Η φετινή –έως τώρα– σεζόν του Ολυμπιακού στην Ευρωλίγκα έμοιαζε στη μεγαλύτερη διάρκειά της με μία εντυπωσιακά ευθεία γραμμή. Αν εξαιρέσει κάποιος το διάστημα από τέλη Νοεμβρίου έως μέσα Δεκεμβρίου, όταν τρεις διαδοχικές ήττες σε Βελιγράδι (από Ερυθρό Αστέρα), Βαρκελώνη και στο ΣΕΦ από τη Βαλένθια «έριξαν» την ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα σε ρεκόρ 8-7, έκτοτε οι «πλανήτες» έδειχναν να έχουν ευθυγραμμιστεί πλήρως. Από εκείνο το σημείο, οι «ερυθρόλευκοι» ολοκλήρωσαν την κανονική περίοδο με ένα εκπληκτικό επιμέρους 18-5, για το συνολικό 26-12 που τους οδήγησε στην πρώτη θέση. Ρεκόρ το οποίο, με τη «σκούπα» στα playoffs επί της Μονακό, ανέβηκε στο 21-5 και το βράδυ της Τρίτης (5/5) τους έφερε στο πέμπτο διαδοχικό Final Four. Εγιναν μόλις η τρίτη ομάδα στην ιστορία της διοργάνωσης με τόσες σερί παρουσίες, μετά τις ΤΣΣΚΑ Μόσχας (δις, με εννέα και έξι συνεχείς προκρίσεις) και Φενερμπαχτσέ (επίσης πέντε).
Οι παίκτες του κόουτς Μπαρτζώκα δεν άφησαν κανένα περιθώριο στη γεμάτη προβλήματα και απουσίες Μονακό, η οποία, υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν πολύ υψηλότερα από την 8η θέση της regular season. Η πρωτιά στον «μαραθώνιο» των 38 αγωνιστικών του πρόσφερε τούτη τη φορά έναν αντίπαλο «τσακισμένο», που μπορεί πέρσι να ήταν φιναλίστ της διοργάνωσης, ωστόσο στην παρούσα κατάσταση δεν ήταν δυνατόν να του προκαλέσει περισσότερα προβλήματα από τις (απρόσμενα) 8ες του 2023 και 2025, αλλά και μπαρουτοκαπνισμένες Φενερμπαχτσέ και Ρεάλ Μαδρίτης, αντίστοιχα. Το συνολικό +74 του 3-0 επί της γαλλικής ομάδας αποτέλεσε ρεκόρ (μ.ό. διαφοράς στους 24,6 π.) στην ιστορία των playoffs και έδειξε ξεκάθαρα τη διαφορά των δύο ομάδων.
Μονάχα που ακόμη και το συχνά βγαλμένο από… βιντεοπαιχνίδι μπάσκετ του Ολυμπιακού, ενώ επιβεβαίωσε τη συνέπεια και το πλάνο ενός ολόκληρου οργανισμού και ενός προπονητή με συγκεκριμένη ομαδική φιλοσοφία, είναι κοινό μυστικό ότι έχει πια μόνο μία κατάληξη επιτυχίας. Στο ΣΕΦ δεν έχουν κρυφτεί και οι ίδιοι φέτος ότι όλα καταλήγουν σε ένα ερώτημα: «Κούπα ή αποτυχία». Η φετινή «ευθεία» των «κόκκινων» οδηγεί στο OAKA και, τρόπον τινά, χωρίς να χρειάζεται δα και εξυπνάδα για να ταιριάζει στη διαπίστωση του Αλμπερτ Αϊνστάιν πως «η ζωή είναι σαν να κάνεις ποδήλατο. Για να διατηρήσεις την ισορροπία σου, πρέπει να συνεχίσεις να κινείσαι». Και μόνο μία κίνηση θα διατηρήσει την ισορροπία στις 24 Μαΐου.
«Χτισμένος για το τρόπαιο» και το μεγάλο «πρέπει»
Στην ποδοσφαιρική Αγγλία υπάρχει εκείνη η λέξη, το «silverware», που καθορίζει υστεροφημίες και «γεννά» νέους αθλητικούς «ήρωες». Κοινώς, το «ασήμι» των τροπαίων. Αυτό ακριβώς θα καθορίσει την επιτυχία ή όχι της φετινής ομάδας του Ολυμπιακού. Οι πέντε σερί παρουσίες στο Final Four προφανώς και επιβεβαιώνουν τη δυναμική του προγράμματος που έχει στο μπλοκάκι του ο Γιώργος Μπαρτζώκας, όμως η σχεδόν ιστορική σεζόν της ομάδας του θα ξεχαστεί και πάλι άμεσα δίχως την κατάκτηση του τίτλου. Η πορεία από τον Οκτώβριο έως τον Μάιο δεν θα υποτιμηθεί αν απλώς αραδιάσει κάποιος τις πρωτιές – 1η θέση στη βαθμολογία, κορυφαία επίθεση και πρώτος σε ασίστ, MVP και πρώτος σκόρερ ο Βεζένκοφ, πρώτος ριμπάουντερ ο Μιλουτίνοφ, αλλά και παρθενική «σκούπα» σε playoffs – , όμως στο μυαλό των «κόκκινων» είναι ο αριθμός «31». Τόσες είναι πλέον οι νίκες που απαιτούνται για την ομάδα του ρεκόρ 29-12, ώστε να στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Ο Τόμας Ουόκαπ, οποίος στο Game 3 στο Μονακό πέτυχε τέσσερα τρίποντα στην πρώτη περίοδο, με την αντίπαλη άμυνα να τον κοιτά και να του «δίνει» το μακρινό σουτ, δεν το έκρυψε μετά την πρόκριση: «Αυτή η ομάδα είναι χτισμένη για να πάρει το τρόπαιο». Επιπλέον, ο κόουτς Μπαρτζώκας τόνισε στην ομιλία του στα αποδυτήρια ότι «ας πάμε στο Final Four να πάρουμε αυτό που αξίζουμε».
