Το 2024 πήγα σε ένα συνέδριο στην Κύπρο το οποίο είχε εξαιρετικό και αναπάντεχο ενδιαφέρον. Ηταν ένα συνέδριο για την κλιματική αλλαγή, οργανωμένο από το Ινστιτούτο Κύπρου, το οποίο είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: φιλοξενούσε ομιλητές και ομιλήτριες από πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής, ανθρώπους που συνήθως κατά κανόνα δεν βρίσκονται στο ίδιο μέρος ποτέ και για κανένα λόγο. Μια εποχή που η Γάζα ισοπεδωνόταν και μαχητές της Χεζμπολάχ τινάζονταν στον αέρα από τους βομβητές στις τσέπες τους, επιστήμονες και ερευνητές από την Ιορδανία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, το Ιράκ και πολλές άλλες χώρες της περιοχής κάθονταν δίπλα δίπλα στα ίδια πάνελ και μιλούσαν για τα κρίσιμα θέματα και για τις πρωτοφανείς πιέσεις που φέρνει η κλιματική κρίση στην περιοχή. Μόνο στην Κύπρο θα μπορούσε να έχει συμβεί ένα τέτοιο συνέδριο. Μια χώρα που είναι μεν κοντά στην περιοχή, καταλαβαίνει τα προβλήματα και μοιράζεται τις προκλήσεις, και όμως καμία άλλη από τις εμπόλεμες της γειτονιάς αυτής του πλανήτη δεν τη βλέπει ως θανάσιμο εχθρό. Εκτός από μία, ίσως, αλλά αυτή δεν την υπολογίζουμε και πολύ στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, η Κύπρος, που είναι μεν στην περιοχή, αλλά δεν συμμετέχει στις θρησκευτικές, εδαφικές ή ιστορικές διενέξεις, μπορεί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος, ουδέτερος και αξιόπιστος παρατηρητής και διαμεσολαβητής. Πριν από λίγες ημέρες, έλαβε χώρα και ένα δεύτερο συνέδριο για το θέμα, αυτή τη φορά και υπό την αιγίδα της προεδρίας της Κύπρου στο Συμβούλιο της Ε.Ε., εν μέσω μάλιστα ενός άλλου, ακόμα μεγαλύτερου πολέμου στην περιοχή. Την ώρα που οι πύραυλοι έπεφταν εκατέρωθεν (η εκεχειρία ανακοινώθηκε λίγες ώρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου), επιστήμονες και ερευνητές από τις εμπόλεμες χώρες έπαιρναν όποια πτήση κατόρθωναν να βρουν για να φτάσουν στη Λευκωσία. Πήγα και εγώ.
Το συνέδριο αυτό το διοργανώνει το «Climate Change Initiative» για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή (EMME-CCI), μια πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Κύπρου και της κυπριακής κυβέρνησης. Ξεκίνησε τη λειτουργία του επισήμως το 2022 στην COP27, μετά και τη μεσολάβηση πολλών ξένων και επιφανών, καθότι θεωρούσαν πως ένας οργανισμός που θα παρακολουθεί την πορεία της κλιματικής αλλαγής και τις επιπτώσεις της στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, και που θα προτείνει υπερτοπικές λύσεις στις κατά τα άλλα απρόθυμες να συνεργαστούν κυβερνήσεις των κρατών, ήταν κάτι που έλειπε. Δεκαοκτώ χώρες συμμετέχουν στο EMME-CCI. Ξέρετε ποιες; Η Κύπρος, φυσικά. Η Ελλάδα και η Τουρκία. Και επιπλέον η Αίγυπτος, το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, η Σύρια, το Κουβέιτ, η Ιορδανία, το Ομάν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, η Υεμένη και (δώστε προσοχή τώρα παρακαλώ) ο Λίβανος, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη και το Ιράν.
Αυτές οι χώρες μαζί, κάποιες εκ των οποίων στον κανονικό κόσμο αλληλοεξοντώνονται με λύσσα, σε επιστημονικό και ερευνητικό επίπεδο, με την πρωτοβουλία της Κύπρου, συνεργάζονται για να βρουν κοινές λύσεις σε ένα πρόβλημα που τις αφορά όλες, και που καμία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ξεχωριστά.
