Να το πιο επιτυχημένο και διάσημο τραγούδι της δεκαετίας του 1940 στις ΗΠΑ:
Ωραίο κομμάτι ασφαλώς, γνωστό μέχρι σήμερα. Αλλά πάμε να ακούσουμε το δημοφιλέστερο κομμάτι της δεκαετίας του 1960, σύμφωνα με τους καταλόγους ραδιοφωνικής αναπαραγωγής και πωλήσεων του περιοδικού Billboard:
Αλλο πράγμα. Αλλος κόσμος. Φέρτε στο μυαλό σας άλλα διάσημα ακούσματα της δεκαετίας του 1960, Beatles, τον Ελβις, τον Ντίλαν, τους Rolling Stones, την Αρίθα Φράνκλιν. Τι κοσμογονία μέσα σε λίγα χρόνια, ε; Πάμε τώρα άλλο ένα άλμα στον χρόνο, στο δημοφιλέστερο τραγούδι των ’80s.
Εδώ έχουμε ακόμα ένα άλμα. Μικρότερο θα έλεγε κανείς, αλλά άλμα όπως και να το κάνουμε, το οποίο είναι και μιας άλλης μορφής: τεχνολογικό. Εχουμε περισσότερα μπλιμπλίκια πια, νέες μορφές χορευτικής μουσικής που χωρίς την ψηφιακή τεχνολογία δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Συν νέες τολμηρές φόρμες πάνω στα παλιά, γνωστά μοτίβα των μπλουζ και της ποπ από ιδιοφυΐες όπως ο Μάικλ Τζάκσον ή ο Πρινς. Αντίστοιχα με αυτό που λέγαμε πριν: ο μουσικόφιλος της δεκαετίας του 1960, αν μεταφερόταν στο 1980, θα πάθαινε την πλάκα του. Με την πολύ καλή έννοια.
Αλλά μετά, τα πράγματα αλλάζουν λιγάκι. Ο μουσικόφιλος του 1980 που ταξιδεύει στο 2000, βλέπει ένα τοπίο άλλο. Το δημοφιλέστερο τραγούδι των 2000s, λέει, ήταν αυτό:
Ενα επόμενο στάδιο τεχνολογικής αρτιότητας, η ωρίμανση της χιπ χοπ, νέοι τρόποι κατανάλωσης της μουσικής, ένας πρωτοφανής πλούτος σε ακούσματα –αλλά ίσως λιγότερα, εντελώς καινούργια πράγματα. Και πάλι, ασφαλώς, ο μουσικόφιλος χρονοταξιδιώτης που έρχεται από το 1980, πολύ εντυπωσιασμένος θα ήταν το 2000.
Αλλά τώρα φανταστείτε έναν μουσικόφιλο του 2000 –ίσως και τον εαυτό σας. Που τηλεμεταφέρεται στο 2020 (όπως κάνατε κι εσείς, αλλά πιο γρήγορα). Και ακούει αυτά που έχουμε εμείς σήμερα.
Είμαι σίγουρος ότι καταλάβατε πού το πάω. Τα ίδια είναι. Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι σαν να έχει έρθει κατευθείαν από τη δεκαετία του 1980, με καλύτερη τεχνολογία και ποιότητα παραγωγής. Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Λίγο πολύ σήμερα ακούγονται ακόμα οι ίδιες κατηγορίες, τα ίδια είδη (η ραπ έγινε τραπ), οι ίδιες φόρμες. Αν η Τέιλορ Σουίφτ έβγαινε ολόιδια το 1998, χωρίς την παραμικρή αλλαγή, πάλι τεράστια επιτυχία θα ήταν, τίποτε ξένο, και θα ήταν απολύτως γνώριμη στον κόσμο της Μπριτνεϊ Σπίαρς. Είναι σαν τις τελευταίες δεκαετίες ο κόσμος μας να έχει αρχίσει να ανακυκλώνει τα ίδια μοτίβα ξανά και ξανά, σε πολύ υψηλή ποιότητα μεν, σε ατελείωτες ποσότητες επίσης, αλλά τα ίδια και τα ίδια.
