Σε συνθήκες πληροφοριοκρατίας (Byung Chul Han) ο ορίζοντας της εμπειρίας συρρικνώνεται. Η ζωή σπάει σε μικροεπιλογές. Δεν ρωτάμε «πώς να ζήσω;», αλλά «γάλα βρώμης ή αγελαδινό;». Πλάι σ’ αυτά, ο σχεδόν υποχρεωτικός αποκλεισμός του πνευματικού από την καθημερινότητα κάνει τ’ ανθρώπινα απάνθρωπα απομαγεμένα. Διαλέγω τρία έργα που μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε προκειμένου να σκεφτούμε την ελευθερία ως κάτι διαφορετικό από καταναλωτικές επιλογές. Είμαι σίγουρη πως θα μπορούσατε να φτιάξετε τη δική σας λίστα με αναγνώσματα περί ελευθερίας, όμως να η δική μου για σήμερα.
1) Θα προτιμούσα όχι
Ο αφηγητής: συμβολαιογράφος Νέας Υόρκης. Ενας ευυπόληπτος βασιλιάς της χάρτινης επικράτειας των συμβολαίων, μάγος της κτήσης και της μεταβίβασης των τίτλων ιδιοκτησίας. Η δουλειά: πολλή και μίζερη δουλειά. Ο συμβολαιογράφος κάνει προσλήψεις υπαλλήλων για το γραφείο στη Γουόλ Στριτ. Ο Μπάρτλμπι προσλαμβάνεται υπάλληλος. Δουλειά του η αντιγραφή και η αντιπαραβολή νομικών εγγράφων. Τα νομικά έγγραφα είναι αφηγήσεις χωρίς πλοκή, με πολλά και μάταια στοιχεία. Οι υπάλληλοι έχουν νεύρα εκ περιτροπής.
Προφανώς, αναφέρομαι στο μνημειώδες έργο του Herman Melville «Μπάρτλμπι ο Γραφιάς». Κεντρικό του θέμα ο Μπάρτλμπι που αρνείται. Ο καλός συμβολαιογράφος τον προσέλαβε για την ταχύτερη διεκπεραίωση της αραχνώδους εργασίας της αντιπαραβολής. Ο Μπάρτλμπι δεν θέλει. Προβαίνει σε μία και μοναδική δήλωση: «Θα προτιμούσα όχι» (I would prefer not to). To ρήμα «προτιμώ» κολλάει στο μυαλό του συμβολαιογράφου, ο οποίος μαγνητίζεται από την άρνηση του υπαλλήλου, σαγηνεύεται, καθυποτάσσεται σε μία αόρατη, νέα ιεραρχία που εγκαθιδρύεται μέσα από την άρνηση του «κατώτερου» να κάνει αυτό για το οποίο τον προορίζουν.
Ε, η κατάληξη όλων αυτών δεν είναι και πολύ καλή για λόγους που η διερεύνησή τους συνθέτει ένα πεδίο χυμώδους προβληματισμού με θέμα την ελευθερία. Η επική φράση «θα προτιμούσα όχι» σαν δραστικό διάλυμα διαβρώνει την κουλτούρα απροϋπόθετης κατάφασης σε προσχεδιασμένες «προτιμήσεις»/ιεραρχήσεις. Κανείς δεν θέλει να είναι Μπάρτλμπι. Αν, όμως, αυτός ο τύπος λέει «όχι», τότε τι μπορώ να πω εγώ-εσείς;
2) Η ελευθερία ως κακία, αποχαλίνωση και απομάκρυνση από τον Θεό
«Ο Καλόγερος» του Matthew Lewis είναι ένα έργο του 1796 (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg). Ακολουθούμε την άνοδο και την πτώση ενός νεαρού Καλόγερου, του Αμβρόσιου, που έχει το χάρισμα του λόγου και φλογίζει τις καρδιές του ποιμνίου. Η δράση ξεκινά σε μία κατάμεστη εκκλησία της Μαδρίτης όπου αναμένεται να εμφανιστεί ο Καλόγερος. Το μοναστήρι του Αμβρόσιου συνορεύει με την εκκλησία και μία γυναικεία μονή όπου διαφεντεύει μία αυστηρή ηγουμένη με σκληρή καρδιά.
Το έργο συναρπάζει με την επί 560 σελίδες κάθοδο μοναχού και ηγουμένης σε μία κόλαση σκληρότητας και εκκλησιαστικής υποκρισίας. Πίσω από τα παχιά λόγια περί θρησκείας και αγάπης του Χριστού, αποκαλύπτεται η αγωνία τους να διαφεντεύσουν τις απλές ψυχές, η δίψα της εξουσίας, η ματαιοδοξία και η αποτυχία κατανόησης του χριστιανικού μηνύματος της συγχώρεσης. Ο ηθικός ξεπεσμός του Αμβρόσιου αρχικά φοράει το προσωπείο της ελευθερίας σε κάτι που μοιάζει με γοτθικό, ιπποτικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης»: ο Καλόγερος είναι μόνον τριάντα κι ανακαλύπτει πως έχει σώμα!
