Ντίνο Τζοφ, Στέφανο Τακόνι, Αντζελο Περούτσι και Τζιανλουίτζι Μπουφόν είχαν πολλά κοινά. Ολοι τους σπουδαίοι τερματοφύλακες, έγραψαν λαμπρή ιστορία στη Γιουβέντους, χωρίς μάλιστα κανένας εξ αυτών να βγει από τα τμήματα υποδομής της Γηραιάς Κυρίας.
Παρότι η Ιταλία φημίζεται (και όχι άδικα) για μια εξαιρετική σχολή τερματοφυλάκων, η Γιούβε συνηθίζει να καταφεύγει σε άλλες ομάδες, ακόμα και σε άλλες χώρες, για να βρίσκει τον φύλακα άγγελο για την εστία της.
Εσχάτως, τα δημοσιεύματα θέλουν τους «μπιανκονέρι» να «γλυκοκοιτάζουν» την περίπτωση του Αλισον της Λίβερπουλ, με τον Βραζιλιάνο γκολκίπερ να φέρεται θετικός στην επιστροφή του στην Ιταλία, όπου έφτιαξε το όνομά του κάτω από τα δοκάρια της Ρόμα.
Για να βρει κάποιος έναν μεγάλο τερματοφύλακα που να υπερασπίστηκε την εστία της Γιουβέντους και να προέκυψε από το φυτώριό της, πρέπει να ανατρέξει… έναν αιώνα πίσω (!) και, συγκεκριμένα, στη δεκαετία του ’20.
Ο Τζιανπιέρο Κόμπι, γεννημένος στο Τορίνο και μεγαλωμένος στα τμήματα υποδομής της Γιουβέντους, υπήρξε παίκτης-κλειδί στο «Quinquennio d’ oro», ήτοι στα «Χρυσά πέντε χρόνια», περίοδος που αναφέρεται στα τέσσερα διαδοχικά πρωταθλήματα που κατέκτησε η ομάδα του ιταλικού Βορρά.
Ο Κόμπι, παγκόσμιος πρωταθλητής με τη Σκουάντρα Ατζούρα το 1934, θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες όλων των εποχών και η μορφή του κοσμεί τους τοίχους της ακαδημίας της Γιουβέντους, για να τη βλέπουν τα νεαρά παιδιά που ονειρεύονται να κάνουν καριέρα με τη βαριά, ασπρόμαυρη φανέλα.
Μεταξύ αυτών ο Εντοάρντο Μότα, ο οποίος είναι παιδί του Πιεμόντε, επαρχίας στην οποία υπάγεται το Τορίνο, το οποίο και απέχει 80 χιλιόμετρα από την Μπιέλα, γενέτειρα του νεαρού τερματοφύλακα που κυριαρχεί σήμερα (23/04) στα πρωτοσέλιδα των ιταλικών εφημερίδων.
Σε ηλικία έντεκα ετών ενσωματώθηκε στο φυτώριο της Γιούβε και, παρότι έδειξε από νωρίς ότι είναι ένας ταλαντούχος γκολκίπερ με πολλές προοπτικές, οι προπονητές του δεν τον πίστεψαν ποτέ πραγματικά.
Οσο πλησίαζε στην ενηλικίωσή του, δόθηκε δανεικός κατά σειρά σε Αλεσάντρια, Μόντσα και Ρετζιάνα, με την τελευταία να τον αποκτά με μεταγραφή στα 19 του και τη Γιουβέντους να τον παραχωρεί δωρεάν, εξασφαλίζοντας όμως ποσοστό μεταπώλησης της τάξεως του 50% σε περίπτωση παραχώρησης του Μότα.
Τις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου, η Λάτσιο παραχώρησε τον Χρήστο Μανδά στην Μπόρνμουθ, αφού ο Ελληνας τερματοφύλακας θεωρούσε (όχι άδικα) ότι η ελάχιστη χρησιμοποίησή του αποτελούσε τροχοπέδη για την εξέλιξή του.
Ο Μαουρίτσιο Σάρι, ο οποίος πίστευε στον Μανδά αλλά είχε ως βασικό τον Ιβάν Προβεντέλ, ζήτησε ως εναλλακτική έναν νεαρό τερματοφύλακα που θα μάθαινε δίπλα στον βασικό του και δεν θα γκρίνιαζε επειδή θα έπαιζε από λίγο έως καθόλου.
Λίγα 24ωρα πριν από τη λήξη της μεταγραφικής περιόδου, ο σύλλογος της Ρώμης έδωσε 1,2 εκατ. ευρώ στη Ρετζιάνα για τον Μότα (τα μισά κατέληξαν στα ταμεία της Γιουβέντους), έχοντας εξαιρετικές αναφορές για τον νεαρό τερματοφύλακα, ο οποίος έχει περάσει και από τις μικρές εθνικές ομάδες της χώρας.
