Ο πατέρας του, ο σοφότερος άνθρωπος που γνώρισε στη ζωή του, έλεγε μεταξύ άλλων ότι «ένας άνθρωπος παύει να είναι νέος όταν μια μέρα δεν μπορεί να κάνει αυτό που έκανε χθες».
Ο ίδιος το διαπίστωσε σε ηλικία 35 ετών, όταν έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα ως κεντρικού αμυντικού, μια σταδιοδρομία που συνδέθηκε αποκλειστικά με την Ουνιβερσιδάδ ντε Τσίλε και του έδωσε την ευκαιρία να φορέσει μια φορά την φανέλα της εθνικής ομάδας της Χιλής, σε έναν αγώνα με τη Βραζιλία.
«Θα αποσυρθώ όταν κάποιος ποδοσφαιριστής πιο κοντός από εμένα θα μου κερδίσει μια κεφαλιά», έλεγε ο Μανουέλ Λουίς Πελεγκρίνι Ριπαμόντι, ο οποίος το βίωσε σε έναν αγώνα Κυπέλλου με την Κομπρεαντίνο, όταν ένας 17χρονος τον ξεπέρασε κατά μισό μέτρο με ένα άλμα του και σκόραρε με κεφαλιά.
Ο πιτσιρικάς ήταν ο Ιβάν Ζαμοράνο, μετέπειτα θρύλος του χιλιανικού ποδοσφαίρου. Εκείνη την ημέρα, ο Πελεγκρίνι αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αποσυρθεί, έχοντας έτοιμη καριέρα μπροστά του, αφού δέκα χρόνια πριν είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Δεν έμελλε, όμως, να ασχοληθεί σε βάθος χρόνου με τις κατασκευές κτιρίων, αφού αφοσιώθηκε στις κατασκευές εξαιρετικών ομάδων.
«Αν είχα άλλη ζωή, δεν θα την αφιέρωνα στο ποδόσφαιρο», λέει σήμερα στα 72 του χρόνια ο Χιλιανός, ο οποίος έφτιαξε μια μικρή εταιρεία όταν σταμάτησε την μπάλα, έχτισε σπίτια, αλλά στο μεταξύ γνώρισε τον Φερνάντο Ριέρα, προπονητή της Χιλής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 και της Μπενφίκα, μεταξύ πολλών άλλων.
Εκείνος ξύπνησε μέσα του την επιθυμία να ασχοληθεί με την προπονητική, στην οποία τον έχει βοηθήσει πολύ η επιστήμη που έμαθε, αφού ξέρει όσο λίγοι να διαχειρίζεται ποδοσφαιριστές, έστω και αν αυτοί σε καμία περίπτωση δεν είναι… τούβλα και υλικά οικοδομής.
Μετράει αισίως 38 χρόνια στους πάγκους, έχει εργαστεί σε έξι διαφορετικές χώρες (Χιλή, Ισημερινός, Αργεντινή, Ισπανία, Αγγλία, Κίνα), κατέκτησε παντού τίτλους (πλην Κίνας) και κέρδισε μόνο φίλους, έστω και αν υπήρξαν και αναποδιές, κάτι απόλυτα φυσιολογικό σε μια τόσο μακριά διαδρομή.
Σε όποια ομάδα και αν εργάστηκε, άφησε το ταλέντο να ρέει ελεύθερο, αφού ο ίδιος δεν το είχε σε περίσσευμα ως ποδοσφαιριστής. «Δεν πρέπει να περιορίζεις τους ταλαντούχους ποδοσφαιριστές», ξεκαθαρίζει ο Χιλιανός γιος Ιταλών μεταναστών σε μια οικογένεια με οκτώ παιδιά, ο οποίος κερδίζει τους πάντες με την πραότητα του χαρακτήρα του και την ξεκάθαρη, ελκυστική ποδοσφαιρική φιλοσοφία του.
Σπάνια θα ξεφύγει, σπάνια θα έρθει σε αντιπαράθεση με ποδοσφαιριστή του ή με αντίπαλο προπονητή, παρότι του δόθηκαν αφορμές, όπως η επίθεση του Ζοσέ Μουρίνιο όταν τον αποκάλεσε κατά λάθος (;) «Πελεγκρίνο» και είπε ότι «η διαφορά μου με τον Πελεγκρίνι είναι ότι αν με διώξει η Ρεάλ, εγώ δεν θα πάω στη Μάλαγα (σ.σ.: όπως έκανε ο Πελεγκρίνι), αλλά σε μια μεγάλη ομάδα στην Ιταλία ή στην Αγγλία».