Μέσα στο κουραστικό πλαίσιο της μοναστικής ζωής χωρίς τη θεία χάρη, ο Αμβρόσιος φαουστίζει – κόβει την ψυχή του κομματάκια και την πουλάει στο Σατανά. Η ελευθερία εμφανίζεται εδώ σαν απαλλαγή από την ηθική! Απαλλαγμένος από καλό και κακό, αρχίζει να γεύεται τον καρπό μίας ζωής που δεν λογοδοτεί, ούτε αναστοχάζεται. Αντλεί όλο το νόημα από την απόλαυση. Αρπάζει κορίτσια, βουτάει στα σώματά τους για λίγη άδολη χαρά που μετά τον βιασμό γίνεται φρίκη. Η υπόθεση της σωτηρίας του οριστικά χαμένη. Υπό αυτή την έννοια, παρότι φτιαγμένος τον 18ο αιώνα, ο Καλόγερος είναι σύγχρονός μας. Θυμίζει Ουελμπέκ.
«Ο βασικός σκοπός της ζωής του ήταν σεξουαλικός, δεν του ήταν βολετό ν’ αλλάξει, τώρα πια το γνώριζε», γράφει ο Ουελμπέκ στα «Στοιχειώδη Σωματίδια» και μ’ αφορμή αυτό σημειώνει ο Δημήτρης Καράμπελας στο βιβλίο του «Το πνεύμα και το Τέρας» (εκδόσεις Δώμα): «αυτοτιμωρούμενος ανελέητα, είχε παραδοθεί στις βίαιες σεξουαλικές ηδονές, το μόνο νόημα στο οποίο εξακολουθούσε να πιστεύει ο δυτικός κόσμος». Οι σεξουαλικές ηδονές στη λογοτεχνία του Ουελμπέκ, μαζί με το σούπερ μάρκετ, τον τουρισμό, την πορνογραφία και την ηλιθιότητα είναι μάλλον καθρέφτες της απουσίας νοήματος, ψευδείς παρηγοριές σ’ έναν κόσμο χωρίς αγάπη και συγχώρεση. Οι ουελμπεκικές αφηγήσεις καταλήγουν σε προβλέψιμες κτηνωδίες. Το κενό βουίζει.
«Ο Καλόγερος» του Lewis είναι προάγγελος της εποχής του κενού και του θορύβου. Μέσα από γοτθικές ιστορίες τρόμου με φεγγαρόλουστα κάστρα και βιασμένες δεσποσύνες, ο Lewis φτιάχνει έναν «ήρωα» που βλέπει την ελευθερία ως αποδέσμευση από την ηθική. Κάτω από το ράσο κρύβεται το σάπιο κρέας και η ακόμη πιο σάπια ψυχή. Ο Καλόγερος περιφέρεται χωρίς αγάπη, χωρίς συγχώρεση, με την καρδιά μαγαρισμένη. Αν αφαιρέσεις (που γιατί να το κάνεις;) τις κατακόμβες, τα υγρά μπουντρούμια, την Αλσατία, τους πύργους και τα μέγαρα των ευγενών, είναι μια τωρινή ιστορία, δηλαδή μια διαχρονική προειδοποίηση για την κάθοδο στην κόλαση. Εκεί δεν έχει φλόγες και πλάσματα με ποντικίσια ουρά, αλλά τις λάθος επιλογές, τη ζωή χωρίς νόημα και την οριστική απομάκρυνση της αγάπης.
3) Η ελευθερία να μη συμμετέχεις
Πώς είναι, όμως, να θες να κάνεις το καλό ή να απόσχεις από τη σκληρότητα και να σου θέτουν εμπόδια; Στο «Βίος και Πολιτεία του Mάικλ Κ» (βραβείο Booker 1983), o Μάικλ Κ είναι κηπουρός κάπου στην Αφρική κι επιθυμεί να ζήσει ήσυχα και απλά χωρίς να εμπλακεί στον πόλεμο. Ο πόλεμος κουρελιάζει τις προθέσεις του. Τον ακολουθεί παντού, τον κλείνει σε στρατόπεδα, τον τρέπει σε αντικείμενο παρατήρησης, τον σιτίζει υποχρεωτικά προκειμένου να καταστεί αξιόμαχος ή έστω ικανός για δουλική εργασία στις φυτείες.
Ο Μάικλ Κ δεν θέλει να είναι σκλάβος. Προτιμά να φροντίζει τα κολοκυθάκια του και να τρώει ξεροψημένες φλούδες πασπαλισμένες με ζάχαρη. Προτιμά να κοιμάται. Το αίτημα είναι σκανδαλώδες – ειδικά εκφρασμένο σε καιρό πολέμου! Δεν μπορείς να κοιτάς τα δέντρα που αλλάζουν όψη ή να ξαπλώνεις στο χωράφι σου. Η βία, που πάντα διεισδύει, άλλοτε ήσυχα κι άλλοτε αιχμηρά, στη λογοτεχνία του Κουτσί (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2003), είναι η πλήρης αναίρεση της ελευθερίας. Και πλάι σ’ αυτήν η βίαιη απόσπαση των ανθρώπων από το θεϊκό μέσα τους, το καλό και την ποίηση. Η εποχή μας λέει: «Γίνε εσύ, ζήσε ελεύθερα, ξέχνα τους άλλους», ενώ, ταυτόχρονα, απαλείφει την ελευθερία ως αυθεντικότητα και ό,τι μας διδάσκει πώς να κουβαλάμε την ευθύνη της. Η λογοτεχνία λέει κάτι άλλο.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Το νηστίσιμο φαγητό. Η βροχή από άνθη νεραντζιάς στα πεζοδρόμια και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η μουσική του Φίλιπ Γκλας. Η Γαλλογεωργιανή πιανίστρια Khatia Buniatishvili. Τα κτηνιατρικά φάρμακα κι όλες οι εφευρέσεις που συμβάλλουν στη μακροημέρευση σκύλων, γατών και άλλων μαλακών πλασμάτων.
