α) Κοπεγχάγη, περιοχή Nørrebro, νεκροταφείο Assistens
Το νεκροταφείο είναι από τα βασικά αξιοθέατα της πολυπολιτισμικής γειτονιάς Nørrebro, όμως εγώ το ανακάλυψα τυχαία, αφού έτυχε να μένω σ’ ένα airbnb εκεί κοντά. Δεν είχα ξαναδεί ανθρώπους να κάνουν πικ νίκ δίπλα στις ταφόπλακες! Ηταν καλοκαίρι και η πόλη βούιζε. Το νεκροταφείο είναι άλλος ένας περιποιημένος και καλαίσθητος χώρος πρασίνου στην καρδιά της Κοπεγχάγης, όπου επιτρέπονται τα ποδήλατα, οι σκύλοι και οι αθλούμενοι. Εγώ, φυσικά, γύρεψα τον τάφο του Κίρκεργκωρ.
Ηταν κι αυτός άλλος ένας τάφος ανάμεσα σε πολλούς. Υπήρχε μια διακριτική ένδειξη, ότι εδώ κείται ο Κίρκεργκωρ -ανάμεσα σε άλλα μέλη της οικογενείας του- κι αυτό ήταν όλο. Οι πεθαμένοι είναι πεθαμένοι. Παραδίπλα ήταν ο τάφος του Hans Christian Andersen, του παραμυθά, κι αλλού του Niels Bohr – που δεν θυμάμαι ακριβώς τι του οφείλουμε, αλλά με είχε παιδέψει στο μάθημα της Χημείας στο σχολείο. Τα νεκροταφεία είναι ένα ράπισμα στο πρόσωπο της ματαιοδοξίας. Οσο σπουδαίος και αν υπήρξες, στον τάφο σου στην Κοπεγχάγη μπορεί να ουρήσει ένα τρισευτυχισμένο, ολοζώντανο κανίς.
Η βλάστηση στο συγκεκριμένο νεκροταφείο είναι απολύτως εντυπωσιακή. Το πράσινο μου φάνηκε πιο πράσινο απ’ το συνηθισμένο, κάτι σαν βόρειο πράσινο. Φυσικά, σκεφτόμουν τον Κίρκεργκωρ: «ο άνθρωπος που βρίσκει καταφύγιο στον Θεό με απροϋπόθετη υπακοή είναι απροϋπόθετα ασφαλής» […] «περιεργάσου τα λουλούδια του αγρού, αφέσου σε αυτά, χάσου μέσα τους – δεν σε συγκινεί αυτή η εικόνα;» (Soren Kiergkegaard, Τα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού). Σ’ έναν κόσμο ντοπαμίνης, σαχλαμάρας και κατανάλωσης, τα νεκροταφεία στη μέση των μεγάλων πόλεων είναι παρενθέσεις ιερής σιωπής και ήρεμης συγκίνησης.
Ο Κίρκεργκωρ, αν δεν τον παρεξηγώ, τα θεωρούσε σοβαρά πράγματα αυτά. Μας καλούσε να διδαχθούμε τη σιωπή, μαζί με την υπακοή και τη χαρά, από το λουλούδι και το πουλί, να καλλιεργήσουμε την προσωπική μας σχέση με τον Θεό αγκαλιάζοντας την απλότητα. Ο Χάιντεγκερ ονειρευόταν πως μέσα στους κόλπους της σιωπής φυλάσσεται η αλήθεια των όντων, αλήθεια ανείπωτη που έχει προϋπάρξει του λόγου (βλ. Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας, σελ. 57). Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στερούμαστε αυθεντικότητας, που δεν ζούμε τη ζωή μας σαν να είναι γνήσια και ολοδική μας – ποτέ δεν σιωπούμε. Ποτέ δεν ησυχάζουμε.
β) Αθήνα, Μετς, Α΄ Νεκροταφείο
Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιεί κανείς περνώντας τις πύλες του Α΄ Νεκροταφείου είναι πως η Ελλάδα διαθέτει σπουδαίους γλύπτες. Η επίσκεψη στο Α΄ Νεκροταφείο συνδυάζεται εύκολα με μία επίσκεψη στην Εθνική Γλυπτοθήκη προκειμένου να σχηματίσει κανείς μία πληρέστερη εικόνα για το έργο σημαντικών καλλιτεχνών – αρκετοί απ’ αυτούς από την Τήνο.