Το φαινόμενο εκφράζεται με πολλούς τρόπους, ασφαλώς. Η σημαντικότερη μουσική τάση στη μουσική παγκοσμίως είναι η νοσταλγία. To 2004, όταν ο περισσότερος κόσμος άκουγε μουσική σε CD, το 64% των πωλήσεων μουσικής ήταν νέες κυκλοφορίες. Το 2020, όταν ο περισσότερος κόσμος άκουγε σε πλατφόρμες streaming, μόνο το 35% των τραγουδιών που ακούγονταν ήταν καινούργια (κομμάτια που έχουν κυκλοφορήσει μέσα στους προηγούμενους 18 μήνες). Και η τάση επιταχύνεται. Πέρυσι το ποσοστό αυτό είχε πέσει στο 24%. Και δεν είναι μόνο αυτό. Οι μεγαλύτερες συναυλίες της τρέχουσας δεκαετίας στην Ελλάδα έχουν γίνει από μια τραγουδίστρια που πρωτοηχογράφησε το 1975, ένα συγκρότημα που πρωτοηχογράφησε το 1998 και, τις προάλλες, ένα συγκρότημα που έβγαλε τον πρώτο του δίσκο το 1982. Διεθνώς, οι δέκα μεγαλύτερες περιοδείες της τρέχουσας δεκαετίας είναι από συγκροτήματα και καλλιτέχνες που κατά μέσο όρο έβγαλαν για πρώτη φορά μουσική το 1997, πριν από τριάντα χρόνια. Φυσικά, νέα μουσική βγαίνει. Νέα συγκροτήματα, νέες καλλιτέχνιδες, νέοι καλλιτέχνες εμφανίζονται, ασφαλώς, διαρκώς. Και πολύ καλής ποιότητας. Αλλά όχι νέα είδη μουσικής. Οχι ολοκαίνουρια πράγματα, ήχοι που θα αρέσουν στους νεότερους και που εμείς, χρονοταξιδιώτες από τις προηγούμενες δεκαετίες, δεν θα καταλαβαίνουμε καν –όπως γινόταν πάντα. Αυτό μοιάζει να τελείωσε. Για διάφορους λόγους, που είναι ένα ενδιαφέρον θέμα (κάποιο ρόλο έπαιξε ο καπιταλισμός, ασφαλώς), αλλά όχι γι’ αυτό το άρθρο. Επειδή σε αυτό το άρθρο θέλω να πούμε το εξής: μέσα σε αυτό το τέλμα, μέσα σε όλα τα άλλα, έχουμε τώρα να μας έρχεται και η ΑΙ. Εχει φτιαχτεί ένα ολόκληρο οικοσύστημα το οποίο πρακτικά αναπαράγει τα ίδια μουσικά είδη και τα ίδια μοτίβα και, ξαφνικά, εμφανίζεται μια μηχανή που κάνει ένα πράγμα καλύτερα από οτιδήποτε άλλο: αναπαράγει μοτίβα.
Τι να τους κάνεις τους καλλιτέχνες λοιπόν; Τι να την κάνεις την Τέιλορ Σουίφτ όταν, εκπαιδεύοντας το LLM με χιλιάδες ποπ ύμνους και ατελείωτα κείμενα, στίχους και ποιήματα που περιγράφουν το χτυποκάρδι της νιότης ή την προδοσία του εραστή που διέψευσε τις προσδοκίες, μπορείς να φτιάξεις εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια νέους, πολύ παρόμοιους ποπ ύμνους; Προφανώς, θέλεις ακόμα την ανθρώπινη διάσταση. Θέλεις να ξέρεις ότι το χτυποκάρδι της νιότης στο τραγουδά ένα πλάσμα με αληθινό χτυποκάρδι. Κάνει διαφορά. Αλλά ταυτόχρονα, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές το Spotify πλημμυρίζει με τραγούδια χωρίς κανένα χτυποκάρδι. Μπορεί σήμερα να έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε εκλεκτικοί και επιφυλακτικοί. Αύριο μεθαύριο, όμως, μπορεί να μην έχει πολλή σημασία. Μπορεί να μην μπορούμε να ξεχωρίσουμε καν τα μεν από τα δε.
Εκτός αν συμβεί κάτι άλλο.
Η καλλιτεχνική δημιουργία χρειάζεται μια σπίθα, ένα κίνητρο. Κάποτε μπορούσαν να ξεχωρίσουν με τον τρόπο που χόρευαν, με ένα σκέρτσο του γοφού ή μια στριγκλιά ανάμεσα στους στίχους. Μπορεί τώρα το τσουνάμι του AI slop να αποτελεί μια ιδανική αφορμή για άλλους δημιουργούς να αναζητήσουν νέους τρόπους να ξεχωρίσουν, όχι μόνο από αυτά που θα φτιάχνουν στο εξής οι μηχανές, αλλά και από αυτά που φτιάχνει τα τελευταία δέκα είκοσι χρόνια και η ανθρώπινη μουσική βιομηχανία. Ακούστε το εξής:
«Τι ήταν αυτό που μόλις ακούσαμε;», θα είπατε, όταν ανακτήσατε την ικανότητα της άρθρωσης λόγου. Ακριβώς. Τι ήταν αυτό πάλι; Θα σας πω τι ήταν όπως τα καταλαβαίνω.
