Είχε μόλις ενηλικιωθεί, αλλά το αριστερό του πόδι ήδη πρόσφερε απλόχερα μαγεία με τη φανέλα της Κονστάντσα και, μετέπειτα, της Σπορτούλ Στούντεντεσκ. Εδειχνε έτοιμος για να πάρει το βάπτισμα του πυρός με την εθνική ομάδα, σε μια εποχή όμως που ένας ποδοσφαιριστής 18 ετών θεωρούνταν ακόμα ταλέντο με προοπτικές.
Ο Μιρτσέα Λουτσέσκου, διορατικός όσο λίγοι προπονητές, έδωσε τις πρώτες ευκαιρίες στον νεότατο τότε Γκεόργκε Χάτζι και, μάλιστα, τον πήρε μαζί του στην αποστολή της εθνικής Ρουμανίας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1984 στη Γαλλία.
Και, παρότι στην πρώτη του μεγάλη διοργάνωση δεν απέδωσε σύμφωνα με τις δυνατότητές του (και τις προοπτικές του…) και δέχθηκε δημόσια κριτική από τον προπονητή του, νιώθει ότι του οφείλει αιώνια ευγνωμοσύνη, αφού άλλωστε τον πήρε μαζί του ως τεχνικό στη Γαλατάσαραϊ.
Φρόντισε, όμως, να του δείξει αυτή την ευγνωμοσύνη και γραπτώς στις 7 Απριλίου, όταν η ταλαιπωρημένη καρδιά του Μιρτσέα σταμάτησε να χτυπάει, ύστερα από άνιση μάχη του 80χρονου δασκάλου σε νοσοκομείο του Βουκουρεστίου.
«Ολα όσα πέτυχα στη ζωή ήρθαν χάρη στους δασκάλους που είχα. Ο θείος Μιρτσέα (σ.σ.: έτσι τον φώναζαν χαϊδευτικά οι ποδοσφαιριστές του) είχε το θάρρος να με βάλει κατευθείαν στην εθνική Ανδρών (σ.σ.: ο Χάτζι δεν έπαιξε στις μικρές εθνικές ομάδες) και επηρέασε ολόκληρη την καριέρα μου», ανέφερε σε ανάρτησή του, λίγες ώρες μετά τον θάνατο του Λουτσέσκου.
«Ηταν ένας άνθρωπος που μας δίδαξε να είμαστε ανοιχτοί, να γινόμαστε καλύτεροι, να είμαστε δυνατοί, να είμαστε θαρραλέοι και να κάνουμε τα πράγματα με πάθος, όπως αγαπούσε εκείνος το επάγγελμά του και όλα όσα έκανε για το ποδόσφαιρο. Είναι ένα παράδειγμα για εμένα. Από νεαρή ηλικία είχε πίστη σε εμένα και του είμαι ευγνώμων», ανέφερε στο αποχαιρετιστήριο σημείωμά του ο 61χρονος πλέον «Μαραντόνα των Καρπαθίων», παρατσούκλι που απέκτησε με το σπαθί του, χάρη στο ποδοσφαιρικό του ταλέντο.
Ο Λουτσέσκου τον είχε χαρακτηρίσει επανειλημμένως ως μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του ρουμανικού ποδοσφαίρου. Και ως τέτοια, 25 χρόνια μετά την πρώτη, μάλλον ατυχή απόπειρα, ο Χάτζι επιστρέφει στο τιμόνι της εθνικής ομάδας, φιλοδοξώντας να την οδηγήσει στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2028 και, ει δυνατόν, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030.
Οι «τρικολόρ» (ή «δράκουλες» ως προς το πιο… αιμοβόρικο) έχουν να δώσουν το «παρών» σε τελική φάση Μουντιάλ από το 1998, όταν ο Χάτζι ηγούνταν της πιθανότατα πιο ταλαντούχας γενιάς στην ιστορία του ποδοσφαίρου της χώρας, η οποία τέσσερα χρόνια νωρίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε φτάσει μέχρι τα προημιτελικά.
Τη φετινή διοργάνωση, πάλι επί αμερικανικού εδάφους, θα τη δουν από την τηλεόραση οι Ρουμάνοι, οι οποίοι δεν στερούνται ταλέντου (αυτό δεν τους έλειψε ποτέ), αλλά αναζητούν προσωπικότητες που θα μπορέσουν να ανεβάσουν επίπεδο το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας.
