«Δεν έκαναν τίποτα παράνομο» οι εμπλεκόμενοι στις νέες δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Συνεπώς, «δεν έχουν τίποτα να κρύψουν». Εντάξει, δεν υπήρχε περίπτωση να παραδεχτούν οι ίδιοι την ενοχή τους. Εύλογα τα λεκτικά κλισέ της πανικόβλητης απόπειρας αυτοπροστασίας. Θα περίμενε όμως κανείς από τους πολιτικούς που εξέθεσαν με τόση αναίδεια την έφεσή τους στον πελατειασμό να καταλάβουν αν όχι το πιθανώς παράτυπο, τουλάχιστον το οπωσδήποτε αντιδεοντολογικό κομμάτι της επίμαχης δραστηριότητάς τους. Oχι, οι βουλευτές και οι υπουργοί δεν μεσολαβούν για την προώθηση του συμφέροντος της πελατείας τους· δουλεύουν μεθοδικά και νομότυπα ώστε τα δίκαια αιτήματα κάθε πολίτη να ικανοποιούνται με δίκαιο τρόπο. Η παραβίαση της νομιμότητας είναι η προφανής παθογένεια· η έλλειψη ηθικής είναι η λιγότερο προφανής, αλλά ίσως πιο επικίνδυνη απ’ όλες.
Μονοπρόσωπη παθογένεια
Δεν είναι όλες οι παθογένειες τόσο διαδεδομένες. Κάποιες άλλες συνοψίζονται στη δράση ενός μόνο ατόμου. Θα μπορούσε κάποιος άλλος δικηγόρος να συμπεριφερθεί όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου; Θα μπορούσε κάποιος άλλος να παραβιάζει με την ίδια ευκολία νομικούς και ηθικούς κανόνες, για να αποκομίσει επαγγελματικά και πολιτικά κέρδη; Θεωρητικά θα μπορούσε, αλλά πρακτικά δεν θα του επιτρεπόταν. Oσοι απορούν με το θάρρος και το θράσος (ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς) της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας να βιντεοσκοπεί ανθρώπους χωρίς την άδειά τους, να καθυβρίζει δημοσίως όποιον αντιπαθεί και να μεταχειρίζεται το Κοινοβούλιο και τις δικαστικές αίθουσες σαν να πρόκειται για το σαλόνι του σπιτιού της, κακώς απορούν με αυτή. Ας απορήσουν με όσους οφείλουν αλλά δεν της βάζουν φρένο.
Οι τράπεζες πάλι
Σε κάποιους, πάντως, το φρένο δεν πιάνει, ειδικά αν είναι μόνο πολιτικό. Αν η στροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρώα ρητορική ήταν ένα είδος στρατηγικής παύσης της αμετροέπειάς του, φαίνεται ότι τώρα η στρατηγική αλλάζει πάλι. Πλέον ο πρώην πρωθυπουργός δεν εκλογικεύει τον τυχοδιωκτικό παραλογισμό της κυβερνητικής του θητείας, αλλά τον εντείνει μήπως και το εφέ αποδειχτεί πιο αποδοτικό από τη μετριοπάθεια του rebranding. «Tις τράπεζες έπρεπε να τις κλείσουμε εμείς», δήλωσε πριν από λίγες μέρες σε μια ακόμα αναπολογητική ανασκόπηση του φιάσκου του ’15. Απ’ όλες τις αιρετικές ιδέες, είναι δυνατόν να φαντάστηκε ότι το να ξαναπαίξει με τη σταθερότητα των τραπεζών, έστω στα λόγια, θα συγκινήσει τους δυνάμει ψηφοφόρους του;
Προσποίηση
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παίζει κι αυτός με τη φωτιά, αλλά όχι για τον λόγο που νομίζει. Το επικίνδυνο παιχνίδι δεν είναι η μάχη με το «βαθύ κράτος» όπως θέλει να πιστεύει, αλλά η υποτίμηση της νοημοσύνης των πολιτών· το γεγονός ότι πρώτα επιτρέπει στους βουλευτές και τους υπουργούς του να γίνουν ένα με το βαθύ κράτος κι έπειτα παριστάνει ότι το πολεμάει. Το να κάνεις πως μεταρρυθμίζεις τη χώρα είναι μερικές φορές χειρότερο από το να μην τη μεταρρυθμίζεις καθόλου.
Οι άλλες υποκλοπές
Τα τεκταινόμενα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν και τη διδακτική πτυχή τους. Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς πώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απέσπασε τις αποκαλυπτικές συνομιλίες στις οποίες στηρίζει τις δικογραφίες της: Θα το κατόρθωνε χωρίς να έχει παρακολουθήσει τους πολιτικούς; Θα στοιχειοθετούσε το σκάνδαλο αν δεν μετερχόταν το μέσο-ταμπού που τόσοι επικρίνουν όταν η κουβέντα πάει στο σκάνδαλο των υποκλοπών; Οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες· το θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο διαφέρει. Το μέσο όμως είναι το ίδιο· ίδιος παραμένει και ο κίνδυνος να είναι αθώοι οι παρακολουθούμενοι. Ισως όμως τελικά, σε κάποιες περιπτώσεις, το ζητούμενο της ασφάλειας να υπερφαλαγγίζει την ιδιωτικότητα όσων έχουν τη δύναμη να διαταράξουν την ασφάλεια αυτή.