Ενα «πρέπει» που όπως και πέρσι, πλανάται πάνω από το ΣΕΦ και, κακά τα ψέματα, θα κρίνει όλη τη σεζόν. Πριν από σχεδόν δώδεκα μήνες, ο Ολυμπιακός «λύγισε» από την πίεση στον ημιτελικό του Αμπου Ντάμπι κόντρα στη Μονακό. Στο Φάληρο, εκτός από τα προηγούμενα παθήματα, θεωρούν ότι το πιο γεμάτο από ποτέ ρόστερ είναι τούτη τη φορά ένας καλός οδηγός.
Απειλή από παντού, ο «6ος παίκτης» Φουρνιέ και οι θέσεις «1» και «5»
Οποια και αν ήταν η κατάσταση της Μονακό, ο Ολυμπιακός αντιμετώπισε τη σειρά με σοβαρότητα και τελείωσε γρήγορα τη δουλειά. Το τρίτο ματς στο Πριγκιπάτο δεν αποτέλεσε εξαίρεση όσων είχαν παρουσιάσει οι δύο ομάδες στα δύο πρώτα ματς των προημιτελικών στο ΣΕΦ. Οι γηπεδούχοι επέτρεψαν τα σουτ και οι Πειραιώτες απάντησαν με 13/21 τρίποντα στο πρώτο ημίχρονο. Ολοκλήρωσαν μάλιστα την αναμέτρηση με ρεκόρ στην ιστορία τους στη διοργάνωση, με 18/33, έστω και αν ο Σάσα Βεζένκοφ είχε 0/5. Το κενό του κάλυψαν οι Ουόκαπ (4/5), Παπανικολάου (2/3), Ντόρσεϊ (1/2), Πίτερς (2/2), ΜακΚίσικ (2/3), Τζόσεφ (1/3) και κυρίως ο Εβάν Φουρνιέ, ο οποίος μέτρησε 6/10 από τα 6,75μ.
Ο Γάλλος ήταν εξαιρετικός σε όλη τη σειρά, αφού από τους μ.ό. 11 π. στην κανονική περίοδο, ανέβηκε στους 17 ανά αγώνα με τη Μονακό, με 60% στα δίποντα (6/10), το εξαιρετικό 50% στα τρίποντα (12/24), 4,7 ριμπάουντ, 4,3 ασίστ σε 23 λεπτά στο παρκέ. Στη regular season μέτρησε 46,3% στο δίποντο και 35% στο τρίποντο αλλά και 2,7 τελικές σε 21,3΄, καθώς ο ρόλος του άλλαξε. Η εντυπωσιακή σεζόν του Τάιλερ Ντόρσεϊ (αν και στα playoffs «έπεσε» – λόγω και του διαστρέμματος – στους 6,7 π. με 2/11 τριπ. -18,2%-, από τους 17 π. μ.ό. με 39,9% από τα 6,75 μ. στην κανονική περίοδο) και το συχνά αδόκιμο σχήμα με τον διεθνή γκαρντ και τον Φουρνιέ στην ίδια πεντάδα υποχρέωσαν τον κόουτς Μπαρτζώκα να λάβει την απόφαση να φέρνει τον δεύτερο από τον πάγκο, ενισχύοντας και τη λεγόμενη «2nd Unit», που αρκετές φορές έχανε τον ρυθμό των λεγόμενων βασικών.
Ο φετινός Ολυμπιακός δείχνει να κάνει πράξη εκείνο το «pick your poison» που λένε οι Αμερικανοί. Κάτι σαν «διάλεξε τον τρόπο που θα χάσεις». Οι Βεζένκοφ και Ντόρσεϊ ήταν σταθεροί όλη τη σεζόν, με τον Φουρνιέ να ευελπιστεί ότι «ζεστάθηκε» για τα επόμενα σπουδαία ματς και τους Ουόκαπ και Μιλουτίνοφ να παίρνουν τις βοήθειες που περίμεναν στις θέσεις «1» και «5». Οι προσθήκες των Μόντε Μόρις, Κόρι Τζόσεφ στην περιφέρεια και του Ταϊρίκ Τζόουνς στη ρακέτα ενίσχυσαν κι άλλο τις λύσεις του Γιώργου Μπαρτζώκα.
Παρά τις ειδικές συνθήκες των προημιτελικών, ήταν μία ξεκάθαρη εικόνα του παιχνιδιού ρόλων και πολλών συνεισφορών που λατρεύει ο προπονητής του Ολυμπιακού, με επτά παίκτες με 7,7+ πόντους ανά αγώνα (Φουρνιέ, Βεζένκοφ, από 17 π., Πίτερς 10,7, Ουόκαπ 9 π. με 61,5% στα τρίποντα, ΜακΚίσικ 8,7 π., Μιλουτίνοφ και Τζόσεφ από 7,7 π.).