Ο Χιλιανός, τον οποίο διαδέχθηκε ο Πορτογάλος στον ηλεκτρικό πάγκο της «βασίλισσας», είναι περήφανος που το έκανε, αφού έβγαλε τη μικρή Μάλαγα στο Champions League και, υπό τις οδηγίες του, η ομάδα της Ανδαλουσίας βίωσε τις πιο ένδοξες στιγμές της ιστορίας της, μένοντας εκτός ημιτελικών εξαιτίας μιας λανθασμένης διαιτητικής απόφασης, η οποία δεν θα γινόταν τώρα, λόγω VAR.
Μοναδική φορά που ξέφυγε, αλλά για ιερό σκοπό, ήταν τον Ιούνιο του 2018, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο ένοπλους μασκοφόρους κλέφτες, πέφτοντας επάνω τους για να προστατεύσει τη σύζυγο και σύντροφο της ζωής του, Καρόλα, με την οποία έχει τρεις γιους, τον Χουάν Ιγκνάσιο, τον Νικολάς και τον Μανουέλ, οι οποίοι του έχουν χαρίσει δέκα εγγόνια. Τον φωνάζουν «Τάτα» και, όπως παραδέχεται ο ίδιος, είναι χαζοπαππούς και συνεχώς τα κακομαθαίνει, κάτι που φρόντισε να μην κάνει ποτέ με τους ποδοσφαιριστές του, ούτε καν σε μια ομάδα-οικογένεια όπως η Μάλαγα.
«Εγώ ζω με τις προκλήσεις και η Μάλαγα ήταν ένα νέο πρότζεκτ, κάτι διαφορετικό», λέει για αυτή την ξεχωριστή εμπειρία, η οποία δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώσει την εξαιρετική του δουλειά, η οποία τον έστεψε πρωταθλητή Αργεντινής με τη Ρίβερ Πλέιτ, πρωταθλητή Αγγλίας με τη Μάντσεστερ Σίτι και κυπελλούχο Ισπανίας με την Μπέτις.
Στην ομάδα της Σεβίλλης βρήκε το οριστικό καταφύγιό του, αφού μετράει αισίως έξι χρόνια παρουσίας, ξεπερνώντας τα πέντε στη Βιγιαρεάλ, όπου έμεινε ένα χαμένο πέναλτι μακριά από τον τελικό του Champions League.
Το βράδυ της Τρίτης (12/05) επανέφερε μαθηματικά την Μπέτις στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση για πρώτη φορά μετά 21 ολόκληρα χρόνια, ενώ πέρυσι την οδήγησε στον πρώτο ευρωπαϊκό τελικό της ιστορίας της, στο Conference League.
https://x.com/lbertozzi/status/2054297048925561282
Στη Ρεάλ δεν μπόρεσε να κάνει το κάτι παραπάνω, γιατί, όπως εξήγησε σε μια μοναδική μεταφορά, «δεν μπορώ να πάρω τίποτα από μια ορχήστρα με δέκα κορυφαίους κιθαρίστες, αν δεν έχω έναν πιανίστα. Η Ρεάλ Μαδρίτης έχει τους καλύτερους κιθαρίστες, αλλά αν τους ζητήσεις να παίξουν πιάνο, δεν θα μπορέσουν να το κάνουν τόσο καλά».
Η μεταφορά δεν είναι τυχαία, αφού ο βετεράνος προπονητής, ο οποίος κάθε μέρα βρίσκει πάντα δύο ώρες για να ξεφύγει από το ποδόσφαιρο μελετώντας ιστορία, λογοτεχνία, γλώσσες και να ακούει μουσική, θα είχε γίνει αυτό ακριβώς αν δεν αφιέρωνε τη ζωή του στο ποδόσφαιρο: μουσικός.
«Λατρεύω τη μουσική, ειδικά του ’60 και του ’80, μπάντες που ακούν οι νέες γενιές ακόμα και σαράντα χρόνια μετά. Θα μου άρεσε να παίζω πιάνο, να τραγουδάω», εκμυστηρεύεται, ενώ φρεσκάρει ενόψει της επόμενης σεζόν αγαπημένους, γνώριμους στίχους που ολοκληρώνονται κάπως έτσι: «Die Meister, Die Besten, Les grandes équipes, The champions»!
