Μπορεί να είναι παραπλανητικό. Ο καιρός θα χαλάσει. Ομως, μερικά μεσημέρια είναι σχεδόν αδύνατο ν’ αντισταθείς στην παρόρμηση να βάλεις ένα καλό βιβλίο στην τσέπη, λίγο καφέ στο θερμός και να βγεις στον ήλιο. Πέρασα έτσι μερικά μεσημέρια: στο παγκάκι, απ’ την πλευρά του ήλιου. Σκεφτόμουν τον Κουτσί, που μου ’χετε γράψει ότι σας αρέσει, και την παράλογη βία στα έργα του.
Σ’ ένα γαλήνιο τοπίο με ελιές, λεμονιές και θάμνους, μ’ αθλούμενους που κυνηγάνε μπαλάκια και παιδιά που κυνηγάνε σκυλάκια, είναι κάπως ευκολότερο να σκεφτείς το αποκορύφωμα του παραλογισμού: τον πόλεμο. Κι ύστερα: το προνόμιο της ζωής σ’ ένα μέρος με ειρήνη, όπου τις ανοιξιάτικες μέρες μπορείς να κάθεσαι στα παγκάκια και να κοιτάζεις αρωματικούς θάμνους με δενδρολίβανο.
Μπορώ να ζήσω χωρίς να βλάπτω;
Ο Κουτσί, που γεννήθηκε στη Νότια Αφρική και πήρε δύο φορές το βραβείο Μπούκερ, μία το Νόμπελ, δεν φλυαρεί. Ο Βίος Και Πολιτεία του Μάικλ Κ. είναι ένα στεγνό βιβλίο. Χωράει άνετα στη βαθιά τσέπη από ένα μεγάλο παλτό κι όσο το βιβλίο εξελίσσεται ο «ήρωάς» του οδεύει προς την απίσχναση (πρβλ. τη Χορτοφάγο της Χαν Γκανγκ και τον συσχετισμό κατανάλωσης ζωικής τροφής – βίας).
Ο Κ. είναι κηπουρός. Η μάνα του υπηρέτρια. Γίνεται πόλεμος. Δεν έχουν καμία απολύτως διάθεση να συμμετάσχουν. Νοσταλγούν την εξοχή όπου η μητέρα ισχυρίζεται πως έζησε μικρή. Στη μεγάλη πόλη όλο βρέχει και τ’ αφεντικά λείπουν. Ο Κ. κι η μάνα του μοιράζονται ένα στενό δωματιάκι για τις σκούπες κάτω από μια σκάλα κι η ζωή τυλίγεται μέσα σε πέπλα βίας, γραφειοκρατίας και ελέγχων από όργανα του νόμου. Ο Κ. σκαρώνει κάτι σαν αυτοσχέδιο κάρο, για να μεταφέρει αξημέρωτα την άρρωστη μητέρα του σ’ έναν τόπο με δέντρα και ρυάκι. Στη διαδρομή η μάνα του πεθαίνει.
Πόλεμος και ενάρετος βίος
Το βιβλίο είναι η προσπάθεια του Μάικλ Κ. να ζήσει απλά. Θέλει ν’ απεμπλακεί από τη γραφειοκρατία της έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων. Από τις διαδικασίες του νοσοκομείου όπου πεθαίνει η μάνα του σε μία «θάλασσα από φορεία». Από τη φιλανθρωπία όσων επιδιώκουν την αναγκαστική του σίτιση. Από την εργασία στους σιδηρόδρομους, την κατασκευή φρακτών, τα μετόπισθεν του πολέμου. Από τα στρατόπεδα όπου τον βάζουν να κοιτάει μια τσίγκινη στέγη, αντί για τ’ αστέρια τ’ ουρανού και τα φύλλα της χλόης.
Ο Κ. μέσα από τα μάτια των άλλων (που είναι τα μάτια μας) είναι ένας ρακένδυτος βραδύνους πιασμένος στα δίχτυα μίας καφκικής, αφρικανικής, υπαρξιακής, γραφειοκρατίας. Αστεγος, πρόσφυγας, άεργος. Πετσί και κόκαλο, προορισμένος να ψοφήσει σαν το σκυλί. Στα ίδια τα δικά του μάτια, ο Κ. είναι κηπουρός. Κάποιος που μπορεί μ’ ένα σακούλι σπόρους κολοκυθιάς, μία πεπονιά και λίγο χυλό να ζήσει τη ζωή του. Να πλένεται με κρύο νερό απ’ την ποτίστρα. Να κοιμάται στη σπηλιά. Ν’ αποφεύγει όσους θέλουν να τον κάνουν με το ζόρι στρατιώτη, υπηρέτη, αιχμάλωτο σε στρατόπεδο, σκλάβο στη φυτεία, ασθενή σε νοσοκομείο, νοσηλευόμενο σε τρελάδικο ή έγκλειστο στη φυλακή.