Η επόμενη παρατήρηση είναι και πάλι η ησυχία. Το Μετς και όλο το Παγκράτι είναι ανυπόφορα θορυβώδεις γειτονιές, όμως, ανάμεσα στα πευκάκια και στο φρέσκο χορτάρι είναι ήσυχα. Φιγούρες που καθόρισαν την ιστορία του τόπου είναι θαμμένες εκεί κι αξίζει να πάει κανείς με το σημειωματάριο και να ψάξει μετά τι έκανε ο ένας κι ο άλλος, πώς αξιοποίησε τη ζωή του. Αποκτά κανείς έτσι έναν ορίζοντα, ας θυμηθούμε έναν άλλο φιλόσοφο, τον Μπιουν Τσουλ Χαν: «Η προσωποποίηση του Διαδικτύου φροντίζει o κόσμος που κατοικούμε κι ο ορίζοντας της εμπειρίας μας να μικραίνουν, να συρρικνώνονται» (Μπιουν Τσουλ Χαν, Infokratie, στα ελληνικά τα βιβλία του κυκλοφορούν από την Opera). Ζώντας μέσα στη φούσκα από φίλτρα, αποδέκτες μίας επίθεσης πληροφοριών χωρίς συγκείμενο, αδυνατούμε να σκεφτούμε με την ησυχία μας. Χαζεύουμε. Τη δημοκρατία υποσκελίζει η πληροφοριοκρατία (Χαν, Infokratie).
Στο νεκροταφείο βγαίνει κανείς από την επικράτεια της υπερπληροφόρησης. Συναισθάνεται πως κατοικούμε με αφύσικο τρόπο τον χρόνο και τον χώρο – σε συνθήκες μιας επιτάχυνσης του τίποτα. Το χαοτικό Διαδίκτυο κι οι διαφημίσεις κρύβουν το πρόσωπο του θανάτου (ακόμα κι όταν μας βομβαρδίζουν με τρομολαγνικές εικόνες κατασκευασμένες απ’ την απάνθρωπη ΤΝ). Ο θάνατος δεν κεντροθετείται στον πολιτισμό μας (μεταξύ άλλων λόγω της απώλειας των τελετουργιών και της αποδυνάμωσης των θρησκειών, πράγματα στα οποία επανέρχεται όλη η φιλοσοφία του Χαν). Ετσι, όμως, παραμερίζεται κι αυτό που τροφοδοτεί τη δημιουργικότητα, τον στοχασμό και τη θέληση για μία ζωή με νόημα. Πιστεύω ότι ο Μπιουν Τσουλ Χαν εγκρίνει τις βόλτες μου στα νεκροταφεία.
3) Βερολίνο, Mitte, Sophien Friedhof
Αν σας γοητεύει η προτεσταντική αισθητική αυτό το ήσυχο, μικρό νεκροταφείο είναι ό,τι πρέπει. Ετυχε και χιόνιζε όταν το επισκέφτηκα. Η καταβύθιση στις σκέψεις μου ήταν εύκολη, το μόνο που ακουγόταν ήταν το τραμ που περνάει απ’ έξω – κι αυτό πολύ ήσυχα. Δώδεκα η ώρα το μεσημέρι ήταν σχεδόν σκοτεινά, τα κλαδιά και οι ταφόπλακες κατάμαυρα, τα πάντα κάτω από ένα βαρύ πέπλο χιονιού.
Ο θάνατος (όπως και η ζωή) είναι ευτράπελο, αστείο, φάρσα εις βάρος μας. Ετσι, ήταν ταιριαστό που όσοι βρισκόμασταν εκεί μια παγωμένη μέρα γλιστρούσαμε και γελούσαμε όταν κάποιος σωριαζόταν κανονικά πέρα πέρα. Οπως και στη ζωή, έτσι και στο Sophien Friedhof, και σε όλα τα νεκροταφείο που έχω πάει, το εισόδημα παίζει ρόλο. Στην είσοδο και δεξιά βρίσκονται θαμμένες επιφανείς οικογένειες του τόπου. Κάποιος πλούσιος χασάπης. Μία οικογένεια με ολόδικό της μικρό μαυσωλείο. Κι όσο προχωράει κανείς, οι πλάκες γίνονται λιτές, απέριττες, μ’ ένα κεράκι κι ένα λουλούδι μπροστά.
