Ο αριθμός των πραγμάτων που συμβαίνουν κάθε μέρα μοιάζει να έχει πολλαπλασιαστεί, όχι μόνο επειδή σήμερα ζουν περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο από ό,τι οποτεδήποτε άλλοτε (οπότε περισσότεροι δρώντες κάνουν πράγματα, που παράγουν περισσότερα νέα), αλλά και επειδή έχουν πολλαπλασιαστεί και τα μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης, οπότε μαθαίνουμε πολύ περισσότερα από τα νέα που παράγονται. Κι επειδή τα πολύ γνωστά και τα μεγάλα, ασφαλώς, τα έχετε μάθει ή τα βρίσκετε όπου θέλετε, αλλού στις οθόνες, εδώ θέλω να σας επισημάνω τρία θέματα που μπορεί να μην έχετε πάρει χαμπάρι και που, κατά τη γνώμη μου, έχουν ενδιαφέρον. Τα δύο σχετίζονται και μεταξύ τους, καθότι αφορούν την Ουκρανία, έμμεσα ή άμεσα. Το τρίτο –το καλύτερο απ’ όλα– είναι μια είδηση που πέρασε σχετικά απαρατήρητη στη Δύση. Για ένα γενναίο και τίμιο ήρωα. Σε μια εποχή που κάτι τέτοιοι μας λείπουν πολύ.
Πρώτο θέμα
Πάνω από 1.700 Αφρικανοί μισθοφόροι πολεμούν αυτή τη στιγμή στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας (με την πλευρά της Ρωσίας, φυσικά). Το ξέρατε αυτό; Εγώ δεν το ήξερα. Ενα πράγμα που πολλές και πολλοί δεν γνωρίζουν για τον ρωσικό στρατό που πολεμάει στην Ουκρανία, είναι ότι είναι μισθοφορικός. Δεν πολεμάνε φαντάροι εκεί. Δεν έχει γίνει επιστράτευση στη χώρα. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Πούτιν αποκαλεί έναν πόλεμο που έχει κρατήσει περισσότερο από ό,τι ο 2ος Παγκόσμιος για τους Σοβιετικούς «ειδική επιχείρηση» και όχι «πόλεμο». Γιατί αν ήταν πόλεμος, τότε θα χρειαζόταν γενική ή μερική επιστράτευση.
Ο Πούτιν, όπως όλοι οι δικτάτορες, ακόμα και οι πιο στυγνοί, εξαρτάται για την πολιτική του επιβίωση από την ανοχή του λαού. Οσο και αν περιορίζει τις ελευθερίες τους, όσο και αν τους καταπιέζει (αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον καινούργιο βιβλίο για αυτό το θέμα), δεν μπορεί να σταθεί αν τους έχει όλους εναντίον τους, στους δρόμους. Πρέπει να τους δίνει πράγματα ή, τουλάχιστον, να μην τους παίρνει τόσα που να ξεπερνιούνται τα όρια της αδράνειας και της ανοχής. Το 2022 ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία, πιστεύοντας ότι θα σαρώσει ολόκληρη τη χώρα μέσα σε λίγα 24ωρα. Τέσσερα χρόνια μετά, το 40% του κρατικού προϋπολογισμού πηγαίνει στον πόλεμο. Το «μαξιλαράκι» της κυβέρνησης, που πριν από τον πόλεμο ήταν πάνω από 100 δισ. δολάρια, έχει πέσει στα 55 δισ. επειδή η κυβέρνηση μοιράζει επιδόματα σε κάθε κοινωνική ομάδα που μπορεί, καθώς η παραγωγική οικονομία καταρρέει. Η ακρίβεια καλπάζει. Και, επιπλέον, πάνω από 300.000 Ρώσοι έχουν σκοτωθεί στο μέτωπο, ενώ άλλο ένα εκατομμύριο (!) έχουν τραυματιστεί. Γι’ αυτό δεν έχει κηρυχτεί επισήμως «πόλεμος». Επειδή αν πέρα από το οικονομικό στρίμωγμα ο Πούτιν ερχόταν να πάρει και τους νέους από τη Μόσχα ή την Αγία Πετρούπολη για να τους ρίξει στη φωτιά του πολέμου, το καθεστώς δεν θα άντεχε.