«Από μια ταΐστρα δίπλα σε έναν ταμιευτήρα, γέμισε ώς τη μέση μια κονσέρβα με αλεσμένο καλαμπόκι και οστεάλευρο, τα έβρασε με νερό και έφαγε τον τραχύ χυλό. Γέμισε τον μπερέ του με ζωοτροφή και σκέφτηκε: Τουλάχιστον με θρέφει η γη». […] «Θα μπορούσα να ζήσω εδώ για πάντα, σκέφτηκε, ή μέχρι να πεθάνω. Δεν θα συμβαίνει ποτέ τίποτα, κάθε μέρα θα είναι όπως η προηγούμενη, δεν θα έχω τίποτα να πω» (σελ. 70). Αυτά δεν είναι αποδεκτά. Η ζωή στην καλύβα είναι ύποπτη: με ποια πλευρά του πολέμου είναι ο Κ.; Μ’ αυτούς ή μ’ εκείνους; Και γιατί ο Κ. αποφεύγει την τροφή; Οκέι, είναι ανίκανος προς στράτευση. Υπάρχουν, όμως, σακιά, πέτρες, σκουπίδια για κουβάλημα. Εργα οδοποιίας, σιδηρόδρομοι, στρατόπεδα που χρειάζονται εργατικά χέρια. Μήπως ο Κ. είναι επαναστάτης; Κι αν ναι, με ποιους;
Διαβάζει Κίρκεγκωρ ο κηπουρός;
Ο Κ. θέλει «να πίνει τη δροσιά», να τρώει πεπόνια. Κάτι τέτοιο είναι, όπως είπαμε, εντελώς ξεγραμμένο σε καιρό πολέμου. Οι άεργοι ενήλικοι άνδρες που περιφέρονται στην ύπαιθρο είναι απαράδεκτο θέαμα. Ολοι αυτοί οι «πίθηκοι» θα μπορούσαν ν’ «αξιοποιηθούν» στο σπάσιμο της πέτρας.
Ετσι μου ήρθε στον νου η ησυχαστική διδασκαλία του Κίρκεγκωρ στο σύντομο βιβλίο του Τα κρίνα του Αγρού και τα Πετεινά Του Ουρανού, Τρεις Θεοσεβείς Λόγοι (εκδόσεις Αρτος Ζωής). Εκεί, ο φιλόσοφος μας καλεί να κάνουμε δασκάλους μας το λουλούδι και το πουλί. «Υπάρχει κάτι που όλη η πανουργία του Σατανά και όλες οι παγίδες του πειρασμού δεν μπορούν να αιφνιδιάσουν και να αιχμαλωτίσουν: είναι η απλότητα», λέει ο Κίρκεγκωρ.
Ο Κ. θέλει να ζήσει σαν το λουλούδι του αγρού. Να τρώει φλούδες κολοκύθας, να πλένεται στην ποτίστρα. Δεν θέλει να γίνει η νταντά κάποιου πλουσιόπαιδου. Να σπάει την πέτρα, για να περνάνε τρένα μ’ αιχμαλώτους και στρατιώτες. Η απλότητά του τον κάνει κηπουρό-τροφοσυλλέκτη. Υπάρχει μονάχα ένα μέρος στον κόσμο όπου ο Κ. δεν νιώθει άστεγος. Ανάμεσα στις πεπονιές και τις κολοκυθιές, κάτω απ’ τ’ αστέρια τ’ ουρανού.
Ο Κίρκεγκωρ βλέπει τρία στάδια στη διδασκαλία του λουλουδιού και του πουλιού. Πρώτα, μας μαθαίνουν τη σιωπή. Μετά την υπακοή. Και τελικά τη χαρά (μπορείτε ν’ ακούσετε ένα σχετικό podcast εδώ). Ας κινηθούμε από το τελευταίο προς το πρώτο. Ο Κ. δύσκολα θα περνούσε για χαρούμενος. Είναι υποσιτισμένος και οστεώδης. Στην πραγματικότητα, μας θυμίζει τους εκτοπισμένους στα κλουβιά και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εχει προλάβει, όμως, να κατακτήσει την υπακοή. Υπακούει σ’ ένα δικό του όραμα ελευθερίας (γίνεται κάτι σαν άκακο αγρίμι που ελευθερώνεται από την πείνα και την ανάγκη της συντροφιάς). Αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στη σιωπή, σμιλεύει την εσωτερικότητά του κι έναν δικό του χρόνο.
Ολοι περιμένουν μια ιστορία από τον Κ. Οι στρατιώτες που τον ελέγχουν και τον συλλαμβάνουν. Οι γιατροί. Η γραφειοκρατία. Ο Κ. μένει σιωπηλός. Δεν μπορεί να ομολογήσει – τι; Δεν έχει ηθικό δίδαγμα, για να τους φανερώσει. Κηπουρός είναι, δεν εξηγεί. Κλείνω το βιβλίο, για να κοιτάξω τις λεμονιές και να περπατήσω ανάμεσα στους θάμνους και στις πρώιμες μυρωδιές της άνοιξης. Ξέρω πως δεν ξεμπέρδεψα με το αίνιγμα του Κ. Απαλλαγμένη απ’ την ψευδαίσθηση της κατανόησης αναρωτιέμαι απλά: έχω υπάρξει πιο δούλη από τον Κ.; Και πόσοι άνθρωποι δεν μπορούν να σπείρουν τις κολοκυθιές τους φέτος; Σε πόσα μέρη;
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτή την εβδομάδα
Οι άνθρωποι που στις αναμονές τους διαβάζουν βιβλίο ή κοιτάνε τα σύννεφα. Το βιβλιοπωλείο Λεμόνι. Οι ορειβάτες. Τα τοστ με λιωμένο τυρί. Η ανάβαση στην οδό Σίνα κι η θέα της Αθήνας από ψηλά. Οι απογευματινές προβολές στα σινεμά του κέντρου. Τα γκράφιτι σε κάποιους δρόμους του Μεταξουργείου. Τα πεύκα, οι ελιές, το δενδρολίβανο.