Στέκομαι μπροστά σε κάποιους αληθινά παλιούς τάφους. Ο τάδε χάθηκε στη Γαλλία, κηρύχθηκε άφαντος και εδώ είναι ο τάφος του. Διάφοροι άνδρες που έπεσαν στους πολέμους ή οικογένειες που ζήσανε τις πιο σκοτεινές σελίδες της γερμανικής ιστορίας είναι κάτω από το χιόνι που λερώνει τα παπούτσια μου. Στα νεκροταφεία ο πόλεμος φανερώνεται σε όλη τη μίζερη, προφανή του αισχρότητα, τραχύς και αφτιασίδωτος, αυτό που είναι. Σκέτα παιχνίδια εξουσίας, αίμα και γελοιότητα, άνθρωποι χαμένοι χωρίς λόγο.
Τα έχει πει καλύτερα ο σπουδαίος συγγραφέας Gregor Von Rezzori (1914-1998) που έζησε ανάμεσα στους πολέμους: «Ολ’ αυτά διατηρούσαν τα αυλάκια της παλιάς παραφροσύνης: στα σχέδια για μια νέα ζωή κρυβόταν και πάλι η δίψα για εξουσία […] απ’ τα συντρίμμια υψώνονταν καινούργια κτίσματα που ήδη εμπεριείχαν τα ίδια τους τα ερείπια. Τα πάντα είχαν κρατήσει μέσα τους τον πόλεμο. Στο τοπίο εξακολουθούσε να παίζεται παράσταση πολέμου […] με βία ρουφούσε η αχνιστή γη τα γόνατα και τα χέρια και το πρόσωπο όποιου έπεφτε» (Μια Ερμίνα στο Τσερνοπόλ, σελ.127). Το νεκροταφείο ξεμπροστιάζει τον πόλεμο, ράβει το στόμα που πασχίζει να δικαιολογήσει το αδιανόητο. Οσο γράφω αυτά νέοι τάφοι ανοίγονται, σε τόσο πολλά μέρη.
Οταν ο Σεκούνδος ερωτήθηκε τι είναι άνθρωπος απάντησε ως εξής: […] οικητήριον ολιγοχρόνιον, φάντασμα χρόνου, κατάσκοπος βίου, Τύχης παίγνιον […] ζωής δαπάνημα, φυγάς βίου, φωτός αποστάτης, γης απαίτημα, αιώνιος νεκρός. Για τον σιωπηλό φιλόσοφο «ο άνθρωπος είναι ένα πνευματικό αγγείο που περιέχει το αθάνατο και το θνητό, το αιώνιο και το παροδικό […] ένα παράλογο κράμα του ουράνιου και του χθόνιου, ένα υβρίδιο φωτός και θανάτου» (Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το Τέρας).
Η οικειοθελής βόλτα στο νεκροταφείο είναι μία παράδοξη στιγμή ενδυνάμωσης και διαύγειας. Ενας περίπατος με φιλοσοφική διάθεση-συνθήκη που δεν μπορεί να τηρηθεί όταν μεταβαίνουμε σε τέτοιους χώρους αναγκαστικά σε κατάσταση πένθους που ζαρώνει τη σκέψη. Ολος ο παραλογισμός, το ευτράπελο, η γελοιότητα κι η δυσκολία τού να είσαι άνθρωπος είναι εκεί. Ανάμεσα σε δρομείς που τρέχουν, σκύλους που κάνουν την ανάγκη τους και επιτυχημένους κρεοπώλες που θα τροφοδότησαν τα τοπικά κουτσομπολιά χτίζοντας υπερβολικά ακριβό ταφικό μνημείο.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Η παλιά, υψηλότατου επιπέδου εκπομπή φιλοσοφίας Great Philosophers με τον Bryan Magee (δείτε εδώ). Διέθετε ουσία, βάθος, ευγένεια και προσήλωση στη δωρεάν γνώση – πράγματα που λείπουν τελείως από την τηλεόραση σήμερα. Το μικρό βιβλιοπωλείο Μετεωρίτης στη Φωκίωνος Νέγρη και αυτός ο δρόμος το απόγευμα. Η μυρωδιά σιτρονέλας κι ο συνειρμός «καλοκαίρι». Η ελληνική κουζίνα, ειδικά όταν δεν την πειράζουν.