Αντίθετα, τους πληρώνει. Δίνει λεφτά –καλά λεφτά– σε φτωχούς Ρώσους, κυρίως από την επαρχία, για να πάνε με τη θέλησή τους. Γι’ αυτό δεν εξεγείρεται ένας λαός για το ότι εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες τους σκοτώνονται σε έναν ανούσιο πόλεμο. Μισθοφόροι είναι. Κατά μία έννοια, ας πρόσεχαν.
Αλλά το πρόβλημα είναι ότι ύστερα από σχεδόν 1.500 ημέρες πολέμου, γίνεται πιο δύσκολο να βρεθούν στρατιώτες για να πάνε εκεί. Κάποιοι ξέρουν, πια. Εχουν ακούσει τις ιστορίες για τους χωριάτες από τη Σιβηρία που τους έριχναν στη μάχη χωρίς καν να τους δώσουν στολές. Πλέον, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ο ρωσικός στρατός προσλαμβάνει λιγότερους μισθοφόρους από όσους χάνει, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και εξαιτίας των λιποταξιών. Οπότε οι Ρώσοι έχουν αρχίσει να ψάχνουν εναλλακτικές. 15.000 Βορειοκορεάτες πολέμησαν, λέει, στο ουκρανικό μέτωπο. Και τώρα, ψάχνουν και στην Αφρική.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, πολλοί από τους Αφρικανούς «πολεμιστές» που καταφτάνουν στην παγωνιά της Ουκρανίας έχουν πέσει θύματα trafficking. Τους είχαν υποσχεθεί δουλειές στη Μόσχα, δωρεάν μετάβαση και διαμονή, εξασφαλισμένη ετήσια σύμβαση εργασίας και μισθό. Οταν έφτασαν στη Ρωσία, όμως, τους απήγαγαν, τους πήραν τα διαβατήρια και τα χαρτιά, τους έστειλαν για εκπαίδευση μιας εβδομάδας, και μετά στο μέτωπο. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, το 42% των ξένων μισθοφόρων που πολεμούν για τη Ρωσία (λόγω καταναγκασμού ή με τη θέλησή τους) σκοτώνονται τους πρώτους τέσσερις μήνες της θητείας τους.
Δεύτερο θέμα
Την ίδια ώρα, ύστερα από σχεδόν 1.500 ημέρες πολέμου, ξέρετε πόσο κοστίζει ένα διαμέρισμα στο ιστορικό κέντρο του Κιέβου σήμερα; Πάνω-κάτω 1500 ευρώ το τετραγωνικό. Τα πρώτα χρόνια του πολέμου οι αγοραπωλησίες, φυσικά, είχαν παγώσει τελείως. Αλλά έκτοτε τα πράγματα έχουν αλλάξει. Μολονότι η χώρα έχει γονατίσει οικονομικά και άνθρωποι χάνονται στις καθημερινές μάχες, παρ’ όλο που drones και πύραυλοι εκτοξεύονται ενάντια στις ουκρανικές πόλεις συχνά, η ζωή εντούτοις συνεχίζεται. Ο κόσμος δουλεύει, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο. Και η αγορά των ακινήτων έχει αρχίσει να κινείται πάλι. Εβρισκες σπίτια με 1.500 ευρώ το τετραγωνικό στην Αθήνα της κρίσης, εκεί γύρω στο 2014-2015. Κι εμείς δεν είχαμε βόμβες πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Αλλά υπάρχει και ένα άλλο, εντελώς αλλιώτικο real estate θέμα ουκρανικού ενδιαφέροντος. Το πιο ακριβό σπίτι που έχει πουληθεί ποτέ, λέει, είναι ένα διαμέρισμα (!) στο Μονακό. Πουλήθηκε έναντι 471 εκατομμυρίων ευρώ, το μεγαλύτερο ποσό που έχει δοθεί ποτέ για μεμονωμένο ακίνητο που προορίζεται μόνο για κατοικία. Βεβαίως, η λέξη «διαμέρισμα» δεν είναι απολύτως κατάλληλη για να περιγράψει το συγκεκριμένο ακίνητο. Το οποίο βρίσκεται σε ένα καινούργιο κτίριο σχεδιασμένο από το Ρέντσο Πιάνο πάνω στη θάλασσα, έχει έκταση 2500 τ.