Αυτοί οι κύριοι με τις μάσκες είναι οι Angine de Poitrine (προφέρεται “Ανζίν ντε Πουαντρίν”, το “ρ” σαν “γ”) ένα μουσικό συγκρότημα από το Κεμπέκ του Καναδά. Η μουσική που φτιάχνουν είναι τεχνικά πολύ περίεργη και ιδιαίτερη. Ανθρωποι που δεν γνωρίζουμε πολλά από μουσική, καταλαβαίνουμε ότι κάτι το περίεργο συμβαίνει με τα τραγούδια που μόλις ακούσατε, αλλά μάλλον δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ακριβώς τι. Δεν ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι ο κιθαρίστας, ο οποίος λέγεται Khn (!), παίζει σε μια κιθάρα με διπλάσια τάστα από τις κανονικές, ώστε να μπορεί να παίζει νότες που δεν συγκαταλέγονται στις 12 του παραδοσιακού οργάνου, αυτές που χρησιμοποιεί η δυτική μουσική. Τέτοιες νότες υπάρχουν σε είδη της αραβικής ή της ινδικής μουσικής, αλλά δεν χρησιμοποιούνται σχεδόν ποτέ στη συντριπτική πλειονότητα των κομματιών στα οποία εκπαιδεύονται τα ΑΙ μοντέλα σήμερα. Και δεν είναι μόνο ο μικροτονισμός. Ο ντράμερ, ο Klek (!), συνήθως αγνοεί τα παραδοσιακά 4/4 ή τους άλλους γνώριμους ρυθμούς της δυτικής μουσικής και δοκιμάζει άλλα μοτίβα, τα οποία μπορεί να αλλάζουν και μέσα στο ίδιο τραγούδι, πολλές φορές. Η «κιθάρα», εξάλλου, είναι ειδικού τύπου. Εκτός από τα τάστα, έχει και ένα μπάσο από κάτω, και ο κιθαρίστας τα παίζει ταυτόχρονα. Υπάρχει και μια αυτοσχέδια κατασκευή με την οποία ηχογραφεί μέρος του μπάσου και το παίζει αμέσως μετά σε λούπα, ενώ συνεχίζει να χτίζει τη μελωδία, μετατρέποντας την όλη ερμηνεία σε κάτι εντελώς αυτοσχέδιο, «ζωντανό» και πολύ δύσκολο να αντιγραφεί.
Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να βρουν οι ΑΙ στα training data τους, ασφαλώς. Ενας καθηγητής στο Northeastern δοκίμασε να βάλει τη μουσική των Angine de Poitrine σε ένα από τα ΑΙ εργαλεία που φτιάχνουν μουσική δίνοντας την εντολή: φτιάξε κάτι σαν αυτό. Ηταν αδύνατο. Το μηχάνημα δεν μπορούσε να βγάζει τίποτε άλλο παρά εντελώς συνηθισμένα πανκ ροκ κομμάτια.
Θα είναι αυτό το αντίδοτο στο τέλμα της μουσικής και στους ωκεανούς του ΑΙ slop που θα πλημμυρίσουν τις πλατφόρμες streaming στο μέλλον; Γιατί όχι; Μπορεί καινοτόμα συγκροτήματα σαν τους Angine de Pointrine να αποτελέσουν την αρχή μιας Αντίστασης, δοκιμάζοντας καινούργια πράγματα, επιτέλους. Πειράζοντας τα όργανα, αψηφώντας τους κανόνες και τις φόρμες, εμπνεόμενα από άλλες μουσικές, από άλλες γωνιές του κόσμου. Ο βασικότερος λόγος που είχαμε πέσει σε αυτό το δημιουργικό τέλμα ήταν η ολοένα και μεγαλύτερη αλλεργία των μεγάλων εταιρειών στο ρίσκο. Ε, τώρα θα έχουν ακόμα περισσότερο ομοιόμορφο πολτό μαζικά κατασκευασμένων τεχνουργημάτων να πουλάνε. Μπορεί οι καταναλωτές να αντιδράσουν απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Να αρχίσουν, σταδιακά, να απαιτούν κάτι άλλο. Διαφορετικές ταινίες, αλλιώτικες σειρές, άλλα τραγούδια. Και μπορεί τελικά τα LLMs να μην αποδειχθούν η τελική καταστροφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας στον κόσμο μας, αλλά μια ευκαιρία για μια Αναγέννηση.