Για επτά παιχνίδια σε Πρωτάθλημα και Κύπελλο, ο Εντοάρντο έβλεπε τα πάντα από τον πάγκο. Στις αρχές Μαρτίου, όμως, ο Προβεντέλ τραυματίστηκε, με αποτέλεσμα ο Μότα να υποχρεωθεί να βουτήξει στα βαθιά της Serie A, δείχνοντας όμως στα 21 του ότι είναι ικανότατος «κολυμβητής».
Σε έξι ματς πρωταθλήματος με αυτόν κάτω από τα δοκάρια, οι (περιορισμένων δυνατοτήτων φέτος) Λατσιάλι πήραν βαθμό ή βαθμούς σε πέντε από αυτά, με τον Μότα να κρατάει το μηδέν σε τρία παιχνίδια.
Το μεγάλο «μπαμ», όμως, έγινε στο Κύπελλο, και συγκεκριμένα στη ρεβάνς των ημιτελικών με την Αταλάντα στο Μπέργκαμο, χθες, Τετάρτη, το βράδυ (22/04). Η υπόθεση πρόκριση οδηγήθηκε στα πέναλτι μετά από ισόπαλο 1-1. Και εκεί ο Μότα, ο οποίος κουβάλησε μαζί του στη Ρώμη τη φήμη του πεναλτάκια, πραγματικά… ξεσάλωσε!
Αφού αρχικά τον νίκησε από την άσπρη βούλα ο Τζιάκομο Ρασπαντόρι, στη συνέχεια απέκρουσε διαδοχικά τις εκτελέσεις των Τζιανλούκα Σκαμάκα, Ντάβιντε Τζαπακόστα, Μάριο Πάσαλιτς και Σαρλς ντε Κετελάρε, πέφτοντας δύο φορές δεξιά και άλλες τόσες αριστερά!
Τέσσερα διαδοχικά πέναλτι, όπως είχε κάνει σαράντα χρόνια ο αείμνηστος Χέλμουτ Ντουκαντάμ για να στέψει πρωταθλήτρια Ευρώπης τη Στεάουα Βουκουρεστίου κόντρα στην Μπαρτσελόνα.
Στα 21 του, ο Μότα δεν κάνει (ακόμα) τόσο τρελά όνειρα, αλλά προς το παρόν περιμένει πώς και πώς τη 13η Μαΐου, όταν στο «Ολίμπικο» της Ρώμης η Λάτσιο, επιστρέφοντας σε τελικό Κυπέλλου μετά από επτά χρόνια, θα κυνηγήσει κόντρα στη βέβαιη πρωταθλήτρια Ιντερ το όγδοο Coppa Italia της ιστορίας της.
Ο «Maramotta», όπως τον βάφτισε η εφημερίδα «Corriere dello Sport» παραφράζοντας το Μαραντόνα, παρακολουθεί μανιωδώς βίντεο με το ίνδαλμά του, Πετρ Τσεχ, έχει αποκρούσει πέντε από τα έξι πέναλτι που του έχουν σουτάρει από τότε που φοράει τα γαλάζια της Λάτσιο, αφού είχε αρνηθεί το γκολ και στον σπεσιαλίστα Ρικάρντο Ορσολίνι της Μπολόνια. Με αυτό το πέναλτι, μάλιστα, έγινε ο νεαρότερος τερματοφύλακας που κατάφερε κάτι τέτοιο στη Serie A από το 2019, όταν τα είχε καταφέρει… κάποιος Τζιανλουίτζι Ντοναρούμα.
Παρά την ηρωική του εμφάνιση, βεβαίως, έχει ακόμα πολλά να διορθώσει, αφού στη ρεβάνς με την Αταλάντα έδειξε πολλές φορές νευρικότητα και έδειχνε να μην έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Πρέπει, επίσης, να βελτιώσει σημαντικά το ψηλό παιχνίδι/ Μικρός είναι, όμως, και δεδομένα θα μάθει, έχοντας προοπτικές να εξελιχθεί σε έναν σπουδαίο τερματοφύλακα.
«Συγχωρήστε με, είμαι πολύ συγκινημένος, δεν μου είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο» έλεγε, με δάκρυα στα μάτια, ο ήρωας της βραδιάς. Δάκρυα που αφιέρωσε στους φιλάθλους και, βεβαίως, στον προπονητή του, ο οποίος είχε διαφωνήσει ανοιχτά με την παραχώρηση του Μανδά και, χωρίς να έχει άλλη επιλογή, εναπόθεσε τις τύχες της ομάδας του σε έναν πιτσιρικά τερματοφύλακα που απέδειξε ότι το φυτώριο της Γιουβέντους βγάζει και σπουδαίους γκολκίπερ, παρότι μάλλον δεν πιστεύει σε αυτούς…