μ., απλώνεται σε πέντε ορόφους, έχει πισίνα και οκτώ θέσεις πάρκινγκ. Ποιος είναι ο αγοραστής; Μα, ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ουκρανίας, ένας Ρινάτ Αχμέτοφ. Ο οποίος, λέει, είναι βιομήχανος, και εξαιρετικά ευαίσθητος απέναντι σε υπονοούμενα για το παρελθόν του. Δεν έχω ξαναδεί πιο προσεκτικά γραμμένη καταχώριση στη Wikipedia –είναι σαν να έχει γραφεί από δικηγόρους για δικηγόρους. Υπάρχει ένα κενό στην ιστορία του κ. Αχμέτοφ, που σήμερα έχει βιομηχανίες, εταιρείες τηλεπικοινωνιών, τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες και τη Σαχτάρ Ντονέτσκ. Κανένας δεν ξέρει ακριβώς τι έκανε την περίοδο 1985 – 1995. Απλά μετά βγήκε βαθύπλουτος. Μπορεί να ήταν πάρα πολύ παραγωγικός και αυτοδημιούργητος, ποιος ξέρει.
Τρίτο θέμα: Μαγκάγουα, ο Ηρωραίος
Στην Καμπότζη πρόσφατα εγκαινιάστηκε ένα νέο άγαλμα που τιμά έναν ήρωα. Η δράση του και τα κατορθώματά του έσωσαν ζωές. Προσέφερε ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες του στον λαό για χρόνια και, όταν πέθανε από τα γηρατειά, το κράτος έσπευσε να τον τιμήσει. Τον λέγανε Μαγκάγουα.
Ηταν ένας αρουραίος.
Ναι, έφτιαξαν άγαλμα για να τιμήσουν έναν αρουραίο. Θα σας πω γιατί.

Στην Καμπότζη έχουν πρόβλημα με τις νάρκες. Εκατομμύρια έχουν ξεμείνει σε χωράφια και κάμπους από τις μάχες και τους πολέμους δεκαετιών. Είναι τεράστιο θέμα. Από τη δεκαετία του 1990 έχουν τραυματιστεί ή σκοτωθεί 65.000 άνθρωποι. Οπότε η διαδικασία του καθαρισμού τεράστιων περιοχών από νάρκες είναι θέμα ζωής και θανάτου για τη χώρα. Και είναι ένα πρόβλημα, μια διαδικασία δύσκολη, χρονοβόρα, και εξαιρετικά επικίνδυνη. Αλλά μια οργάνωση κάποια στιγμή άρχισε να εκπαιδεύει αρουραίους για να εντοπίζουν νάρκες στα χωράφια και να ειδοποιούν, όταν τις βρίσκουν. Εκατοντάδες αρουραίοι έχουν βρει χιλιάδες νάρκες έκτοτε. Αλλά ανάμεσά τους, ένας ήρωας ξεχώρισε. Ο Μαγκάουα, ο αγέρωχος μουστακαλής, έκανε αγόγγυστα τη δουλειά για έξι ολόκληρα χρόνια. Το πλάσμα σάρωσε αμέτρητα στρέμματα και βρήκε μόνος του πάνω από 100 νάρκες. Και βγήκε αλώβητος. Πέθανε πέρυσι, από γηρατειά. Και τώρα ένα έθνος θα τον τιμά και θα τον θυμάται για πάντα. Αυτό είναι το μήνυμα αυτής της ιστορίας: ένας καμποτζιανός αρουραίος έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα περισσότερο από πολλούς απ’ τους ανθρώπους που βλέπετε στην τηλεόραση σήμερα.