«Εχω γεννηθεί για να νικάω, όχι απλώς για να υπάρχω», ξεκαθάρισε κατά την παρουσίασή του ο Χάτζι, ο οποίος ως ποδοσφαιριστής είναι ο μοναδικός Ρουμάνος που, μεταξύ άλλων, έπαιξε σε Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα και κατέκτησε το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο τουρκικής ομάδας (το Κύπελλο UEFA με την Γαλατάσαραϊ το 2000).
Πολλά από αυτά, βεβαίως, θα μπορούσαν να μην είχαν συμβεί ποτέ εάν το 1989, όταν μεσουρανούσε με τη Στεάουα Βουκουρεστίου όντας ένας από τους διαδόχους της ομάδας που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1986, κατάφερνε να φύγει από τη Ρουμανία και να υπογράψει στον Παναθηναϊκό.
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, ο οποίος του είχε μεγάλη αδυναμία και ταυτόχρονα στενές σχέσεις με τη Στεάουα, είχε κάνει όλες τις απαραίτητες κινήσεις από την πλευρά του για να ενεργοποιήσει τη μεταγραφική «βόμβα», αλλά το κομμουνιστικό καθεστώς που επικρατούσε στη Ρουμανία δεν άνοιξε ποτέ την πόρτα εξόδου στον υπερταλαντούχο ποδοσφαιριστή.
Αυτό έγινε εντέλει (και με το αζημίωτο) λίγο καιρό αργότερα για χάρη της Ρεάλ Μαδρίτης (παρότι είχε πιο ελκυστικές οικονομικά προτάσεις από Μίλαν και Γιουβέντους), όπου ο επτά φορές κορυφαίος παίκτης της χρονιάς στη Ρουμανία διεύρυνε τον μύθο του, βιώνοντας πρωτόγνωρες καταστάσεις για έναν ποδοσφαιριστή από το πρώην πλέον Ανατολικό μπλοκ.
Τρομερές εκτελέσεις με το αριστερό πόδι (κάποτε με την Μπαρτσελόνα σκόραρε από τη σέντρα), με το 70% των γκολ του με σουτ εκτός περιοχής, διορατικότητα για να μοιράζει απλόχερα ασίστ βλέποντας το ποδόσφαιρο ως γεωμετρία και μια ηγετική προσωπικότητα που κουβάλησε και στην προπονητική του καριέρα, χτίζοντας από την αρχή την ομάδα της γενέτειράς του, με την οποία μάλιστα έγραψε Ιστορία, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα κόντρα στις παραδοσιακές δυνάμεις της βαλκανικής χώρας.
Εκανε, μάλιστα, τόσο καλή δουλειά στη δημιουργία υποδομών, που πέντε μέλη της ακαδημίας «Γκεόργκε Χάτζι» ήταν στην αποστολή της εθνικής ομάδας στο Euro 2024, μεταξύ των οποίων ο γιος του Ιάνις και ο νυν παίκτης-κλειδί της επίδοξης πρωταθλήτριας ΑΕΚ, Ραζβάν Μάριν.
«Η νοοτροπία μας είναι να είμαστε οι καλύτεροι. Το ρουμανικό ποδόσφαιρο είχε πάντα πολύ ταλαντούχους ποδοσφαιριστές. Αλλά κανείς δεν γεννιέται όντας ο καλύτερος, γίνεται ο καλύτερος μέσα από πολλή δουλειά, μέσα από φιλοδοξία», εξηγεί για τη φιλοσοφία των ακαδημιών του, την οποία θέλει να εφαρμόσει και στη δεύτερη θητεία του στο τιμόνι της εθνικής ομάδας.
Στην πρώτη, ανέλαβε ως λύση ανάγκης και δεν μπόρεσε να βάλει τη σφραγίδα του, κάτι που συνέβη και σε άλλες προπονητικές του επιλογές, μέχρι να αποφασίσει ότι θα λέει «ναι» μόνο σε πρότζεκτ στα οποία θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, αναλαμβάνοντας από την αρχή μια προσπάθεια.
Τέτοια είναι η εθνική Ρουμανίας στη «μετα-Λουτσέσκου» εποχή, με οδηγό έναν άνθρωπο που στα 61 του χρόνια εξακολουθεί να ζει από και για το ποδόσφαιρο τις 24 ώρες της ημέρας, έμαθε το πώς να διαχειρίζεται μια ομάδα κατά την ποδοσφαιρική του θητεία στην Ιταλία (Μπρέσια), διδάχθηκε πολλά στο πλευρό του ινδάλματός του Γιόχαν Κρόιφ και φιλοδοξεί να βάλει το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του και πάλι στον ίσιο δρόμο. Ετσι, ξέρει ότι θα κάνει ξανά πολύ περήφανο τον θείο Μιρτσέα…