Το γιατί δεν χρειάζεται και πολλές γνώσεις ατμοσφαιρικής χημείας, γεωγραφίας ή γεωλογίας για να το καταλάβει κανείς. Η κλιματική αλλαγή δεν καταλαβαίνει από σύνορα. Οι προκλήσεις για την επάρκεια του νερού, για τις φυσικές καταστροφές, για τη βιοποικιλότητα, για τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι κοινές για πολλές γειτονικές χώρες. Τα ποτάμια δεν καταλαβαίνουν από σύνορα. Οι υδροφόροι ορίζοντες δεν επηρεάζονται από τυχαίες γραμμές που τράβηξαν σε ένα χάρτη κάτι Αγγλοι πριν από 150 χρόνια. Η νοτιοανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή είναι «hotspots» της κλιματικής κρίσης καθώς στα μέρη αυτά η θερμοκρασία αυξάνεται περισσότερο από ό,τι αλλού στον κόσμο, και οι συνέπειες είναι δριμύτερες.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρη η ανθρωπότητα σήμερα, ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να «λύσουμε» την κλιματική κρίση, είναι ότι δεν έχουμε κατάλληλους μηχανισμούς διακυβέρνησης για να το καταφέρουμε. Ο κόσμος είναι χωρισμένος σε κυρίαρχα εθνικά κράτη, και σχεδόν όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται στο δικό τους επίπεδο. Ακόμα και υπερεθνικοί οργανισμοί όπως τα Ηνωμένα Εθνη συνίστανται σε μέλη-έθνη-κράτη. Ολα από αυτά περνάνε. Αλλά τα μεμονωμένα κράτη δεν είναι κατάλληλο επίπεδο διακυβέρνησης για να διαχειριστούν προβλήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τα σύνορά τους. Πώς να συνεννοηθούν 200 κυρίαρχες γραφειοκρατικές οντότητες για να αντιμετωπίσουν προβλήματα στο επίπεδο ολόκληρου του πλανήτη; Δε γίνεται. Αλλά αυτό είναι θέμα για ένα άλλο άρθρο. Αυτό που γίνεται είναι η συνεργασία κρατών σε πιο τοπικό επίπεδο, για να λύσουν προβλήματα όχι πλανητικής, αλλά γεωγραφικά ευρύτερης κλίμακας. Αυτό προσπαθούν να κάνουν στο EMME-CCI, για την περίπτωση της συγκεκριμένης γειτονιάς. Αυτό ήταν και το θέμα του συνεδρίου.
Στο συνέδριο τοποθετήθηκαν ομιλητές από 18 διαφορετικές χώρες και από 6 διαφορετικούς διεθνείς οργανισμούς. Ακούσαμε για πρώτη φορά από έναν εκπρόσωπο της νέας κυβέρνησης της Συρίας. Πολλά πάνελ επισήμαιναν τα προβλήματα με το νερό, τις ανάγκες για διεθνή συνεργασία, επενδύσεις, διακρατικές υποδομές. Κάτι που με εξέπληξε ήταν η επανάληψη της φράσης «build back better» ξανά και ξανά, την οποία χρησιμοποιούσαν για να εκφράσουν την έννοια των επενδύσεων και της ανάπτυξης υποδομών μετά τις πολλές καταστροφές (όχι μόνο φυσικές) στις χώρες της περιοχής. Ποιος θα το περίμενε ότι ένα σύνθημα του Τζο Μπάιντεν για την επαναφορά της αμερικανικής οικονομίας μετά την πανδημία, θα επιβίωνε και θα επαναλαμβανόταν ως όραμα και ως στόχος σε ένα επιστημονικό συνέδριο μιας ρημαγμένης γειτονιάς του πλανήτη;
Αλλά το σημαντικότερο σε αυτό το συνέδριο, βεβαίως, δεν ήταν οι ιδέες, οι επιστημονικές αναλύσεις και οι πρωτοβουλίες που ανακοινώνονταν στα πάνελ, αλλά και μόνο το γεγονός ότι άνθρωποι από χώρες που μεταξύ τους πολεμούσαν, βρίσκονταν εκεί. Στο δικό μου πάνελ κάθονταν μια Ιρανή (καθηγήτρια στο Στάνφορντ) και μια Ισραηλινή (πρώην υπουργός Περιβάλλοντος) δίπλα δίπλα. Απίθανα πράγματα. Οι υπόλοιποι στο πάνελ, παρεμπιπτόντως, ήμασταν σαν εισαγωγή από ανέκδοτο: μια Κύπρια, ένας Ελληνας και ένας Γάλλος.
Βεβαίως, τα πράγματα δεν ήταν ειδυλλιακά. Κυριαρχούσαν η ευγένεια και η αβροφροσύνη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν πιο «σφιγμένη» από ό,τι πρόπερσι. Φέτος είχαν κατορθώσει να φτάσουν λιγότεροι από τις εμπόλεμες περιοχές (οι πτήσεις ήταν δυσκολότερες). Στις συζητήσεις για τις αδιανόητες δυσκολίες μετακίνησης ανάμεσα σε γειτονικές γεωγραφικές περιοχές της Μέσης Ανατολής λόγω παλαβών περιορισμών, γεωπολιτικών και ιστορικών προβλημάτων, αντιλαμβανόταν κάποιος που προέρχεται από την Ευρώπη της Συνθήκης Σένγκεν ότι εδώ μιλάμε για ένα πολύ πολύ προβληματικό μέρος του κόσμου. Μολονότι οι άνθρωποι έχουν τόσο παρόμοιες νοοτροπίες, τόσες οφθαλμοφανείς ομοιότητες (ακόμα και στην εξωτερική εμφάνιση), τα εξωγενή και διαχρονικά χάσματα που τους χωρίζουν είναι τραγικά και μεγάλα.
Μερικές φορές, ωστόσο, ξεχνιόμουν, ακούγοντας τους επιστήμονες να λένε τα κοινά τους συμπεράσματα στην κοινή τους γλώσσα, την ώρα που οι συγγενείς τους αλληλοσκοτώνονταν πίσω στα χωριά τους. Αλλά μετά εμφανίστηκε ένας Αμερικανός στην οθόνη, σε livestream από το σπίτι του στην άλλη άκρη της Γης, και μας έφερε όλους λίγο στα ίσα μας.
«Είμαι πολύ, πολύ, πολύ ανήσυχος», είπε ο διάσημος καθηγητής του Κολούμπια Τζέφρι Σακς στην ομιλία του. Εμοιαζε συντετριμμένος. Λίγες ώρες νωρίτερα, το Ισραήλ είχε εξαπολύσει μια τρομακτική επίθεση στον Λίβανο, με εκατοντάδες νεκρούς. «Τι να σας πω. Ετσι που είναι τα πράγματα, δυσκολεύομαι να κάτσω να μιλάω για τη δουλειά που μπορούμε να κάνουμε μαζί. Δεν πάμε καλά. Δεν υπάρχει πρόοδος. Δεν προχωράμε. Δεν υπάρχει σχέδιο. Κανένας δεν έχει σχέδιο. Κάθε μέρα μια καταστροφή. Μιλάνε μόνο για το πώς θα σκάψουν για περισσότερο φυσικό αέριο. Γιατί αυτό είναι ο στόχος τώρα. Το αέριο».
Τα λόγια του Σακς, ενός προνομιούχου δυτικού, από τη χώρα που είχε ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο, που καθόταν ασφαλής στην άλλη άκρη του κόσμου, θρυμμάτισαν την όποια ψευδαίσθηση αρμονίας και ελπίδας υπήρχε στην αίθουσα. Ή, έστω, την ψευδαίσθηση που είχε εμφανιστεί στο δικό μου το μυαλό, το μυαλό ενός άλλου άσχετου, δηλαδή, επίσης (αν και όχι εξίσου) προνομιούχου, που τώρα κάθεται ασφαλής στην Ευρώπη της Σένγκεν. Μπορεί οι άλλοι άνθρωποι στην αίθουσα, οι πιο μπαρουτοκαπνισμένοι, που είχαν συγγενείς στα καταφύγια (ή στο χώμα) να άκουγαν τον ηλικιωμένο Καυκάσιο κύριο με θυμηδία και ίσως με ενόχληση. Ή μπορεί να τους ταρακούνησε κι αυτούς. Να τους θύμισε ότι, ναι, πρέπει να συνεργαστούμε για να λύσουμε τα προβλήματα της λειψυδρίας και να φτιάξουμε μαζί εργοστάσια αφαλάτωσης και υποδομές και να build back better τα ερείπια, αλλά πριν από όλα αυτά, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο.
«Τι να σας πω» έλεγε απελπισμένος ο Τζέφρι Σακς. «Ισως πρέπει να αρχίσουμε με το να είμαστε άνθρωποι. Να σταματήσουμε να βομβαρδίζουμε άλλους. Η Παλαιστίνη να αποκτήσει κράτος, δίπλα στο Ισραήλ. Να σταματήσει αμέσως ο πόλεμος στο Ιράν. Η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία να τα βρουν μεταξύ τους. Και μετά μπορούμε να συζητήσουμε για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή».
